Ένα χαλιφάτο υπό προϋποθέσεις | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ένα χαλιφάτο υπό προϋποθέσεις

Η βραχύβια υποστήριξη του Μαχάτμα Γκάντι προς ένα Ισλαμικό Κράτος
Περίληψη: 

Πολύ πριν το ISIS κηρύξει ένα χαλιφάτο στο Ιράκ και στην Συρία, ο Μαχάτμα Γκάντι υποστήριξε τους Ινδούς Μουσουλμάνους στο κίνημά τους για το χαλιφάτο.

Ο M. J. AKBAR είναι ο εθνικός εκπρόσωπος του κυβερνώντος κόμματος της Ινδίας Bharatiya Janata (BJP). Έχει μια μακρά καριέρα ως συγγραφέας, επιμελητής και αρθρογράφος. Στα βιβλία του περιλαμβάνονται το The Shade of Swords: Jihad and the Conflict Between Islam και το Christianity and Tinderbox: The Past and Future of Pakistan.

Χαμένο μέσα στον αχό για την πρόσφατη ανακήρυξη ενός χαλιφάτου στο Ιράκ και την Συρία από το Ισλαμικό Κράτος τού Ιράκ και της αλ-Σαμ (ISIS) είναι το γεγονός ότι ο Μαχάτμα Γκάντι ήταν ο πρώτος σύγχρονος ηγέτης που αξίωσε ένα χαλιφάτο για τους Μουσουλμάνους. Το 1919, αποφασισμένος να ενώσει τους Ινδουιστές και τους Μουσουλμάνους για να αμφισβητήσει την βρετανική κυριαρχία, ο Γκάντι συμμάχησε με μια σειρά από Μουσουλμάνους ηγέτες -από κληρικούς μέχρι πτυχιούχους του Oxbridge, μέχρι ποιητές και επιχειρηματίες- σε μια κίνηση που εύστοχα ονομάστηκε Khilafat ή Χαλιφάτο.

Ο Γκάντι στην πραγματικότητα δεν πίστευε σε ένα χαλιφάτο. Η υποστήριξή του ήταν τακτικισμός. Προσέγγισε τους Ινδούς μουσουλμάνους σε μια στιγμή που ήταν ευάλωτοι. Αγωνίζονταν με αβεβαιότητα για την τύχη τους μετά την κατάρρευση της δυναστείας των Mughal το 1857, καθώς και με την απελπισία που ένιωθαν μετά την πτώση τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα τέλη τού Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Το οθωμανικό χαλιφάτο υπήρξε το τελευταίο σύμβολο της ισλαμικής δύναμης, και μετά την ήττα του, όλα τα μουσουλμανικά εδάφη αποτελούσαν είτε ευρωπαϊκές αποικίες είτε τελούσαν υπό κατοχή. Ακόμη και οι ιερές πόλεις τής Μέκκα και της Μεδίνα, είχαν χαθεί. Ως εκ τούτου, για τους Ινδούς Μουσουλμάνους, το χαλιφάτο έγινε ένα ιδανικό, πιο ισχυρό στην μνήμη από όσο ήταν ποτέ στην πραγματικότητα. Ένας πένθιμος θρήνος -«Το Ισλάμ κινδυνεύει!»- μετατράπηκε σε μια ισχυρή πολεμική κραυγή.

Ο Γκάντι, ένας αφοσιωμένος Ινδουιστής, υποστήριζε σταθερά ότι η πολιτική χωρίς την θρησκεία ήταν ανήθικη. Δεν έβλεπε τίποτα λάθος στις συναισθηματικά φορτισμένες εκφράσεις πίστης των Μουσουλμάνων ως όχημα διαμαρτυρίας. Ωστόσο, ανάγκασε τους Μουσουλμάνους ηγέτες να δεχθούν δύο όρους σε αντάλλαγμα για την πίστη του: Την μη βία και το αδιαμφισβήτητο κύρος του ως «δικτάτορα» του όλου κινήματος για την ανεξαρτησία. (Εκείνη την εποχή, ο όρος «δικτάτορας» εξακολουθούσε να συνδέεται με την αρχική του έννοια, δηλαδή της υπαγόρευσης, της καθοδήγησης). Ο Γκάντι ήταν διαβόητος για το ότι έπαιρνε εντολές από μια μόνο πηγή: Την συνείδησή του. Το κίνημα Khilafat τής Ινδίας, το οποίο συμπεριελήφθη στην εκστρατεία τού Γκάντι για την μη-συνεργασία, έγινε έτσι η μόνη τζιχάντ στην ιστορία που ήταν και μη βίαιη και καθοδηγείτο από έναν «άπιστο».

Αλλά καθώς ο ρυθμός των μαζικών κινητοποιήσεων επιταχύνθηκε, τα πάθη αυξήθηκαν. Η βία μπήκε στην μουσουλμανική ρητορική και, τελικά, στην πρακτική. Το 1921, στην κορύφωση του κινήματος του Γκάντι, στο οποίο εμπλέκοντο μη βίαιες μορφές πολιτικής ανυπακοής εναντίον τής βρετανικής Raj [διακυβέρνησης], μια αδίστακτη ομάδα Μουσουλμάνων προσπάθησε να ιδρύσει ένα μικρό χαλιφάτο στην νότια Ινδία. Σκότωσαν ή αλλαξοπίστησαν βίαια εκατοντάδες Ινδουιστών. Οι Βρετανοί κατέπνιξαν την εξέγερση, αλλά το κόστος ήταν υψηλό: Σκοτώθηκαν 2.337 ισλαμιστές αντάρτες και 45.404 στάλθηκαν στη φυλακή.

Σε ένα ξεχωριστό και άσχετο επεισόδιο στις 5 Φεβρουαρίου 1922, στο χωριό Chauri Chaura στο βόρειο κρατίδιο Ουτάρ Πραντές, ένας όχλος από διαδηλωτές συγκρούστηκαν με την αστυνομία και έκαψαν ένα αστυνομικό τμήμα, στέλνοντας στον θάνατο 21 αστυφύλακες που είχαν παγιδευτεί στο εσωτερικό του. Ο Γκάντι, συγκλονισμένος από την βία, τερμάτισε απότομα την εκστρατεία του για την μη-βία, χωρίς να διαβουλευθεί με την μουσουλμανική ηγεσία. Όπως εξήγησε, είχε αναλάβει ο Σατανάς.

Οι Μουσουλμάνοι ηγέτες αισθάνθηκαν προδομένοι. Καταδίκασαν τον Γκάντι ως δειλό και δεν τον συγχώρησαν ποτέ, αδιαφορώντας για το πόσες πολλές αποδείξεις είχε προσφέρει ο Γκάντι όλα αυτά τα χρόνια ότι η καρδιά του, το μυαλό του και, πράγματι, η ζωή του ήταν ακόμα αφοσιωμένες στην ινδουιστική και την μουσουλμανικό ενότητα. Μια ισχυρή άποψη προέκυψε στους Μουσουλμάνους ηγέτες ότι ποτέ δεν θα έπρεπε να παραδώσουν πάλι εξουσία σε έναν προσκυνητή ειδώλων, όπως αποκαλούσαν τον Γκάντι. Κατά ειρωνικό τρόπο, το 1920, όταν η αισιοδοξία για την ενότητα των Ινδουιστών και των Μουσουλμάνων βρισκόταν στο αποκορύφωμά της, ο Γκάντι είχε προβλέψει ότι μια τέτοια ευκαιρία για συνεργασία δεν θα έρθει και πάλι για «εκατό χρόνια». Η ιστορία απέδειξε ότι είχε δίκιο.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΗ

Ο Γκάντι δεν προέβλεψε τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τής θεοκρατικής αφύπνισης μεταξύ των Μουσουλμάνων τής Ινδίας. Ούτε κατανόησε πλήρως την επικίνδυνη παρέκκλιση που προέκυψε μέσα από την δική του κίνηση. Λίγο πριν ξεκινήσει το κίνημα Khilafat, Μουσουλμάνοι κληρικοί όρισαν έναν Imam-e-Hind, δηλαδή έναν Ιμάμη τής Ινδίας, ο οποίος θα διοικούσε την πνευματική και πολιτική πίστη των Ινδών Μουσουλμάνων μέσα σε ένα ευρύτερο ινδικό κρατίδιο μόλις η Ινδία αποκτούσε την ανεξαρτησία της από τους Βρετανούς. Αυτή η ιδέα ενός έθνους μέσα σε ένα άλλο έθνος εξατμίστηκε όταν ο Γκάντι διέλυσε την εκστρατεία του περί μη-συνεργασίας, αλλά τα πάθη που δημιούργησε παρέμειναν. Στα τέλη τού 1930, Μουσουλμάνοι ηγέτες αναβίωσαν το σύνθημα ότι το Ισλάμ κινδύνευε –όχι όμως αυτή την φορά από τους Βρετανούς ιμπεριαλιστές, αλλά από τον Γκάντι και τους Ινδουιστές. Απέρριψαν το όραμα του Γκάντι για ένα σύγχρονο, κοσμικό κράτος ως ασυμβίβαστο με το Ισλάμ. Το 1947, το ξίφος τού Ισλάμ, με κάποια συνεργασία από τους Βρετανούς, σχημάτισε το πρώτο σύγχρονο ισλαμικό κράτος: Το Πακιστάν.