Πώς να ψηφίσω; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς να ψηφίσω;

Υποψήφιοι μιας χρήσης και περιορισμένης ευθύνης

Το νέο σύστημα εκλογής με σταυροδοσία ενέχει ένα εν δυνάμει μεγάλο πολιτικό αλλά και διαχειριστικό πρόβλημα. Επειδή οι εκλογές για την ανάδειξη των ευρωβουλευτών γίνονται στο σύνολο της επικράτειας, οι προσωπικότητες που θα αναδειχθούν θα έχουν συγκεντρώσει έναν δυσθεώρητα υψηλό αριθμό συνολικών σταυρών επιλογής, καθιστώντας τους εαυτούς τους προσωπικότητες αποδεκτές από εκλογικές ομάδες μακράν πολυπληθέστερες από εκείνες των βουλευτών στο εθνικό κοινοβούλιο, άρα και των υπουργών, ίσως ακόμη και του πρωθυπουργού. Αυτό δεν είναι πολιτικά καθόλου απλό. Προκειμένου, λοιπόν, να αποφευχθούν περιπλοκές στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο, οι προσωπικότητες που επιλέγονται για τις ευρωλίστες είναι πολιτικά χαμηλού προφίλ ώστε να παραμείνουν ακίνδυνες για το εγχώριο πολιτικό σύστημα. Εδώ η αντίφαση είναι εξόφθαλμη: Τα ελληνικά κόμματα στέλνουν στο σημαντικότερο για την χώρα διεθνές φόρουμ, ανθρώπους οι οποίοι αποκλείονται από νομιμοποιημένες θέσεις εξουσίας στην εγχώρια πολιτική σκηνή…

Επίσης, και αυτό είναι ακόμα χειρότερο, τα ίδια τα κόμματα, μην έχοντας σαφή πολιτική στόχευση απέναντι στα ευρωπαϊκά διακυβεύματα, θα στείλουν τους ευρωβουλευτές τους χωρίς να τους παρέχουν την απαραίτητη πολιτική κατεύθυνση, εκτός ίσως από μια σύντομη ενημέρωση από το Υπουργείο Εξωτερικών για την ελληνική στάση στα μεγάλα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής. Άνθρωποι οι οποίοι θα κληθούν να συμμετάσχουν σε επιτροπές, να γνωμοδοτήσουν για ευρωπαϊκές πολιτικές και να τοποθετηθούν για ζητήματα όπως π.χ. η πορεία προς την ομοσπονδοποίηση ή μη της Ευρώπης, στέλνονται για να αγωνιστούν στις Βρυξέλλες έχοντας ως μόνα εφόδια τις προσωπικές τους γνώσεις και απόψεις.

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ «ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ»

Ανάλογα προβλήματα βιώνει και ο χώρος τής Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη η κατεύθυνση που έχει από χρόνια επιλεγεί και ήδη εφαρμόζεται, είναι η εξουσία να αποκεντρώνεται και να δίνονται στους τοπικούς και περιφερειακούς άρχοντες τα αντίστοιχα «εργαλεία» προκειμένου να εξυπηρετούν τα συμφέροντα των πολιτών τούς οποίους εκπροσωπούν, στην Ελλάδα τίποτε δεν έχει γίνει προς αυτή την κατεύθυνση.

Πιο προχωρημένη χώρα σε αυτό το μοντέλο διοίκησης είναι η Ισπανία, όπου η κάθε Περιφέρεια, π.χ. η Καταλωνία, διαχειρίζεται η ίδια το 70% του πλούτου που παράγει και της αναλογεί, και αποδίδει το υπόλοιπο 30% στην κεντρική εξουσία. Στην Ελλάδα, η κεντρική εξουσία αρνείται να παραδώσει έστω κάποια από τα τα προνόμιά της και ένα αρμόζον μερίδιο οικονομικής και κανονιστικής ισχύος στους τοπικούς άρχοντες.

Παρά το γεγονός ότι οι αρχικές προβλέψεις τού σχεδίου Καλλικράτης έτειναν προς το ευρωπαϊκό μοντέλο, τελικώς αυτό ατόνησε και τα πράγματα παρέμειναν όπως τα ξέρουν οι Έλληνες πολίτες.

Συνέπεια της κατάστασης αυτής είναι ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση ποτέ δεν προσέλκυσε σημαντικές πολιτικές προσωπικότητες αλλά παρέμεινε εγκλωβισμένη σε μια διαχειριστική και τοπικιστική λογική. Μάλιστα, το φαινόμενο αυτό έφτασε να θεωρείται και πλεονέκτημα, το οποίο χρησιμοποιούν οι νυν άρχοντες προβάλλοντας την «αυτοδιοικητική» εμπειρία τους έναντι των αντιπάλων τους που δεν την διαθέτουν. Τίποτα πιο στρεβλό και λαθεμένο από αυτό.

Η διαχειριστική (σε αντιδιαστολή με την πολιτική) νοοτροπία στους δήμους και τις περιφέρειες, σε πρακτικό επίπεδο είχε σαν αποτέλεσμα την σπατάλη πόρων σε αποσπασματικά έργα, έργα της «γειτονιάς» που, όμως, εξασφαλίζουν εκλογική πελατεία (και σε αρκετές περιπτώσεις αφανές εισόδημα) για τον κάθε αυτοδιοικητικό παράγοντα.

Σε πολιτικό επίπεδο, αυτές οι «δεύτερης τάξεως» πολιτικές προσωπικότητες των ΟΤΑ παραμένουν επίσης στο έλεος -όπως και οι ευρωβουλευτές για τους ίδιους λόγους-, των γραφείων των αρχηγών των κομμάτων –και των τοπικών παραγόντων- προκειμένου να εξασφαλίσουν υποστήριξη από την κεντρική διοίκηση στις όποιες παρεμβάσεις στην περιοχή τους ή -ακόμη πιο δελεαστικό- για μια μεταπήδησή τους στην κεντρική πολιτική σκηνή (η οποία, όπως δείχνει η ιστορία, σπάνια πραγματοποιείται).

Όλα τα παραπάνω αποτρέπουν την είσοδο στον στίβο των ΟΤΑ, ανθρώπων με ευρύτερο πολιτικό κύρος και αναγνωρισμένες ικανότητες, καθώς οι προσωπικότητες αυτές προτιμούν είτε να εμπλακούν απ’ ευθείας στην κεντρική πολιτική σκηνή είτε να αξιοποιήσουν τον χρόνο τους στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία, αγνοώντας τα κοινά.

Όμως, σε κάποιο βαθμό, το σκηνικό αλλάζει. Πλέον οι Περιφέρειες της χώρας θα χρηματοδοτούνται αναγκαστικά και κατά κύριο λόγο απ’ ευθείας από τις Βρυξέλλες. Έτσι, ο θεσμός (και η θέση του Περιφερειάρχη) απεγκλωβίζεται από το βάρος τού κομματικού – κυβερνητικού κατεστημένου και αποκτά πολιτικές και πρακτικές δυνατότητες πρωτόγνωρες για τα ελληνικά δεδομένα.

Θα ήταν ευχής έργον αν αυτό είχε γίνει περισσότερο γνωστό στους πολίτες. Γιατί θα δημιουργούσε στα κόμματα μια πίεση ώστε να επιλέξουν προσωπικότητες ανάλογες με τις απαιτήσεις τού καινούργιου ρόλου τού Περιφερειάρχη. Αυτό, αναγκαστικά θα «τραβούσε» προς τα επάνω και το επίπεδο των υποψηφίων δημάρχων καθώς, σε αντίθετη περίπτωση η διαφορά θα ήταν τόσο οφθαλμοφανής που θα προκαλούσε αρνητικές συνέπειες στα ίδια τα κόμματα. Δυστυχώς, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (που απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα), τίποτε από αυτά δεν συνέβη.

Οι πολίτες θα κληθούν να ψηφίσουν ανάμεσα σε υποψηφίους που δεν φέρνουν καμιά ουσιαστική αλλαγή από την σημερινή κατάσταση, γιατί απλώς δεν γνωρίζουν οι ίδιοι κάτι άλλο και, φυσικά, δεν μπορούν να φέρουν σε πέρας κάτι άλλο.