Η Αμερική σε αποσύνθεση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Αμερική σε αποσύνθεση

Οι πηγές τής πολιτικής δυσλειτουργίας
Περίληψη: 

Τα προβλήματα με την αμερικανική πολιτική σήμερα προέρχονται από τον βασικό σχεδιασμό των αμερικανικών πολιτικών θεσμών, που επιδεινώθηκε από την όλο και πιο εχθρική πόλωση. Δυστυχώς, τη απουσία κάποιων μεγάλων εξωτερικών σοκ, η φθορά είναι πιθανό να συνεχιστεί για το προβλέψιμο μέλλον.

Ο FRANCIS FUKUYAMA είναι βασικός συνεργάτης στο Center on Democracy, Development, and the Rule of Law στο Πανεπιστήμιο Stanford. Το δοκίμιο αυτό αποτελεί προσαρμογή από το επερχόμενο βιβλίο του με τίτλο Political Order and Political Decay: From the French Revolution to the Present [1] (Farrar, Straus and Giroux, 2014). Copyright © 2014 by Francis Fukuyama.

Η δημιουργία τής Αμερικανικής Δασικής Υπηρεσίας στο γύρισμα του 20ου αιώνα ήταν το κορυφαίο παράδειγμα της οικοδόμησης του αμερικανικού κράτους κατά την διάρκεια της Προοδευτικής Εποχής. Πριν από την ψήφιση του Νόμου Pendleton το 1883, οι δημόσιες υπηρεσίες στις Ηνωμένες Πολιτείες είχαν κατανεμηθεί από τα πολιτικά κόμματα με βάση την πατρωνία. Η Δασική Υπηρεσία, αντίθετα, ήταν το πρωτότυπο ενός νέου μοντέλου αξιοκρατικής γραφειοκρατίας. Θα ήταν στελεχωμένη με γεωπόνους και δασολόγους πανεπιστημιακής μόρφωσης που θα επιλέγοντο βάσει των ικανοτήτων και της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης τους, και ο καθοριστικός αγώνας της ήταν η επιτυχημένη προσπάθεια του αρχικού επικεφαλής της, του Gifford Pinchot, να εξασφαλίσει γραφειοκρατική αυτονομία και να ξεφύγει την συνήθη παρέμβαση από το Κογκρέσο. Εκείνη την εποχή, η ιδέα ότι οι δασικοί επαγγελματίες, και όχι οι πολιτικοί, θα πρέπει να διαχειρίζονται την δημόσια γη και να χειρίζονται την στελέχωση του τμήματος ήταν επαναστατική, αλλά δικαιώθηκε από τις εντυπωσιακές επιδόσεις τής Υπηρεσίας. Αρκετές σημαντικές ακαδημαϊκές μελέτες έχουν μεταχειριστεί τις αρχικές δεκαετίες τής Υπηρεσίας ως μια κλασική περίπτωση επιτυχούς δημόσιας διοίκησης.

Σήμερα, ωστόσο, πολλοί θεωρούν την Δασική Υπηρεσία ως άκρως δυσλειτουργική γραφειοκρατία που εκτελεί μια ξεπερασμένη αποστολή με λάθος εργαλεία. Εξακολουθεί να στελεχώνεται από επαγγελματίες δασολόγους, πολλούς εξαιρετικά αφοσιωμένους στην αποστολή τού οργανισμού, αλλά έχει χάσει μεγάλο μέρος της αυτονομίας που είχε κερδίσει υπό τον Pinchot. Λειτουργεί κάτω από πολλαπλές και συχνά αντικρουόμενες εντολές από το Κογκρέσο και τα δικαστήρια, και κοστίζει στους φορολογούμενους ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, ενώ πετυχαίνει αμφίβολους στόχους. Το εσωτερικό σύστημα λήψης αποφάσεων της υπηρεσίας είναι συχνά χαοτικό, και έχει χαθεί το υψηλό ηθικό και η συνοχή τού προσωπικού που ο Pinchot εργάστηκε τόσο σκληρά για να προωθήσει. Αυτές τις μέρες γράφονται βιβλία που υποστηρίζουν ότι η Δασική Υπηρεσία θα έπρεπε να καταργηθεί εντελώς. Εάν η δημιουργία τής Δασικής Υπηρεσίας αποτέλεσε παράδειγμα για την ανάπτυξη του σύγχρονου αμερικανικού κράτους, η παρακμή της αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της φθοράς τού εν λόγω κράτους.

Η μεταρρύθμιση των δημοσίων υπηρεσιών στα τέλη τού 19ου αιώνα προήχθη από ακαδημαϊκούς και ακτιβιστές όπως ο Francis Lieber, ο Woodrow Wilson και ο Frank Goodnow, ο οποίος πίστευε στην ικανότητα των σύγχρονων φυσικών επιστημών να επιλύουν ανθρώπινα προβλήματα. Ο Wilson, όπως ο σύγχρονός του, Max Weber, έκανε διάκριση μεταξύ της πολιτικής και της διοίκησης. Η πολιτική, υποστήριζε, ήταν μια περιοχή τελικών μέσων, υποκείμενη σε δημοκρατική αμφισβήτηση, αλλά η διοίκηση ήταν το βασίλειο της εφαρμογής, το οποίο θα μπορούσε να μελετάται εμπειρικά και να υποβάλλεται σε επιστημονική ανάλυση.

Η πεποίθηση ότι η δημόσια διοίκηση θα μπορούσε να μετατραπεί σε μια επιστήμη φαίνεται τώρα αφελής και άστοχη. Αλλά τότε, ακόμη και στις ανεπτυγμένες χώρες, οι κυβερνήσεις διοικούντο σε μεγάλο βαθμό από πολιτικούς μεσάζοντες ή διεφθαρμένους τοπικούς άρχοντες, γι’ αυτό ήταν απόλυτα λογικό να ζητείται να γίνεται η επιλογή των δημοσίων υπαλλήλων με βάση την εκπαίδευση και τα προσόντα και όχι την ευνοιοκρατία. Το πρόβλημα με την επιστημονική διαχείριση είναι ότι ακόμη και οι πιο καταρτισμένοι επιστήμονες της εποχής κατά καιρούς παίρνουν τα πράγματα λάθος, και μερικές φορές σε μεγάλο βαθμό. Και δυστυχώς, αυτό είναι που συνέβη στην Δασική Υπηρεσία σε σχέση με αυτό που κατέληξε να γίνει μια από τα ζωτικής σημασίας αποστολές της, η καταπολέμηση των δασικών πυρκαγιών.

Ο Pinchot είχε δημιουργήσει μια υψηλής ποιότητας υπηρεσία αφιερωμένη σε έναν βασικό στόχο: Την διαχείριση της βιώσιμης εκμετάλλευσης των δασικών πόρων. Η Μεγάλη Πυρκαγιά τού Αϊντάχο το1910, όμως, έκαψε περίπου τρία εκατομμύρια στρέμματα και σκότωσε τουλάχιστον 85 ανθρώπους, και η επακόλουθη πολιτική κατακραυγή οδήγησε την Δασική Υπηρεσία να εστιάσει περισσότερο όχι μόνο στην συγκομιδή ξυλείας αλλά και στην καταστολή των δασικών πυρκαγιών. Ωστόσο, οι αρχικοί υποστηρικτές τής επιστημονικής δασοκομίας δεν κατανοούν σωστά τον ρόλο των πυρκαγιών στην οικολογία των δασών. Οι δασικές πυρκαγιές είναι ένα φυσικό φαινόμενο και εξυπηρετούν έναν σημαντικό ρόλο στην διατήρηση της υγείας των δασών τής Δύσης. Τα δέντρα που δεν αντέχουν την σκιά, όπως τα πεύκα ponderosa, τα πεύκα lodgepole και οι γιγαντιαίες sequoias, απαιτούν περιοδικές πυρκαγιές για να καθαρίσουν οι περιοχές στις οποίες μπορούν να αναγεννηθούν, και αφότου οι πυρκαγιές έσβηναν, αυτά τα δέντρα υφίσταντο εισβολή από είδη όπως το έλατο Douglas. (Τα πεύκα lodgepole όντως απαιτούν φωτιές για να διαδώσουν τους σπόρους τους). Με την πάροδο των ετών, πολλά αμερικανικά δάση ανέπτυξαν υψηλή πυκνότητα δέντρων και τεράστια συσσώρευση ξηρής υποβλάστησης, έτσι ώστε όταν συνέβαιναν πυρκαγιές ήταν πολύ μεγαλύτερες και πιο καταστροφικές.

Μετά από καταστροφές όπως οι τεράστιες πυρκαγιές στο Yellowstone το 1988, οι οποίες έληξαν αφότου κατέκαψαν περίπου 800.000 εκτάρια του πάρκου και χρειάστηκαν αρκετούς μήνες για να τεθούν υπό έλεγχο, το κοινό άρχισε να δίνει προσοχή. Οι οικολόγοι άρχισαν να επικρίνουν δριμύτατα τον ίδιο τον στόχο τής πρόληψης των πυρκαγιών, και στα μέσα τής δεκαετίας τού 1990, η Δασική Υπηρεσία άλλαξε πορεία και επίσημα υιοθέτησε μια προσέγγιση «ας καούν». Αλλά τα χρόνια των άστοχων πολιτικών δεν θα μπορούσαν απλώς να διαγραφούν, δεδομένου ότι τόσα πολλά δάση είχαν γίνει γιγαντιαία σπιρτόκουτα.