Τι έμαθε η Ελλάδα από την κρίση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τι έμαθε η Ελλάδα από την κρίση

Και πώς πρέπει να προχωρήσει
Περίληψη: 

Η ελληνική οικονομία βρέθηκε μετά το 2009 στη μεγαλύτερη κρίση τής ιστορίας της. Οι αιτίες τής κρίσης είναι οικονομικές και πολιτικές. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο πλαίσιο του στρεβλού πελατειακού μας πολιτικού συστήματος. Χρειάζεται, λοιπόν, αλλαγή στο παραγωγικό μοντέλο τής χώρας. Αλλά αυτό δεν αλλάζει χωρίς κρατική καθοδήγηση…

Ο ΜΙΧΑΗΛ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ είναι καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Η ελληνική οικονομία βρέθηκε μετά το 2009 στη μεγαλύτερη κρίση τής ιστορίας της, μεγαλύτερη από αυτήν της δεκαετίας τού 1930, και συγκρίσιμη μόνο με την κρίση που ακολούθησε την πτώχευση του 1893, ως προς την διάρκεια και τις πολιτικές επιπτώσεις της. Η διεθνής εμπειρία λέει ότι δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο χώρας που κατάφερε να εξέλθει από μια αθροιστική ύφεση άνω του 23%, χωρίς ενεργητικές πολιτικές που στοχεύουν στην αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης και στην τόνωση της ζήτησης. Αυτό λέει η συνοπτική μας αναφορά στα ιστορικά παραδείγματα των δύο προηγούμενων μεγαλύτερων υφέσεων που γνώρισε το σύστημα, δηλαδή της «Μακράς ύφεσης» του 19ου αι. και της μεγάλης κρίσης τού 1929. Και στις δύο περιπτώσεις οι κυβερνήσεις εφάρμοσαν ενεργητικές πολιτικές εξόδου από την ύφεση.

Η φύση τής ελληνικής κρίσης είναι κυρίως πολιτική και σχετίζεται με τη μακρά παράδοση δύο αιώνων «πελατειακού κράτους». Η κύρια αιτία τής σημερινής κρίσης, το υπέρογκο και μη διαχειρίσιμο δημόσιο χρέος, είναι προϊόν αυτής της στρεβλής σχέσης πολιτών και πολιτικών εκπροσώπων. Η αλλαγή παραγωγικού μοντέλου και η διατηρήσιμη ανάπτυξη προϋποθέτουν τις μεταρρυθμίσεις στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος.

Η ΠΡΩΤΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΥΦΕΣΗ (1873-1896)

H οικονομική ανάπτυξη του καπιταλισμού ξεκίνησε ως ένα «καθεστώς εκτατικής συσσώρευσης» γιατί, εκτός τής γεωγραφικής εξάπλωσης, στηρίχθηκε στην σταδιακή επιδείνωση των όρων εκμετάλλευσης της εργασίας (επέκταση του χρόνου και της ποσότητας εργασίας). Κατά το τρίτο τέταρτο του 19ου αιώνα αντίθετα, παρατηρείται μια εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης του συντελεστή εργασία, με την ραγδαία εκμηχάνιση της παραγωγής. Η εξάντληση των ορίων αυτού του καθεστώτος συσσώρευσης σήμανε την είσοδο της καπιταλιστικής οικονομίας στην πρώτη της «Μακρά Ύφεση» των ετών 1873-1896. Το σύστημα ομογενοποιήθηκε και μέσα στην παθογένεια του, παρουσιάζοντας νέες κρίσεις «καπιταλιστικού τύπου». Σε αντίθεση με τις «κρίσεις παλαιού τύπου» που χαρακτηρίζονται από την έλλειψη αγαθών επιβίωσης λόγω κλιματικών ή πολεμικών καταστροφών, οι νέου τύπου κρίσεις είναι κυρίως κρίσεις υπερπαραγωγής (Βλ. Rosier 1988: 6-7, Bairoch 1997, II: 375 κ.έ.). Οι διακυμάνσεις τής οικονομικής δραστηριότητας δεν περιορίζονται πλέον στα όρια μιας χώρας αλλά θίγουν πρώτα τις ανεπτυγμένες οικονομίες, και κατόπιν τον υπόλοιπο κόσμο. Η περιοδικότητά τους, η γενικότητά τους (σε όλους τους τομείς τής οικονομίας), ο διεθνής τους χαρακτήρας και, τέλος, το γεγονός ότι έχουν ως αφετηρία πάντα μια χώρα που ηγείται στην παγκόσμια οικονομία (Rosier 1988: 20), είναι οι αποδείξεις της ωριμότητας ενός οικονομικού συστήματος που ευημερεί και «υποφέρει» σχεδόν παντού συγχρόνως.

Η «μακρά ύφεση» εγγράφεται στο δεύτερο «κύμα Kondratiev» (στδ: το κυκλικό φαινόμενο της οικονομίας) τής περιόδου 1847-1896 και σήμανε την πρώτη υστέρηση στην τάση συνεχούς ανόδου της παγκόσμιας παραγωγής, με ρυθμούς κάτω από 1%. Η έξοδος από την ύφεση επιτεύχθηκε χάρη στην πλήρη αναδιοργάνωση της διαδικασίας παραγωγής και την άνοδο του προστατευτισμού και της αποικιοκρατίας (Graff κ.ά. 2014: 138). Η περίοδος 1896-1914 δεν είναι μόνον η εποχή τού «ιμπεριαλισμού» αλλά και της μεγάλης συγκέντρωσης κεφαλαίου και της τεράστιας ανόδου των δασμών. Μεγάλες επιχειρήσεις στις ΗΠΑ, την Γερμανία και την Αγγλία, συγχωνεύθηκαν οριζόντια δημιουργώντας μονοπωλιακά τραστ, ή συγκεντροποιήθηκαν κάθετα ελέγχοντας όλα τα στάδια της παραγωγής, από την πρώτη ύλη μέχρι το τελικό προϊόν, σε ποσοστά που κυμαίνονται στις ΗΠΑ από 50% έως 84% (Dockès-Rosier 1983: 134-5). Συχνά αυτή η συγκέντρωση οδήγησε και στην δημιουργία πολυεθνικών επιχειρήσεων: από τις 60 μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις της δεκαετίας του 1970, οι 31 είχαν ήδη δημιουργηθεί πριν το 1915 (Bairoch 1997, II: 266). Χάρη σε αυτήν την αναδιοργάνωση του κεφαλαίου και της διαδικασίας τής εργασίας, αλλά και χάρη στην κρατική προστασία, το προϊόν τής βιομηχανίας στη ΒΔ Ευρώπη γνώρισε το μεγαλύτερο, μέχρι τότε, ετήσιο ρυθμό ανάπτυξής του (3,5% έναντι 2,2% μεταξύ 1830-1890).

Η ΜΕΓΑΛΗ ΥΦΕΣΗ ΤΟΥ 1929

Η κρίση τού 1929 ήταν μια πρωτοφανής κρίση υπερπαραγωγής: το οικονομικό σύστημα παρήγαγε μαζικά περισσότερα από όσα μπορούσε να καταναλώσει. Ο υπερβολικός δανεισμός των ευρωπαϊκών οικονομιών από τις ΗΠΑ στην διάρκεια του «Μεγάλου Πολέμου», η πτώση των τιμών των αγροτικών προϊόντων, η κατάρρευση του «κανόνα τού χρυσού» ή ακόμη και η χρηματιστηριακή φούσκα τής Νέας Υόρκης ήταν σοβαρές αλλά δευτερεύουσες αιτίες ως προς την αδυναμία τού συστήματος να απορροφήσει την άνοδο της παραγωγικότητας μετά το 1920 (Berend 2006: 103 κ.έ., Graff κ.ά. 2014: 207-212). Η κατωφερής σπείρα των οικονομικών και πολιτικών συνεπειών τής διεθνούς κρίσης κατά την δεκαετία τού 1930 είναι πολύ γνωστή: πτώση τιμών –χρεοκοπίες επιχειρήσεων- πτωχεύσεις τραπεζών- πτώση βιομηχανικής παραγωγής- ανεργία. Η μεγαλύτερη κρίση που γνώρισε ως σήμερα το σύστημα εξέθρεψε τους ολοκληρωτισμούς στην Ευρώπη και οδήγησε σε ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο.