Ο αποτυχημένος μονοκράτορας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο αποτυχημένος μονοκράτορας

Παρά την σκληρότητα του Ερντογάν, η δημοκρατία στην Τουρκία εξακολουθεί να είναι σε καλό δρόμο
Περίληψη: 

Η διολίσθηση του Ερντογάν μακριά από την δημοκρατία είναι ένα θλιβερό, αλλά προβλέψιμο στάδιο της δημοκρατικής μετάβασης της Τουρκίας. Εάν η Τουρκία πρόκειται να γίνει τελικά μια δημοκρατία - και δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα γίνει - τότε δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αποφύγει αυτήν την επώδυνη διαδικασία θεσμικής εξισορρόπησης.

Ο DARON ACEMOGLU είναι καθηγητής Εφαρμοσμένων Οικονομικών στο Massachusetts Institute of Technology (ΜΙΤ).

Ο Τούρκος πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ήταν κάποτε ο αγαπημένος τής διεθνούς κοινότητας, αλλά δεν είναι πιά. Ακόμα επαινείται μερικές φορές για το ότι υπηρέτησε την Τουρκία μέσω μιας εντυπωσιακής οικονομικής ανάπτυξης, ξεδόντιασε το τουρκικό στρατιωτικό κατεστημένο το οποίο είχε μια μακρά ιστορία παρεμβάσεων στην εθνική πολιτική, και ξεκίνησε μια πολλά υποσχόμενη ειρηνευτική διαδικασία με τον Κουρδικό πληθυσμό τής χώρας. Όμως, οι επιτυχίες τού Ερντογάν σκιάζονται πλέον από την αναμφισβήτητη κλίση του προς την απολυταρχία. Κατά την διάρκεια του περασμένου έτους, ξεκίνησε μια σκληρή καταστολή εναντίον ειρηνικών διαδηλωτών, πολιτικών αντιπάλων και ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης. (Σύμφωνα με την Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων, σε κάποιο σημείο, ο αριθμός των δημοσιογράφων που φυλακίστηκαν στην Τουρκία ξεπέρασε ακόμη και τον αριθμό των φυλακισμένων δημοσιογράφων στο Ιράν και την Κίνα).

Οι χειρότερες από όλες τις εξελίξεις ξεκίνησαν τον περασμένο Δεκέμβριο. Τότε ήταν όταν, προκειμένου να καταστείλει μια απειλή από έναν πρώην σύμμαχο, τον μουσουλμάνο κληρικό Φετουλάχ Γκιουλέν που ζει στις ΗΠΑ, ο Ερντογάν απέλυσε χιλιάδες εισαγγελείς, δικαστές και αστυνομικούς, επέβαλε απαγορεύσεις στο Twitter και το YouTube, ενέτεινε τον ήδη ασφυκτικό έλεγχο της κυβέρνησης επί του δικαστικού σώματος, και έδωσε στις υπηρεσίες πληροφοριών περισσότερη ευχέρεια να παρακολουθούν τους Τούρκους πολίτες. Το ότι το τουρκικό εκλογικό σώμα δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται πολύ για την καταπιεστική καταστολή και την γενική αποψίλωση των δικαστικών θεσμών, προσέθεσε έναν βαθμό φάρσας στην τραγωδία. Το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), το κόμμα τού Ερντογάν, κέρδισε το 43% των ψήφων στις δημοτικές εκλογές στις 28 Μαρτίου, που υπερβαίνει το 39% που έλαβε στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές, αν και υπολείπεται του σχεδόν 50% που κέρδισε στις τελευταίες εθνικές εκλογές. Όλα φαίνονταν να επιβεβαιώνουν ότι, σε αντίθεση με αυτό που πολλοί διεθνείς παρατηρητές κάποτε πίστεψαν, η Τουρκία κατευθύνεται μακριά από, και όχι προς, την δημοκρατία και το κράτος δικαίου.

Αλλά τούτο θα είναι ο λάθος τρόπος για να διαβαστεί αυτό το τελευταίο κεφάλαιο της τουρκικής ιστορίας. Η Τουρκία είναι στη μέση μιας δύσκολης διαδικασίας θεσμικής εξισορρόπησης, στην οποία οι βασικοί πολιτικοί και κοινωνικοί θεσμοί έχουν μετατοπίσει την υποταγή τους μακριά από τον στρατό και τα μεγάλα αστικά οικονομικά συμφέροντα που έχουν προ πολλού κυριαρχήσει στην τουρκική πολιτική. Τη απουσία ανεξάρτητων δικαστικών οργανισμών και μιας οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών, ο κίνδυνος ήταν πάντα μεγάλος ότι κάποιοι πολιτικοί που θα αναλάβουν την εξουσία κατά την διάρκεια αυτής της ταραχώδους περιόδου, θα την καταχραστούν. Με άλλα λόγια, η απομάκρυνση του Ερντογάν από την δημοκρατία είναι ένα θλιβερό, αλλά σχεδόν προβλέψιμο στάδιο της δημοκρατικής μετάβασης της Τουρκίας. Εάν η Τουρκία πρόκειται να γίνει τελικά μια δημοκρατία, δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να αποφευχθεί η κατά καιρούς επώδυνη διαδικασία τής οικοδόμησης των θεσμών τής χώρας έτσι ώστε να λειτουργούν με λιγότερους αποκλεισμούς - μια διαδικασία που η χώρα δεν έχει δείξει σημάδια ότι την εγκαταλείπει.

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΘΩΜΑΝΟΥΣ ΣΤΟΝ ΑΤΑΤΟΥΡΚ

Για να κατανοήσει κάποιος την ανάγκη για θεσμική εξισορρόπηση, πρέπει πρώτα να κατανοήσει το πώς δημιουργήθηκαν οι ρίζες των σημερινών θεσμών τής Τουρκίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η επίδραση του οθωμανικού κράτους ήταν περιορισμένη με πολλούς τρόπους, αλλά η αποτελεσματική πολιτική δύναμη που όντως υπήρχε - οργανωμένη κυρίως γύρω από τις στρατιωτικές κατακτήσεις και την επέκταση του κράτους - ήταν συγκεντρωμένη στα χέρια μιας μικρής γραφειοκρατικής και στρατιωτικής ελίτ.

Έξω από τις ελίτ διαμορφώθηκε το ραγιά (reaya), που σημαίνει «το κοπάδι». Ως οικονομικοί παράγοντες, οι Οθωμανοί υπήκοοι είχαν ελάχιστα δικαιώματα και ακόμα λιγότερες επιλογές για πολιτική συμμετοχή. Τα περιορισμένα δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας εμπόδισαν την εμφάνιση οικονομικά ανεξάρτητων γαιοκτημόνων και εμπόρων. Και οι κοινωνικοί θεσμοί ήταν δομημένοι έτσι ώστε να ελαχιστοποιούν τους περιορισμούς τού σουλτάνου και του κεντρικού κράτους στην εξουσία. Ο ισλαμικός νόμος υποτίθεται ότι θα επέτρεπε έναν θρησκευτικο-νομικό θεσμό, τους ουλεμάδες, οι οποίοι θα περιόριζαν τους κυβερνήτες. Αλλά η Οθωμανική Αυτοκρατορία ενσωμάτωσε τους ουλεμάδες στην κρατική γραφειοκρατία. Ο σουλτάνος, στη συνέχεια, ήταν επίσης ο πιο ισχυρός εκπρόσωπος της θρησκευτικής εξουσίας.

Παρά τις πολλές προσπάθειες μεταρρύθμισης κατά τα τέλη τού 19ου και του 20ου αιώνα, οι Τούρκοι άρχοντες ποτέ δεν άφησαν την γραφειοκρατία και το δικαστικό σώμα πραγματικά χαλαρούς. Ο λόγος ήταν απλός: η μεταρρύθμιση δεν είχε σκοπό να φέρει αυτό το αποτέλεσμα. Οι Οθωμανοί μεταρρυθμιστές, με καταγωγή κυρίως από τον στρατό, ενδιαφέροντο όχι να μοιραστούν την εξουσία με την μη-ελίτ, αλλά να ενισχύσουν τους υφιστάμενους θεσμούς τού κράτους, εγχώρια και διεθνώς, ενόψει χρηματοπιστωτικών, οικονομικών και στρατιωτικών κρίσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επίδοξοι μεταρρυθμιστές, από την διαβόητη Επιτροπή για την Ένωση και την Πρόοδο, οι οποίοι οργάνωσαν μια εξέγερση-ορόσημο εναντίον τού σουλτάνου το 1908, δεν έκαναν μια σοβαρή προσπάθεια να προσεταιριστούν ένα υπάρχον λαϊκό κίνημα αντίθετο προς την κυβέρνηση, αλλά αντ’ αυτού βασίστηκαν σε υποστηρικτές στον στρατό. Μόλις ανέβηκαν στην εξουσία, αυτοί οι «επαναστάτες» αμέσως στράφηκαν ενάντια σε όποιον πίστευαν ότι ήταν αντίθετος με αυτούς.