Τα διλήμματα σε ΗΠΑ και Κίνα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τα διλήμματα σε ΗΠΑ και Κίνα

Η κούρσα για την πρωτοκαθεδρία στην Άπω Ανατολή

Την αναιμική ανάκαμψη των Ηνωμένων Πολιτειών μετά την μεγαλύτερη ύφεση των τελευταίων εβδομήντα ετών, την υπαρξιακή κρίση τής Ευρωζώνης και τις εκ βάθρων αναταράξεις στην Μέση Ανατολή (Τυνησία, Αίγυπτος, Λιβύη) ακολούθησαν οι εκτεταμένες πανεθνικές διαμαρτυρίες στην Τουρκία και στην Βραζιλία, τα προβλήματα της Ρωσίας, οι απεργίες και η βία στη Νότιο Αφρική, τα προβλήματα της Ινδίας με το νόμισμά της και η αυξανόμενη ακυβερνησία στην Νιγηρία, παρά την εκτόξευσή της ως η πρώτη οικονομία της Αφρικής. Όλα αυτά δημιουργούν μια επικίνδυνη οπισθοδρόμηση σε όλες αυτές τις χώρες. Αν προσθέσουμε και τις σφαγές στην Συρία, τις συγκρούσεις στην Ουκρανία και τις πράξεις βίας και αντιχριστιανισμού τής Boco Haram στην Νιγηρία και αλλού, είναι φανερό ότι καμιά χώρα ή καμιά συμμαχία δεν έχει την θέληση και την ικανότητα να ασκήσει έναν σταθερό παγκόσμιο ηγετικό ρόλο. Οι Ην. Πολιτείες δεν έχουν την διάθεση να χύσουν (κι άλλο) αίμα στην Μέση Ανατολή ούτε και να χρηματοδοτήσουν την Ευρώπη. Η δε ηγεσία τής Ευρώπης αντιμετωπίζει τεράστιες προκλήσεις. Για τους λόγους αυτούς, τα διεθνή προβλήματα είναι πολύ πιθανόν να εξελιχθούν σε κρίσεις τα επόμενα χρόνια και οι εστίες ανομίας θα πολλαπλασιάζονται και θα μεγαλώνουν.

Προς το παρόν τουλάχιστον η μόνη δύναμη που έχει επηρεασθεί λιγότερο από την γενικευμένη κρίση είναι η Κίνα. Παρά το γεγονός ότι η ανάπτυξή της περιορίζεται, η Κίνα επιδεικνύει την ικανότητα να κατευθύνει την (σχετικά) συρρικνούμενη οικονομία της και να περιορίζει τυχόν διαμαρτυρίες.

Ας θυμηθούμε μερικούς αριθμούς: Η Κίνα είναι σήμερα η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως, μεγαλύτερη από όλες τις άλλες BRICS (Brazil, Russia, India, South Africa) υπολογιζόμενες μαζί. Το 1977 αντιστοιχούσε στην Κίνα το 0,6% του παγκοσμίου εμπορίου. Το 2012 έγινε η πρώτη εμπορική δύναμη παγκοσμίως. Σύμφωνα με το National Intelligence Council των Ην. Πολιτειών, η Κίνα θα καταστεί η μεγαλύτερη οικονομία (με μέτρο την αγοραστική δύναμη) το 2022. Σήμερα, 124 χώρες θεωρούν την Κίνα ως τον μεγαλύτερό τους εμπορικό συνεταίρο, ενώ μόνο 76 τις Ην. Πολιτείες. Παρά το γεγονός ότι η δομή τού κράτους είναι κομμουνιστική και ανελεύθερη, εν τούτοις η κυβέρνηση χαίρει σχεδόν καθολικής αποδοχής επειδή με την οικονομική της πολιτική έχει αυξήσει εντυπωσιακά το βιοτικό επίπεδο εκατομμυρίων Κινέζων. Το να αναμένεται καθεστωτική αλλαγή προς το δημοκρατικότερο φαντάζει σήμερα ως ουτοπία.

Είναι κανόνας στην ιστορία τής ανθρωπότητας ότι υπάρχει ακμή και παρακμή των ηγεμονικών δυνάμεων. Από αρχαιοτάτων χρόνων βλέπουμε αυτοκρατορίες, ολιγαρχίες και δημοκρατίες να ακμάζουν, να διαφεντεύουν για κάποιο διάστημα, μεγάλο ή μικρό, τις τύχες τού κόσμου ή ενός μεγάλου τμήματός του, και μετά να παρακμάζουν και μια άλλη δύναμη να παίρνει την θέση τους.

Στην αρχαιότητα οι αλλαγές αυτές ήσαν αποτέλεσμα ηγεμονικών πολέμων. Ο πρώτος που το επεσήμανε ήταν ο Θουκυδίδης, του οποίου η δυναμική συνοψίζεται κατά τον Robert Gilpin ως εξής: Το αποτέλεσμα ενός ηγεμονικού πολέμου είναι η απαρχή ενός νέου κύκλου ανάπτυξης, προόδου και εν συνεχεία ενδεχόμενης παρακμής. Ο νόμος τής ασύμμετρης ανάπτυξης συνεχίζει να επανακατανέμει την ισχύ και έτσι να υπονομεύει την καθεστηκυία τάξη που έχει εγκαθιδρυθεί με την τελευταία ηγεμονική πάλη. Η ασυμμετρία αντικαθιστά την συμμετρία και ο κόσμος οδεύει προς ένα νέο γύρο ηγεμονικής αντιπαλότητας. Πάντοτε αυτό ίσχυε και πάντοτε αυτό θα ισχύει μέχρις ότου η ανθρωπότητα είτε θα καταστραφεί είτε θα αναπτύξει ένα αποτελεσματικό μηχανισμό ειρηνικής αλλαγής [1].

Σήμερα, ο νόμος τής ασύμμετρης ανάπτυξης αναδιανέμει ισχύ προς όφελος της Κίνας, παρ’ όλο ότι χρειάζεται αρκετός χρόνος ακόμη προτού η Κίνα πλησιάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στις κύριες παραμέτρους της ισχύος.

Ήδη, είναι οφθαλμοφανής η διάβρωση της καθεστηκυίας τάξης (status quo). Βλέπουμε την Κίνα να αναπτύσσει εκτενείς διεκδικήσεις στην Νότια και Ανατολική Σινική Θάλασσα, να προβαίνει σε μη συμβατικές πρακτικές στην Αφρική και την Λατινική Αμερική προσφέροντας στις αναπτυσσόμενες χώρες επιλογές μεταξύ των Ην. Πολιτειών και της Κίνας, και να απαιτεί περισσότερη επιρροή στους διεθνούς οργανισμούς.

Η ακριβής αντίληψη και η αποτελεσματική αντίδραση στην άνοδο της Κίνας αποτελούν μια από τις πιο σπουδαίες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην αρχή του 21ου αιώνα. Η Κίνα πάντοτε υπήρξε μια σπουδαία χώρα στο διεθνές σύστημα, λόγω της μεγάλης δυνητικής της ισχύος: αχανής έκταση, τεράστιοι πόροι και μεγάλος πληθυσμός. Η σπουδαιότητά της αυξήθηκε δραματικά από το 1978 όταν ο Deng Xiaoping έκανε στροφή προς την οικονομία τής αγοράς, πράγμα που τοποθέτησε την Κίνα σε πορεία η οποία δημιούργησε τις προϋποθέσεις γρήγορης μετατροπής τής δυνητικής της ισχύος σε πραγματική ισχύ.

Η στρατηγική τής Κίνας έχει τρεις στόχους: πρώτον, την διατήρηση της εσωτερικής ευημερίας και ανάπτυξης έναντι των διαφόρων τύπων κοινωνικής αμφισβήτησης, δεύτερον, την υπεράσπιση της εθνικής της κυριαρχίας και επικράτειας από εξωτερικές απειλές και τρίτο, να καταστεί γεωπολιτικώς μια από τις μεγάλες δυνάμεις, και ίσως η ηγεμονική δύναμη.

Εν όψει των ανωτέρω, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ο νέος γύρος τής παγκόσμιας αντιπαλότητας για ηγεμονία θα οδηγήσει σε πολεμική αντιπαράθεση ή αν είναι ελεγχόμενη με ειρηνικά μέσα. Θα εξετάσουμε σήμερα την περίπτωση της Ανατολικής Ασίας που ίσως είναι και ο προάγγελος του τι θα ακολουθήσει και στις άλλες περιοχές της υφηλίου.

Πρωτοκαθεδρία, υπεροχή ή ηγεμονία είναι το όνομα του πολιτικού παιχνιδιού στην Ασία σήμερα. Οι πλείστοι πολιτικοί αναλυτές συμφωνούν ότι η διαμάχη έχει ήδη αρχίσει. Θα καταστεί η στρατηγική αντιπαλότητα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας πιο έντονη; Ή μπορεί να τεθεί υπό έλεγχο και να οδηγηθεί σε πιο συνεργάσιμα κανάλια; Ποιά θα είναι η αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών; Ποιά της Κίνας; Είναι ένας πόλεμος για ηγεμονική αλλαγή αναπόφευκτος;
Δεν υπάρχουν βεβαίως, οριστικές απαντήσεις, αλλά θα γίνει προσπάθεια να δοθεί μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα τής σημερινής κατάστασης όπως την βλέπουν οι ειδικοί και όπως προκύπτει από την βιβλιογραφία.

Πέντε είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν τις εξελίξεις και συγκεκριμένα η υφιστάμενη κατανομή της ισχύος, τα στρατηγικά σχέδια της Κίνας, ο ρόλος τής οικονομικής αλληλεξάρτησης στην Ασία, η σχέση μεταξύ δημοκρατίας και πολιτικής νομιμότητας και ο χρόνος, για τον οποίο οι γνώμες διχάζονται, η μια άποψη να διατείνεται ότι ο χρόνος εργάζεται υπέρ τής Κίνας ενώ η δεύτερη άποψη ότι ο χρόνος εργάζεται υπέρ της συνεργασίας μεταξύ των δύο κρατών.

Αν εξετάσουμε τις συνοριακές διαφορές τής Κίνας με το Βιετνάμ και τις Φιλιππίνες στην Νότια Σινική θάλασσα (South China Sea) και την γραμμή που ακολουθεί η Κίνα στην αντιπαλότητά της με την Ιαπωνία στις Νήσους Senkaku/Diaoyu θα διαπιστώσουμε ότι η πλειοψηφία των σινολόγων που ασχολούνται με το θέμα πιστεύει ότι το ναυτικό τής Κίνας είναι καιροσκοπικό, προκλητικό και επιθετικό.

Σε περίπτωση εχθροπραξιών μεταξύ Βιετνάμ/Φιλιππίνων και Κίνας για διεκδικήσεις στη Νότια Σινική Θάλασσα, δημιουργείται ένα στρατηγικό δίλημμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι δυνατόν να μην προσέλθουν ως αρωγός ενός συμμάχου; Αν δε χρησιμοποιήσουν στρατιωτική βία το αποτέλεσμα δεν θα ήταν πόλεμος με την Κίνα; Το θέμα, βέβαια, δεν είναι για την στρατηγική ή οικονομική αξία των βραχονησίδων αλλά για την αξιοπιστία των εμπλεκομένων δυνάμεων. Οι σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών θα αρχίσουν να αμφισβητούν την αξιοπιστία των ΗΠΑ αν αποφύγουν να βοηθήσουν τις Φιλιππίνες. Την ίδια στιγμή το γόητρο της Κίνας ως μεγάλης δύναμης και οι φιλοδοξίες της να γίνει αποδεκτή ως η ηγεμονική δύναμη της Ασίας, θα υποστούν βαρύ πλήγμα αν το Πεκίνο υποχωρήσει σε περίπτωση στρατιωτικής εμπλοκής με τις Ην. Πολιτείες.

Οι ναυτικές αυτές διαφορές, μαζί με το πυρηνικό πρόγραμμα της Β. Κορέας είναι τα πιο σοβαρά σημεία τριβής στο στρατηγικό στερέωμα της Ασίας και πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο μιας αντιπαράθεσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και μιας ανερχόμενης Κίνας με ηγεμονικές προθέσεις. Η χρήση βίας από την Κίνα κατά του Βιετνάμ το 1974 και 1988 για να εξασφαλίσει τον έλεγχο αμφισβητούμενων νήσων στο Paracels και Spratlys ήταν αναμφιβόλως καιροσκοπική, αλλά δεν εθεωρήθη ότι ήταν δυνατόν να επηρεάσει την ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολική Ασία. Σήμερα, μια προσπάθεια της Κίνας να κάνει χρήση βίας για την διευθέτηση υφιστάμενων ναυτικών διαφορών στην Ανατολική Ασία θεωρείται αυτομάτως ως επίδειξη ισχύος όχι μόνο μεταξύ των εμπλεκομένων, αλλά επίσης και μεταξύ της Κίνας και των ΗΠΑ. Αυτό συμβαίνει διότι η Κίνα είναι η χώρα που είναι ικανή να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία των Ηνωμένων. Πολιτειών στην Ανατολική Ασία, και η αμφισβήτηση θα είναι απροκάλυπτη αν η Κίνα χρησιμοποιήσει βία εναντίον συμμάχου των ΗΠΑ. Τόσο η Κίνα όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έχουν μεγάλη δυσκολία να υποχωρήσουν λόγω των αρνητικών εντυπώσεων για το γόητρο και την θέση τους στην περιοχή. Το στρατηγικό αυτό επιστέγασμα είναι βασικό στην ανάλυση των διαφορών στην Ανατολική Σινική Θάλασσα.

Από τις δύο υφιστάμενες ναυτικές διαφορές αυτή τής Ανατολικής Σινικής Θάλασσας (Senkaku / Diaoyu) είναι η πλέον επικίνδυνη. Μια ανερχόμενη Κίνα που δεν ξεχνά το παρελθόν, μια Ιαπωνία που αγνοεί την συμπεριφορά της στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ο επικίνδυνος εθνικισμός που υποβόσκει και στις δύο χώρες δυσκολεύουν κατά πολύ τα δύο μέρη να συμβιβάσουν τις διαφορές τους και να απομακρυνθούν από την άβυσσο. Το γεγονός ότι η Κίνα διαθέτει ανώτερες στρατιωτικές δυνάμεις από τις χώρες τής Νοτιοανατολικής Ασίας όπως οι Φιλιππίνες και το Βιετνάμ ευκολύνει την Κίνα να υιοθετήσει βήματα συμβιβασμού εφ’ όσον το επιθυμήσει. Υπάρχει επίσης η δυνατότητα το Association of Southeast Asian Nations (ASEAN) να παίξει ρόλο μεσολαβητή σε περίπτωση κρίσεων. Παρόμοιος μηχανισμός, όμως, δεν υφίσταται για την Βορειοανατολική Ασία. Η απουσία των μηχανισμών αυτών δυσκολεύει την συζήτηση, την διαπραγμάτευση και την εξεύρεση συνταγής αξιοπρεπούς υποχώρησης στην περίπτωση που δημιουργείται κρίση.

Εάν η ασύμμετρη ανάπτυξη των στρατιωτικών επιλογών τής Κίνας δυσκολεύει τις Ην. Πολιτείες να διατηρήσουν την υπεροχή τους στον Δυτικό Ειρηνικό, η νέα οικονομία της Ασίας δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερους στρατηγικούς πονοκεφάλους για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όσο η Κίνα αντικαθιστά τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ο υπ’ αριθμόν ένα εμπορικός συνεταίρος σχεδόν όλων των ασιατικών κρατών, είναι πολύ φυσικό τα τελευταία να υφίστανται δυνατές πιέσεις να μεταφέρουν τις στρατηγικές τους επιλογές από τις Ην. Πολιτείες στην Κίνα. Ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών ως ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός τής Ασίας δεν είναι πλέον δεδομένος. Η παράμετρος αυτή, δηλ. ο κρίκος μεταξύ οικονομικών και στρατηγικών ευθυγραμμίσεων είναι μια διάσταση που συχνά αγνοείται.

Η δύναμη ενός κράτους έχει πολλές εκφάνσεις αλλά η ιστορία διδάσκει ότι προέρχεται από μια βασική πηγή, την οικονομία. Επακόλουθο είναι ότι η οικονομική ανάπτυξη της Κίνας έχει ευθέως αυξήσει την πολιτική και διπλωματική επιρροή της. Το άνοιγμα της οικονομίας της την έχει καταστήσει στην Ασία και όχι μόνο, τον πιο σπουδαίο οικονομικό εταίρο και το αυξανόμενο εμπόριο με την Κίνα, ή η οικονομική βοήθεια από την Κίνα είναι κομβικά σημεία για το μέλλον των χωρών αυτών. Αυτό υποχρεώνει πολλές χώρες να είναι ευαίσθητες στα ενδιαφέροντα της Κίνας. Ας πάρουμε το παράδειγμα της Αυστραλίας. Η Κίνα δεν είναι μόνο ο μεγαλύτερος εμπορικός της εταίρος, αλλά θεωρείται και η ατμομηχανή για την μελλοντική της ανάπτυξη. Το συμπέρασμα είναι ότι η Αυστραλία επενδύει στις καλές της σχέσεις με την Κίνα. Εν όψει των ανωτέρω, η Αυστραλία, όπως και πολλές άλλες χώρες, γνωρίζει ότι για να προστατεύσει τα εμπορικά της συμφέροντα πρέπει να επιδεικνύει σεβασμό στις ευαισθησίες τής Κίνας.

Η συμβατική ανάλυση θέλει το εμπόριο και την οικονομική σύμπραξη να υπερέχουν των πολιτικών επιδιώξεων και των αναγκών των μεγάλων δυνάμεων. Όμως, στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας (όπως και γενικώς σε ανάλογες περιπτώσεις στο παρελθόν) πιστεύεται ότι οι στρατηγικές και πολιτικές επιδιώξεις έχουν προτεραιότητα έναντι της οικονομικής αλληλεξάρτησης.

Η κλασσική ανάλυση που αναφέρεται πιο πάνω ταιριάζει απολύτως στα δευτερεύουσας τάξης κράτη τής Ασίας. Για τις χώρες αυτές η οικονομία οδηγεί την πολιτική. Όλες οι ασιατικές χώρες, και όχι μόνο, επιθυμούν να ανεβάσουν το επίπεδο ζωής των πολιτών τους και με τον τρόπο αυτό να αυξήσουν την πολιτική τους νομιμότητα. Όποια χώρα είναι σε πλεονεκτικότερη θέση να βοηθήσει την Ασία να αναπτυχθεί οικονομικά θα αποκομίσει πολιτικο-στρατηγικά οφέλη. Τον Απρίλιο του 2013, ο πρωθυπουργός τής Σιγκαπούρης, Lee Ksien Loong, ανέπτυξε την λογική αυτή σε Αμερικανούς επιχειρηματίες λέγοντας «Στην Ασία το εμπόριο είναι στρατηγική. Μια πιο ενεργή εμπορική παρουσία θα βοηθήσει τις Ην. Πολιτείες οικονομικά και στρατηγικά» [2].

Η προσέγγιση αυτή εξηγεί την πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών να ιδρύσει τον νέο οργανισμό εμπορίου με την επωνυμία «Trans-Pacific Στρατηγική Οικονομική Εταιρική Σχέση» (Trans-Pacific Partnership – “TPP”) για να επαναφέρει την οικονομική της παρουσία στο προσκήνιο και να αντιδράσει στην οικονομική άνοδο της Κίνας στην Ασία. Όπως έχει γραφεί [3] η δημιουργία τού ΤΡΡ είναι μια προσπάθεια των Ην. Πολιτειών να περιορίσουν την Κίνα οικονομικά με το να υψώσουν τον πήχη στο επίπεδο των κανονισμών που πρέπει να διέπουν το εμπόριο. Πιστεύεται ότι το ΤΡΡ είναι ίσως λίγο, καθυστερημένο και εξαιρεί πολλές χώρες. Μια εμπορική συμφωνία που δεν περιλαμβάνει σήμερα την Κίνα και την Ινδία είναι εκτός πραγματικότητας. Επίσης, οι προσπάθειες των ΗΠΑ να δομήσουν τους κανόνες υπέρ των αμερικανικών βιομηχανιών έχουν επιβραδύνει την πρόοδο της συνθήκης.

Ποιες είναι οι εναλλακτικές λύσεις για τις Ηνωμένες Πολιτείες; Πρώτον, να αντιδράσουν στην πρόκληση της Κίνας και να προσπαθήσουν να διατηρήσουν το status quo στην Ασία. Δεύτερο, να υποχωρήσουν από την δεσπόζουσα θέση τους στην περιοχή και να αφήσουν την Ασία στην Κίνα. Τρίτον, να παραμείνουν στην Ασία πάνω σε νέα βάση, επιτρέποντας στην Κίνα να έχει πιο ουσιαστικό ρόλο, ενώ συγχρόνως να διατηρούν μια δυναμική παρουσία στην περιοχή. Η τρίτη λύση είναι, βεβαίως, και η πλέον σώφρων για την ειρήνη και σταθερότητα της περιοχής.

Η επικρατούσα πολιτική άποψη στις Ην. Πολιτείες διαχρονικά είναι ότι ζωτικό συμφέρον των Ην. Πολιτειών είναι να εμποδίσουν μια εχθρική δύναμη από το να κυριαρχήσει σε κάποια από τις κύριες περιοχές του πλανήτη [4]. Στην περίπτωση δε της Ασίας υπάρχει πάντοτε η απειλή ότι ένας εχθρικός ηγεμόνας πιθανόν να εκμεταλλευθεί τον πλούτο και την στρατιωτική ισχύ τής περιοχής και να την χρησιμοποιήσει ως ασφαλή βάση για να αμφισβητήσει τα αμερικανικά συμφέροντα, ακόμη και να επιτεθεί στις Ην. Πολιτείες.

Η πιο ρεαλιστική άποψη, πάντως, φαίνεται να είναι ότι η πρωτοκαθεδρία δεν είναι βιώσιμη ή σοφή επιλογή για τις Ην. Πολιτείες. Σύμφωνα με αυτήν, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να παραμείνουν στην Ασία «επί νέας βάσεως», δηλαδή να μοιρασθούν την εξουσία και να συμπορευθούν με την Κίνα. Με τον τρόπο αυτό θα αποφευχθεί ή θα περιορισθεί μια στρατιωτική αντιπαλότητα.
Η αντίθετη άποψη είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει πάση θυσία να διατηρήσουν την υπεροχή τους για τον λόγο ότι η αμερικανική πρωτοκαθεδρία διατήρησε την ειρήνη στην περιοχή, καθώς επίσης επειδή τυχόν υποχώρηση θυμίζει κατευνασμό που ενδεχομένως θα ανοίξει την όρεξη στην Κίνα, κάτι που η ιστορία διδάσκει ότι μπορεί να οδηγήσει σε πολύ ολισθηρό μονοπάτι.

Κατά τον Machiavelli, η ασφάλεια μπορεί να διατηρηθεί μόνο με συνετές ενέργειες και η προστασία έναντι πιθανών αλλαγών στην διεθνή στρατηγική δομή είναι πάντοτε η προληπτική κατάληψη.
Αρκετοί θιασώτες τής ρεαλιστικής σχολής πιστεύουν ότι εφ’ όσον η άνοδος της Κίνας είναι αναπόφευκτη δεν υπάρχει στρατηγική εναλλακτική διέξοδος για να αναχαιτισθεί παρά μόνο ο προληπτικός πόλεμος. Όπως γράφει ο Machiavelli, η Ρώμη υποχρεώθηκε να κυριεύσει την Ελλάδα για να προκαταλάβει τον Αντίοχο της Συρίας από το να την κατακτήσει. Ούτε η Ελλάδα ούτε η Συρία απειλούσαν την ασφάλεια της Ρώμης βραχυπρόθεσμα αλλά, όπως γράφει ο Machiavelli [5], «οι Ρωμαίοι βλέποντας ότι μακροπρόθεσμα θα υπάρξουν δυσκολίες, πάντοτε έβρισκαν λύσεις και ποτέ δεν επέτρεπαν να συνεχίζονται οι εκκρεμότητες ούτως ώστε να αποφευχθεί ένας πόλεμος, επειδή επίστευαν ότι ο πόλεμος που αναβάλλεται είναι προς όφελος των άλλων».

Οι πραγματικότητες μέχρι σήμερα δείχνουν ότι, όσον αφορά την διανομή ισχύος, οι Ην. Πολιτείες υπερέχουν, επομένως το ερώτημα είναι ποιος ο λόγος να υποχωρήσουν. Πολλοί αναλυτές πιστεύουν ότι η ηγεμονική δύναμη θα υποχωρήσει μόνο αν υποχρεωθεί να το πράξει, ίσως με πόλεμο [6].

Ελέχθη επίσης ότι μια σύμπραξη των τεσσάρων δυνάμεων (δηλαδή των Ην. Πολιτειών, Κίνας, Ιαπωνίας και Ινδίας) θα ήταν δύσκολο να μην την αποδεχθεί η Κίνα. Εν τούτοις ο φόβος ότι οι τρεις δημοκρατίες θα συντάσσονται εναντίον τής Κίνας είναι δυνατόν να αποδειχθεί καθοριστικός και πιθανότατα θα δώσει την εντύπωση ότι ενισχύει, όχι ότι αποδυναμώνει, την δύναμη των Ην. Πολιτειών.

Στο σημείο αυτό πρέπει να θυμηθούμε το διάσημο αξίωμα του Deng Xiao Ping στους συνεργάτες του: «να κρύβουμε τις ικανότητές μας και να περιμένουμε να έλθει η ώρα μας». Από το 1980 μπορούμε να συνοψίσουμε την κινεζική στρατηγική σε τρία αξιώματα: «να αποφεύγονται οι αντιπαραθέσεις», «να αναπτύσσονται οι δυνάμεις τού Έθνους» και «να προχωρούμε σταδιακά».

Αναμφίβολα η Κίνα «ενδιαφέρεται» να καταστεί η ηγεμονική δύναμη, όχι μόνο της Ασίας αλλά εν καιρώ «όλων υπό τον ουρανό», δηλαδή της υφηλίου. Βεβαίως, η στιγμή αυτή θ’ αργήσει να έλθει αλλά πολλοί πιστεύουν ότι η Κίνα ήδη προετοιμάζεται γι’ αυτό.

Το Jane’s, η έκδοση με το μεγαλύτερο κύρος στον τομέα τής Άμυνας παγκοσμίως, υπολογίζει ότι το 2015 ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός θα διπλασιάσει τις δαπάνες του στα 238 δισ. δολάρια, υπερκεράζοντας ενωμένους τους οκτώ μεγαλύτερους στρατούς του ΝΑΤΟ (πλην των Ηνωμένων Πολιτειών). Το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών προβλέπει ότι οι αμυντικές δαπάνες τής Κίνας πιθανόν να ξεπεράσουν τις αντίστοιχες δαπάνες των Ηνωμένων Πολιτειών το 2025.
Το στρατιωτικό ισοζύγιο δυνάμεων παραμένει προς το παρόν προς όφελος των Ην. Πολιτειών. Εν τούτοις η υιοθέτηση από την Κίνα ασύμμετρων στρατηγικών, διαβρώνουν τα πλεονεκτήματα της στρατιωτικής υπεροχής των Ην. Πολιτειών.

Στο οικονομικό πεδίο, η Κίνα, όπως ελέχθη πιο πάνω, ετοιμάζεται να ξεπεράσει τις Ην. Πολιτείες και να καταστεί η μεγαλύτερη οικονομία τής υφηλίου, υπολογιζόμενη βάσει των δεικτών αγοραστικής δύναμης. Εν όψει τούτου, η Κίνα φιλοδοξεί και εργάζεται προς την κατεύθυνση ώστε να καταστεί ο περιφερειακός ηγεμών.

Ήδη η οικονομική, τεχνολογική και βιομηχανική δραστηριότητα επιτρέπουν στην Κίνα, κυρίως σε περιόδους ειρήνης ή όπου υπάρχουν περιορισμένες αψιμαχίες με γείτονες όπως με το Βιετνάμ, να επιφέρει αλλαγές στο status quo και να υπονομεύσει την λειτουργία των θαλασσίων και εναέριων οδών που δεν ανήκουν σε κανέναν αλλά χρησιμοποιούνται από όλα τα κράτη για την διεξαγωγή τού εμπορίου. Η υπονόμευση αυτή της διεθνούς πρακτικής θα ενθαρρύνει την χρήση ή την απειλή χρήσης βίας σε περισσότερες περιοχές όπου υφίστανται διαφορές (όρα Αιγαίο).

Αναλυτές επισημαίνουν πέντε παράγοντες που συνηγορούν υπέρ της συνεργασίας μεταξύ των Ην. Πολιτειών και της Κίνας και δύο παράγοντες που τις απωθούν. Οι πρώτοι παράγοντες είναι (α) ο αμερικανο-κινεζικός οικονομικός εναγκαλισμός, (β) η πρόοδος της Κίνας προς την δημοκρατία, (γ) η ανάμιξη της Κίνας σε διεθνείς οργανισμούς, (δ) η αντιμετώπιση κοινών απειλών και προκλήσεων και (ε) η ύπαρξη πυρηνικών όπλων. Τρεις από τους πέντε παράγοντες που συνηγορούν υπέρ της συνεργασίας είναι πιο σοβαροί, δηλαδή η οικονομική αλληλεξάρτηση, τα πυρηνικά όπλα και η ανάμιξη της Κίνας σε διεθνείς οργανισμούς. Οι υπόλοιποι, δηλαδή η πρόοδος της Κίνας προς την δημοκρατία και η αντιμετώπιση κοινών απειλών είναι ακόμη πολύ νωρίς για να επηρεάσουν την εξίσωση. Οι δύο παράγοντες που αντιθέτως οδηγούν στην αντιπαλότητα και την σύγκρουση είναι (α) η ολοένα μειούμενη διαφορά στην εθνική ισχύ και (β) οι συνεχιζόμενες βαθιές διαφορές στην ιδεολογία των δύο δυνάμεων καθώς και στις πολιτικές τους δομές. Κατά τους αναλυτές οι δύο παράγοντες που συνηγορούν υπέρ τής αντιπαλότητας είναι πιο βαθιά ριζωμένοι και υπερτερούν έναντι των παραγόντων που συνηγορούν υπέρ τής συνεργασίας.

Η ανάλυση αποκαλύπτει την σπουδαιότητα της σημασίας τής «δημοκρατικής νομιμοποίησης» και της «οικονομικής αλληλεξάρτησης» στους παράγοντες που διέπουν την αντιμετώπιση της ειρηνικής αλλαγής.

Τα πλείστα κράτη τής Άπω Ανατολής δεν αμφισβητούν την νομιμότητα της κινεζικής κυβέρνησης, επομένως μια συνεργασία μεταξύ των Ην. Πολιτειών και Κίνας φαντάζει αναγκαία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως η απερχόμενη ηγεμονική δύναμη, πρέπει να έχουν την διορατικότητα και την σοφία να επιτρέψουν στην Κίνα την επιπλέον πολιτική επιρροή που επιζητεί. Ανάγκα και θεοί πείθονται.
Την εποχή του Ψυχρού Πολέμου όλοι οι υπολογίσιμοι παράγοντες των χωρών τής Ασίας, πλην της Ινδοκίνας, δηλαδή η ιδεολογία, οι οικονομικές ευκαιρίες και η στρατιωτική ασφάλεια, συνηγορούσαν στο να συμμαχήσουν με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμερα, η Κίνα έχει παύσει να είναι «ο άλλος» για τους πλείστους Ασιάτες, ο σοσιαλισμός τής Κίνας είναι πλέον «καπιταλιστικός», όπως επίσης και το πολιτικό της σύστημα είναι πλέον αποδεκτό, δεδομένων των συστημάτων διακυβέρνησης που ισχύουν στην Άπω Ανατολή. Μόνο στο πεδίο τής ασφάλειας η Κίνα θεωρείται επικίνδυνη από μερικές χώρες όπως η Ιαπωνία, το Βιετνάμ και οι Φιλιππίνες, λόγω του ότι οι χώρες αυτές έχουν σοβαρές ναυτικές διαφορές μαζί της.

Η υπόλοιπη Ασία έχει λιγότερες ανησυχίες. Η στρατηγική τής πολιτικής αυτής μπορεί να περιγραφεί ως «τα έχω καλά και με τους δύο» με την ελπίδα ότι δεν θα υποχρεωθούν να επιλέξουν μεταξύ των δύο. Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, είχαν συμπαραταχθεί με τις Ην. Πολιτείες, κυρίως διότι η Κίνα ήταν μια κομμουνιστική χώρα και βοηθούσε τα κομμουνιστικά αντικαθεστωτικά κινήματα των χωρών τους. Σήμερα, είναι πολύ δύσκολο για τις Ηνωμένες Πολιτείες να δημιουργήσουν μια σοβαρή συμμαχία με ασιατικές χώρες για να ελεγχθεί η ισχύς τής Κίνας. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να μοιρασθούν την ισχύ τους με την Κίνα.

Βεβαίως, οι πλείστες χώρες τής Ασίας δεν θέλουν η Κίνα να αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως η ηγεμονική δύναμη – το ιδεώδες θα ήταν να μην ηγεμονεύει καμία από τις δύο – η λύση αυτή πιστεύεται από πολλούς ότι είναι η προσφορότερη για την διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας. Εν τούτοις, αναλυτές δίνουν λιγότερες πιθανότητες ότι η λύση αυτή θα υιοθετηθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η φυσική ροή των πραγμάτων είναι ότι η Κίνα θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμό 6% – 8% ετησίως για την επόμενη εικοσαετία και τότε η Κίνα θα είναι σε θέση να διαδραματίσει τον ρόλο των Ην. Πολιτειών μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο στην Ασία όσο και παγκοσμίως. Αυτό προϋποθέτει ότι θα υπάρχει μια «φυσιολογική εξέλιξη» των πραγμάτων και δεν θα δημιουργηθεί μια κατάσταση όπου η Κίνα θα υποχρεωθεί να ενεργήσει πρόωρα, όπως π.χ. στην περίπτωση της Ταϊβάν. Αν δεν εξωθηθούν τα πράγματα στα άκρα από την μια ή την άλλη πλευρά, πιστεύεται ότι στο μέλλον η ισχύς της Κίνας θα είναι τόσο μεγάλη που πολύ δύσκολα θα είναι σε θέση η κυβέρνηση της Ταϊβάν να αντισταθεί στην ενοποίηση, είτε ειρηνική είτε όχι. Η Ταϊβάν είναι το μέρος που δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει. Από τις αρχές τής δεκαετίας τού 1990 όταν οι ηγέτες τής Ταϊβάν άρχισαν να μιλούν για ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, τόσο η Κίνα όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες την απέτρεψαν από την γραμμή αυτή. Και οι δύο χώρες προτιμούν να μετατεθεί το θέμα στο απώτερο μέλλον. Ο Μάο μετέφερε στον Κίσινγκερ το 1973 την θέση τής Κίνας πάνω στο θέμα αυτό: Η Κίνα δεν βιάζεται να φέρει την Ταϊβάν πίσω στο μαντρί, αυτό μπορεί να γίνει «μετά από εκατό χρόνια» [7]. Εάν η Ταϊβάν εξωθήσει τα πράγματα και ανακηρύξει την ανεξαρτησία της, τότε η Κίνα θα υποχρεωθεί να επέμβει και το ίδιο θα πράξουν και οι Ην. Πολιτείες αν θέλουν να διατηρήσουν το γόητρό τους.

Τα βασικά συστατικά μιας ρεαλιστικής σχέσης με την Κίνα πρέπει να περιλαμβάνουν τρεις συνδεδεμένες ενότητες ή αντικείμενα πολιτικής: (1) η επιδίωξη, όπου είναι εφικτή, των ευκαιριών συνεργασίας, η ανάπτυξη πιο ισχυρών δεσμών αμοιβαίας εμπιστοσύνης καθώς και πιο ξεκάθαρων πολιτικών ανταποδοτικότητας, μεγαλύτερη αφομοίωση στο διεθνές σύστημα, βαθύτερη διερεύνηση των κλάδων συνεργασίας και η ενθάρρυνση της Κίνας να προχωρήσει σε ένα πιο δημοκρατικό τύπο κυβέρνησης, (2) η αποθάρρυνση ή, σε τελική ανάλυση, η αποτροπή τής ανάπτυξης από την Κίνα τεχνολογίας που θα μπορούσε να απειλήσει τα βασικά συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας των Ην. Πολιτειών στην Ασία και όχι μόνο, και (3) η συνεχής ετοιμότητα, αν υπάρξει ανάγκη, να ανταποκριθούν δια της διπλωματικής οδού, των οικονομικών σχέσεων και της στρατιωτικής τους δυνάμεως απέναντι στην συμπεριφορά μιας πιο επιθετικής και πιεστικής Κίνας με αυξημένες ικανότητες σε μία γκάμα θεμάτων – πολιτικών, στρατηγικών και οικονομικών.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

[1] Robert Gilpin: War and Change in World Politics (1981)
[2] Straits Times, April 4, 2013
[3] Financial Times 31.3.2013
[4] Robert Ellsworth, Andrew Goodpaster, Rita Hanser: America’s National Interests: A Report from the Commission on America’s National Interests, 1996. Το ίδιο έκδοση 2000.
[5] Machiavelli, XII, XIII
[6] John Mearsheimer: The Gathering Storm: China’s Challenge to U.S. Power in Asia – Chinese Journal of International Politics Vol. 3, No. 4 (2010); Joseph Nye Jr: The Future of Power (“2011”).
[7] Henry Kissinger: On China (Allen Lane, 2011).

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr