Η ψευδαίσθηση της γεωπολιτικής | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η ψευδαίσθηση της γεωπολιτικής

Η διαρκής δύναμη της φιλελεύθερης τάξης
Περίληψη: 

Η Κίνα, το Ιράν και η Ρωσία δεν είναι αποφασισμένες να αναιρέσουν το μετα-ψυχροπολεμικό σκηνικό. Δεν είναι πλήρως ρεβιζιονιστικές δυνάμεις αλλά μάλλον υπονομευτές μερικής απασχόλησης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μακράν οι πιο ισχυρές κι έχουν οικοδομήσει μια εύρωστη φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη στην οποία οι χώρες πρέπει να ενσωματωθούν προκειμένου να επιτύχουν. [*]

Ο G. JOHN IKENBERRY είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Υποθέσεων στην έδρα Albert G. Milbank στο πανεπιστήμιο Πρίνστον και επισκέπτης καθηγητής στην έδρα George Eastman στο κολλέγιο Balliol στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

O Walter Russell Mead απεικονίζει ένα ταραχώδες πορτρέτο της δυσχερούς γεωπολιτικής κατάστασης των Η.Π.Α. Σύμφωνα με την οπτική του, μια όλο και περισσότερο ανταγωνιστική συμμαχία από ανελεύθερες δυνάμεις – Κίνα, Ιράν και Ρωσία – είναι αποφασισμένη να αναιρέσει το μετα-ψυχροπολεμικό σκηνικό και την κυριαρχία των ΗΠΑ στην παγκόσμια τάξη που υπάρχει πίσω από αυτό. Ισχυρίζεται, πως σε ολόκληρη την Ευρασία αυτά τα καταπιεσμένα κράτη κλίνουν στην οικοδόμηση σφαιρών επιρροής ώστε να απειλήσουν τα θεμέλια της αμερικανικής ηγεσίας και της παγκόσμιας τάξης. Επομένως, οι ΗΠΑ πρέπει να επανεξετάσουν τον οπτιμισμό τους, συμπεριλαμβανομένης και της μετα-ψυχροπολεμικής τους πεποίθησης ότι τα ανερχόμενα μη Δυτικά κράτη μπορούν να πεισθούν να ενωθούν με την Δύση και να προσαρμοστούν στους κανόνες τού παιχνιδιού της. Για τον Mead, είναι η ώρα να αντιμετωπιστούν οι απειλές από τους ολοένα και πιο επικίνδυνους γεωπολιτικούς εχθρούς.

Η κινδυνολογία, όμως, του Mead, είναι βασισμένη σε μια κολοσσιαία εσφαλμένη ανάγνωση της πραγματικότητας των σύγχρονων δυνάμεων. Είναι μια εσφαλμένη ανάγνωση της λογικής και του χαρακτήρα τής υπάρχουσας παγκόσμιας τάξης, η οποία είναι πιο σταθερή και επεκτεινόμενη από όσο την παρουσιάζει ο Mead, οδηγώντας τον να υπερεκτιμήσει την δυνατότητα του «άξονα των κανθάρων» να την υπονομεύσει. Συγκεκριμένα, πρόκειται για μια εσφαλμένη ανάγνωση της Κίνας και της Ρωσίας, οι οποίες δεν είναι πλήρως ρεβιζιονιστικές δυνάμεις αλλά στην καλύτερη υπονομευτές μερικής απασχόλησης, με τόση καχυποψία για τον έξω κόσμο όσο και μεταξύ τους. Πράγματι, αναζητούν ευκαιρίες για να αντισταθούν στην αμερικανική πρωτοκαθεδρία, και πρόσφατα, όπως και στο παρελθόν, έχουν αντιδράσει σ’ αυτήν, ειδικότερα όταν την έχουν αντιμετωπίσει στην περιοχή τους. Ακόμη όμως, και αυτές οι διαμάχες τροφοδοτούνται κυρίως από αδυναμία – των αρχηγών και των καθεστώτων τους – παρά από δύναμη. Δεν έχουν κάποιο ελκυστικό σήμα. Κι όταν πρόκειται για κύρια συμφέροντά τους, η Ρωσία και, ιδιαίτερα, η Κίνα είναι βαθιά ενσωματωμένες στην παγκόσμια οικονομία και τους διακυβερνητικούς της θεσμούς.

Ο Mead επίσης, χαρακτηρίζει λανθασμένα την ώθηση της εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών. Από το τέλος τού Ψυχρού Πολέμου, ισχυρίζεται, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αγνοήσει γεωπολιτικά ζητήματα στα οποία εμπλέκονται εδάφη και σφαίρες επιρροής και αντίθετα έχουν υιοθετήσει μια υπεραισιόδοξη έμφαση – τύπου «Πολυάννας»- στην οικοδόμηση της παγκόσμιας τάξης. Είναι, όμως, μια λανθασμένη διαίρεση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επικεντρώνονται σε ζητήματα διεθνούς τάξεως, όπως στον έλεγχο των εξοπλισμών και το εμπόριο, καθώς υποθέτουν ότι η γεωπολιτική σύγκρουση έχει εξαφανιστεί για πάντα• αναλαμβάνουν τέτοιες προσπάθειες ακριβώς επειδή θέλουν να διαχειριστούν τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Η οικοδόμηση της τάξης δεν ορίζει και το τέλος τής γεωπολιτικής, αλλά έχει να κάνει με το πώς θα απαντηθούν τα μεγάλα ερωτήματα της γεωπολιτικής.

Πράγματι, η δημιουργία μιας διεθνούς τάξης υπό την αμερικανική ηγεσία δεν ξεκίνησε με το τέλος τού Ψυχρού Πολέμου: κέρδισε τον πόλεμο. Στα σχεδόν 70 χρόνια από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ουάσινγκτον έχει αναλάβει συνεχείς προσπάθειες οικοδόμησης ενός εκτεταμένου συστήματος αποτελούμενου από πολυμερείς θεσμούς, συμμαχίες, εμπορικές συμφωνίες και πολιτικές συνεργασίες. Το σχέδιο αυτό έχει βοηθήσει να συνταχθούν χώρες στην τροχιά των Ηνωμένων Πολιτειών. Βοήθησε να ισχυροποιηθούν διεθνείς νόρμες και κανόνες που υποσκάπτουν την νομιμότητα των σφαιρών επιρροής τού 19ου αιώνα, τις προσπάθειες για περιφερειακή κυριαρχία και τις εδαφικές οικειοποιήσεις. Έτσι προσέφερε στις Ηνωμένες Πολιτείες τις δυνατότητες, τις συνεργασίες, και τις αρχές για να αντιμετωπίσουν τις σημερινές ανταγωνιστικές και ρεβιζιονιστικές δυνάμεις, όπως ακριβώς είναι. Συμμαχίες, συνεργασίες, πολυμέρεια, δημοκρατία – αυτά είναι τα όπλα τής αμερικανικής ηγεσίας, και προς το παρόν κερδίζουν και δεν χάνουν τη μάχη τού 21ου αιώνα στην γεωπολιτική και την παγκόσμια τάξη.

Ο ΕΥΓΕΝΗΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ

Το 1904, ο Άγγλος γεωγράφος Halford Mackinder έγραψε ότι η μεγάλη δύναμη που θα ελέγχει την ενδοχώρα τής Ευρασίας θα ήλεγχε και το «Παγκόσμιο Νησί» κι άρα τον ίδιο τον κόσμο. Σύμφωνα με τον Mead, η Ευρασία επέστρεψε ως το μεγάλο έπαθλο της γεωπολιτικής. Σε όλη την έκταση αυτής της υπερ-ηπείρου, διατείνεται, η Κίνα, το Ιράν και η Ρωσία αναζητούν να εγκαθιδρύσουν τις σφαίρες επιρροής τους και να προκαλέσουν τα αμερικανικά συμφέροντα προσπαθώντας, αργά αλλά ασταμάτητα, να κυριαρχήσουν στην Ευρασία κι έτσι απειλούν τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον υπόλοιπο κόσμο.

Αυτή η εικόνα παραλείπει την βαθύτερη αλήθεια. Σε γεωπολιτικά θέματα (για να μην αναφέρουμε δημογραφικά στοιχεία, πολιτικές και ιδέες), οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ένα αποφασιστικό πλεονέκτημα απέναντι στην Κίνα, το Ιράν και την Ρωσία. Μολονότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κατεβούν από την κορυφή τής ηγεμονίας που είχαν κατακτήσει κατά την διάρκεια της μονοπολικής εποχής, η δύναμή τους είναι ακόμη ασυναγώνιστη. Ο πλούτος και τα τεχνολογικά τους πλεονεκτήματα παραμένουν πολύ μακριά για την Κίνα και την Ρωσία, για να μην αναφερθούμε στο Ιράν. Η οικονομία που ανακάμπτει, ενισχυμένη από νέους τεράστιους πόρους φυσικού αερίου, επιτρέπει την διατήρηση μιας παγκόσμιας στρατιωτικής παρουσίας κι αξιοπιστίας στις δεσμεύσεις ασφαλείας.