Ένας λιτός πόλεμος | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ένας λιτός πόλεμος

Γιατί η μάχη ενάντια στην ISIS θα διεξαχθεί φθηνά
Περίληψη: 

Ο πόλεμος της κυβέρνησης Ομπάμα εναντίον τής ISIS είναι απόλυτα συνεπής με τις προηγούμενες προσπάθειές της να περιορίσει την αμερικανική παρουσία σε εμπλοκές εξωτερικής πολιτικής. Πράγματι, η στρατηγική τής Ουάσιγκτον είναι βγαλμένη κατ’ ευθείαν από το εγχειρίδιο περικοπών.

Ο PAUL K. MACDONALD είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Wellesley College.
Ο JOSEPH M. PARENT είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι.

Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, περιέγραψε μια πολύπλευρη στρατηγική που αποσκοπεί να «υποβαθμίσει, και τελικά να καταστρέψει» το Ισλαμικό Κράτος τού Ιράκ και της al-Sham (ISIS, επίσης γνωστό ως «Ισλαμικό Κράτος») απευθυνόμενος στο έθνος πριν από δύο εβδομάδες, μερικοί ερμήνευσαν την ομιλία του ως μια ρήξη με τις πολιτικές λιτότητας τής κυβέρνησής του. Γράφοντας για το Business Insider, ο δημοσιογράφος Michael Kelley χαρακτήρισε [1] την ομιλία του ως «μια ριζική αλλαγή στην εκούσια αποχώρηση της διοίκησης από την Μέση Ανατολή». Ο δημοσιογράφος Jeffrey Goldberg παρατήρησε [2] στο The Atlantic, ότι ο πρόεδρος «έχει μάθει ότι δεν υπάρχει διέξοδος» από την Μέση Ανατολή. Ο αρθρογράφος τού New Yorker, John Cassidy, κατέληξε στο συμπέρασμα [3] ότι «Ο ρεαλιστής υποχώρησε πολύ και σε σύντομο χρονικό διάστημα» σχετικά με την ανάγκη στρατιωτικής εμπλοκής. Και όπως προειδοποίησε η συντακτική ομάδα των New York Times, [4] «Ο γλιστερός κατήφορος ξεκινά».

Αυτή η νέα ομοφωνία είναι λανθασμένη. Η λιτότητα παραμένει η κατευθυντήρια αρχή τής εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και κατά πάσα πιθανότητα θα παραμείνει έτσι όσο η χώρα αντιμετωπίζει περιοριστικές πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα σχετικά με το πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διεξάγουν την εκστρατεία κατά της ISIS, τα λόγια τού Ομπάμα είναι συνεπή με τις προηγούμενες προσπάθειές του να περιορίσει την αμερικανική παρουσία σε εμπλοκές τής εξωτερικής πολιτικής. Πιο σημαντικό, οι συνταγές του βγαίνουν κατ’ ευθείαν από το εγχειρίδιο περικοπών. Από στρατιωτικής πλευράς, η έμφαση είναι στις διευρυμένες αεροπορικές επιδρομές και σε αποστολές αναγνώρισης και συλλογής πληροφοριών, σε συνδυασμό με την αύξηση των προσπαθειών για παροχή συμβουλών και βοήθειας στις ιρακινές δυνάμεις ασφαλείας. Από την διπλωματική πλευρά, η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει μια παράλληλη προσπάθεια για την οικοδόμηση μιας περιφερειακής συμμαχίας, η οποία θα περιορίσει την ροή μαχητών και χρημάτων για την ISIS. Πρότεινε επίσης πρόσθετη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια σε περιφερειακούς πληρεξούσιους, συμπεριλαμβανομένων των Κούρδων πεσμεργκά και των μετριοπαθών ανταρτών τής Συρίας.

Με άλλα λόγια, ο Ομπάμα στηρίζεται στα ίδια μέτρα που έχουν επί αιώνες χρησιμοποιήσει τα υπό λιτότητα κράτη για να αντιμετωπίσουν θερμά επεισόδια - μέτρα που δίνουν έμφαση στην λιτότητα και την ευελιξία. Ο πρόεδρος έχει περιγράψει μια μικρή αντιτρομοκρατική εκστρατεία με ελαφρύ στρατιωτικό αποτύπωμα και μεγαλύτερη εξάρτηση από τους περιφερειακούς εταίρους. Καμία από αυτές τις αποστολές δεν απαιτεί μια εκτεταμένη δέσμευση αμερικανικών στρατευμάτων: Η παρούσα πρόταση θα φέρει τον συνολικό αριθμό των ανδρών σε υπηρεσία σε περίπου στα 1.600 άτομα. Η προτεινόμενη στρατηγική του βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με την πιο φιλόδοξη προσπάθεια οικοδόμησης κράτους στο Αφγανιστάν ή τις πρόσφατες -εντάσεως ανθρώπινου δυναμικού- εκστρατείες αντεξέγερσης στο Ιράκ. Για όλα αυτά υπάρχει σοβαρός λόγος: Η ISIS δεν έχει ακόμα αποδείξει ότι απειλεί αμερικανικά ζωτικά συμφέροντα.

Αυτά για το παρόν - τι θα γίνει στο μέλλον; Οι κρίσεις κλιμακώνονται, οι αποστολές σέρνονται: Μήπως και αυτή κάνει το ίδιο; Το ευρύτερο πλαίσιο παραπέμπει στο «όχι». Πρώτον, το κοινό δείχνει λίγη όρεξη για μια παρατεταμένη και δαπανηρή σύγκρουση. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι η αμερικανική κοινή γνώμη ευνοεί μια πιο δυναμική απάντηση στην ISIS. Για παράδειγμα, μια πανεθνική δημοσκόπηση από το ABC News και την Washington Post δείχνει [5] ότι το 91% του κοινού βλέπει την ISIS ως «σοβαρή απειλή», ενώ το 71% υποστηρίζει τις αεροπορικές επιδρομές εναντίον των σουνιτών ανταρτών στο Ιράκ. Ωστόσο, η δημόσια στήριξη για μια ευρύτερη εκστρατεία παραμένει υποτονική. Μια δημοσκόπηση του CNN δείχνει [6] ότι το 6% του κοινού αντιτάσσεται σε μια κλιμάκωση του πολέμου που θα συμπεριλάβει αμερικανικές χερσαίες δυνάμεις.

Γενικότερα, η δημόσια υποστήριξη παραμένει ρηχή. Μια δημοσκόπηση από το NBC και την Wall Street Journal, για παράδειγμα, δείχνει [7] ότι το 27% του κοινού πιστεύει πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να είναι «πιο ενεργές» στις παγκόσμιες υποθέσεις, μια αύξηση οκτώ ποσοστιαίων μονάδων από τον Απρίλιο. Ωστόσο, ο αριθμός αυτός εξακολουθεί να επισκιάζεται από το 40% που πιστεύει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να είναι «λιγότερο ενεργές» και το 29% που πιστεύει ότι η χώρα πρέπει να συνεχίσει στο «τρέχον επίπεδο» ακτιβισμού. Το Pew Research Center βρίσκει επίσης [8] ότι μόνο το 31% των ερωτηθέντων πιστεύουν οι Ηνωμένες Πολιτείες κάνουν «πολύ λίγα» για να βοηθήσουν στην επίλυση των παγκόσμιων προβλημάτων, σε σύγκριση με το 39% που πιστεύει ότι κάνουν «πάρα πολλά». Η δημόσια διάθεση μπορεί να αλλάζει , αλλά αυτό θα περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα πριν οι Αμερικανοί είναι έτοιμοι για μια σταθερή πολιτική με φιλόδοξους στόχους. Το κοινό, όπως και ο πρόεδρος, κλίνουν προς την λιτότητα.

Φαίνεται επίσης ότι η μάχη κατά τής ISIS κατά πάσα πιθανότητα θα διεξαχθεί φθηνά. Αξιωματούχοι της Άμυνας αναφέρουν [9] ότι το κόστος των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Ιράκ αυτό το καλοκαίρι ανήλθε σε περίπου 52 εκατομμύρια δολάρια την εβδομάδα. Οι παρατηρητές τού προϋπολογισμού, όπως ο καθηγητής στο American University, Gordon Adams, εκτιμούν [10] ότι μια διευρυμένη αεροπορική εκστρατεία εναντίον τής ISIS θα μπορούσε να κοστίσει έως και 15 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Αν και δεν είναι ένα ασήμαντο ποσό, αυτό είναι μικρό σε σύγκριση με τα 59 δισ. δολάρια που ζήτησε η διοίκηση Ομπάμα για υπερπόντιες επιχειρήσεις έκτακτης ανάγκης το παρελθόν οικονομικό έτος, ήδη 20 δισ. δολάρια λιγότερο από το προηγούμενο έτος. Ο πόλεμος εναντίον τής ISIS πιθανώς θα είναι επιπλέον αυτών των δαπανών, ωστόσο εξοικονομήσεις από την ύφεση του πολέμου στο Αφγανιστάν μπορούν να συμβάλουν στην αντιστάθμιση νέων υποχρεώσεων στη Μέση Ανατολή.