Μεταξύ Γάζας και Αμμοχώστου | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μεταξύ Γάζας και Αμμοχώστου

Μια άλλη πλευρά τής αγάπης των Τούρκων προς τους Παλαιστίνιους
Περίληψη: 

Κατά τον εορτασμό τής φετινής 40ης επετείου από την τουρκική εισβολή και κατοχή τού βορείου τμήματος της Κύπρου, οι Τουρκοκύπριοι πολιτικοί ηγέτες, σε αντίθεση με άλλες χρονιές, έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στα τεκταινόμενα στη Λωρίδα της Γάζας, παραλληλίζοντας την εκεί πραγματικότητα με την κατάσταση που ισχύει στην κατεχόμενη βόρεια Κύπρο. Οι συνειρμοί που εκφράζονται από επίσημα χείλη στα κατεχόμενα της Κύπρου, ρίχνουν περισσότερο φως στον τρόπο με τον οποίο η τουρκοκυπριακή διοικητική οντότητα και η περιφερειακή πολιτική τής Τουρκίας συσχετίζουν δύο παράλληλες πραγματικότητες, με αιχμή τού δόρατος της κοινής τους θεώρησης δύο λιμάνια, που βρίσκονται τόσο κοντά αλλά και τόσο μακριά το ένα από το άλλο : Το λιμάνι τής Γάζας και το λιμάνι τής Αμμοχώστου.

Ο ΓΑΒΡΙΗΛ ΧΑΡΙΤΟΣ είναι δικηγόρος, με μεταπτυχιακό στις Διεθνείς, Πολιτικές και Οικονομικές Σχέσεις στη Μεσόγειο από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και υποψήφιος διδάκτωρ του Τμήματος Ευρωπαϊκών και Διεθνών Σπουδών τού Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Η μελέτη του «Ο εκδημοκρατισμός των αραβικών χωρών ως προτεραιότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η περίπτωση της Ιορδανίας και της Τυνησίας» δημοσιεύθηκε από το Ίδρυμα Διεθνών Νομικών Μελετών καθ. Ηλία Κρίσπη και δρος. Αναστασίας Σαμαρά-Κρίσπη και κυκλοφορεί από τις νομικές εκδόσεις Σάκκουλα.

Στα κατεχόμενα της βόρειας Κύπρου η φετινή 40η επέτειος της τουρκικής εισβολής και κατοχής ήταν ξεχωριστή σε σχέση με όλες τις προηγούμενες. Θα ανέμενε κανείς ότι καθ’ αυτό το γεγονός τής συμπλήρωσης τεσσάρων δεκαετιών από τα γεγονότα τού καλοκαιριού τού 1974 θα αποτελούσε από μόνο του το επίκεντρο των επετειακών εκδηλώσεων. Ωστόσο, η επί 40 χρόνια οικονομική και διπλωματική απομόνωση της επονομαζόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας τής Βόρειας Κύπρου» σε συνάρτηση με την έκδηλη απαισιοδοξία της τουρκοκυπριακής κοινής γνώμης για την μελλοντική πορεία της κατοχικής διοικητικής οντότητας, δεν προσφέρονταν για ευχάριστους απολογισμούς. Σύμφωνα με έρευνα που διεξήχθη το 2011 από το Τουρκικό Ίδρυμα Έρευνας Οικονομικής Πολιτικής, TEPAV, λιγότερο από το 20% των Τουρκοκυπρίων δήλωναν ευχαριστημένοι από την κατάσταση που επικρατούσε τότε στην «ΤΔΒΚ». Εννέα στους δέκα κατοίκους των κατεχομένων δήλωναν απαισιόδοξοι για τη βιωσιμότητα του κατοχικού πολιτικού κατεστημένου και της «ΤΔΒΚ». [1] Έκτοτε, κανένα γεγονός δεν συνετέλεσε στο να μεταβληθούν οι απαισιόδοξες τάσεις τής τουρκοκυπριακής κοινής γνώμης, όχι μόνο λόγω της στασιμότητας των διαπραγματεύσεων με την ελληνοκυπριακή πλευρά και της συνεχιζόμενης διπλωματικής απομόνωσης της «ΤΔΒΚ». Η χρηματοπιστωτική κρίση που αντιμετωπίζει η Κυπριακή Δημοκρατία, όσο παράδοξο ίσως ακούγεται, διέψευσε την ελπίδα πολλών Τουρκοκυπρίων πολιτών, που έβλεπαν την οικονομική ευρωστία τού νότου ως ευκαιρία διεξόδου από το πολιτικό και οικονομικό αδιέξοδο που επί τέσσερις δεκαετίες αντιμετωπίζει ο κατεχόμενος βορράς.

Καθ' όλα τα προηγούμενα χρόνια, οι διχαστικές μνήμες αποτελούσαν το μόνιμο σημείο αναφοράς των επετειακών εκδηλώσεων του κατοχικού καθεστώτος. Αυτή η προσέγγιση δεν εξέπληττε κανέναν. Με αυτόν τον τρόπο, αφ'ενός δικαιολογείτο πολιτικά και ιστορικά η τουρκική εισβολή τού 1974 και αφ' ετέρου προβάλλονταν τα οφέλη τής μετέπειτα «Τουρκοκυπριακής χειραφέτησης», απτή απόδειξη της οποίας προβαλλόταν η καθ’ αυτή ύπαρξη της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» – η οποία όμως συνεχίζει να μην αναγνωρίζεται από την διεθνή κοινότητα, με εξαίρεση την κατέχουσα μητέρα-πατρίδα Τουρκία.

Φέτος, το κατοχικό καθεστώς επέλεξε να μην προσπαθήσει να ωραιοποιήσει έναν ούτως ή άλλως θλιβερό απολογισμό τής διπλωματικής, πολιτικής και οικονομικής του πορείας κατά τα τελευταία 40 χρόνια. Επέλεξε να αξιοποιήσει την ένοπλη σύρραξη Ισραήλ και Χαμάς στην Λωρίδα τής Γάζας για να στηρίξει ακόμα μια φορά την φοβική προσέγγιση της πιθανότητας επανένωσης του νησιού. Οι Τουρκοκύπριοι αξιωματούχοι συσχέτισαν την περιπέτεια που βιώνει σήμερα ο άμαχος πληθυσμός τής Γάζας με τα όσα δεινά πιθανόν θα αντιμετώπιζαν οι Τουρκοκύπριοι εάν η τουρκική εισβολή τού 1974 δεν είχε συμβεί. Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, Ντερβίς Έρογλου, και σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος των κατεχομένων παρομοίασαν τον τουρκοκυπριακό πληθυσμό με τους άμαχους Παλαιστινίους, αφήνοντας να εννοηθούν αντίστοιχοι φοβικοί συνειρμοί, συσχετίζοντας την ελληνοκυπριακή πλευρά με την παρούσα ισραηλινή στρατιωτική δράση στην Γάζα.

Σε αυτό το πνεύμα και βάσει τέτοιων παραλληλισμών, όλα τα τουρκοκυπριακά πολιτικά κόμματα εξέδωσαν δηλώσεις αλληλεγγύης προς την Γάζα και αντίστοιχες ανακοινώσεις καταδίκης κατά του Ισραήλ [2]. Συγκεκριμένα, ο Γενικός Γραμματέας τού κυβερνώντος Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, Κουτλάι Ερκ, χαρακτήρισε τα τεκταινόμενα στην Γάζα ως γενοκτονία. Ο Γενικός Γραμματέας του Τ/Κ Δημοκρατικού Κόμματος που μετέχει στην κυβέρνηση, Χασάν Τατσόϊ, κάλεσε για τον άμεσο τερματισμό των ισραηλινών επιχειρήσεων. Ο Γραμματέας Εξωτερικών Σχέσεων του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης UBP, Ταχσίν Ερτουγρούογλου, καταδίκασε το Ισραήλ, χαρακτηρίζοντας «δυσανάλογη την στρατιωτική δράση που εφαρμόζεται κατά του παλαιστινιακού λαού». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι φράσεις με τις οποίες κατέληγε το ψήφισμα που επέδωσε στα γραφεία τού ΟΗΕ στην Κύπρο μια πρωτοεμφανιζόμενη τουρκοκυπριακή ΜΚΟ, με την επωνυμία «Τουρκοκύπριοι Ενάντια στον Πόλεμο»: «Ως λαός έχουμε υποστεί παρόμοια μοίρα στο νησί και αισθανόμαστε αυξημένη ανησυχία ως προς την έκταση που μπορεί να φθάσουν αυτά τα απαράδεκτα γεγονότα. Είναι απαράδεκτο για μας να μείνουμε απαθείς στις βάρβαρες επιθέσεις τού Κράτους τού Ισραήλ κατά του Παλαιστινιακού λαού».

Στις 18.07.2014 ο Σερντάρ Ντενκτάς, Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Έρογλου και ηγέτης τού Τ/Κ Δημοκρατικού Κόμματος, εξέδωσε γραπτή ανακοίνωση με την οποία εξέφρασε την απογοήτευσή του επειδή τα μηνύματα καταδίκης των Τουρκοκυπρίων «δεν εισακούονται, ενώ η αδύναμη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ηνωμένου Βασιλείου, των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς το Ισραήλ οδηγούν στη σφαγή [σ.σ. των Παλαιστινίων]». Ο κ. Ντενκτάς συνέδεσε την κατάσταση στην οποία περιήλθαν οι κάτοικοι της Γάζας με την παρούσα κατάσταση στην Κύπρο, προσθέτοντας ότι «οι εξελίξεις στην Γάζα θα πρέπει να αποτελέσουν παράδειγμα σε εκείνους τους κύκλους που προσπαθούν να υπονομεύσουν την ανάγκη για την διατήρηση της παρούσας ατμόσφαιρας ασφάλειας που επικρατεί στο νησί», καταλήγοντας χαρακτηριστικά: «Οι εξελίξεις στην Γάζα θα πρέπει να μας βοηθήσουν να εκτιμήσουμε τα όσα έχουμε σήμερα». [3]

Την ίδια μέρα (18.07.2014) ο ηγέτης των Τουρκοκυπρίων, Ντερβίς Έρογλου, αφού καταδίκασε την έναρξη των χερσαίων ισραηλινών επιχειρήσεων στην Γάζα, εξήρε τη θέση που έλαβε η Τουρκία υπέρ της Χαμάς, σε αντιδιαστολή προς την επιφυλακτικότητα της διεθνούς κοινότητας να λάβει ξεκάθαρη θέση κατά του Ισραήλ: «Δυστυχώς, δεν είδαμε άλλη χώρα πλην της Τουρκίας, να καταδικάζει αυτές τις επιθέσεις. Δυσκολεύομαι να καταλάβω γιατί ο κόσμος παραμένει σιωπηρός ενόψει τέτοιων σφαγών». [4]