Η διαχείριση του νέου Ψυχρού Πολέμου | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η διαχείριση του νέου Ψυχρού Πολέμου

Τι μπορούν να μάθουν η Ουάσιγκτον και η Μόσχα από τον προηγούμενο Ψυχρό Πόλεμο
Περίληψη: 

Η κρίση στην Ουκρανία έχει ωθήσει την Μόσχα και την Δύση σε έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο. Και για τις δύο πλευρές, η πρώτη προτεραιότητα πρέπει τώρα να είναι να περιοριστεί η σύγκρουση, διασφαλίζοντας ότι τελικά θα είναι όσο σύντομη και όσο ρηχή είναι δυνατόν.

Ο ROBERT LEGVOLD είναι επίτιμος καθηγητής στην έδρα Marshall D. Shulman στο Πανεπιστήμιο Columbia.

Κανείς δεν πρέπει να χαρακτηρίζει ανέμελα την σημερινή αντιπαράθεση μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης ως «Νέο Ψυχρό Πόλεμο». Στο κάτω-κάτω, η τρέχουσα κρίση δύσκολα ταιριάζει στο βάθος και το εύρος τού ανταγωνισμού που κυριάρχησε στο διεθνές σύστημα κατά το δεύτερο μισό τού 20ου αιώνα. Και η αποδοχή τής υπόθεσης ότι η Ρωσία και η Δύση είναι κλειδωμένες σε μια τέτοια σύγκρουση θα μπορούσε να οδηγήσει τους πολιτικούς να συνεχίσουν τις λανθασμένες, ακόμη και επικίνδυνες στρατηγικές. Η χρήση μιας τέτοιας ταμπέλας είναι συνεπώς ένα σοβαρό θέμα.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, και η κατάρρευση των σχέσεων μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης, πράγματι αξίζει να ονομάζεται ένας Νέος Ψυχρός Πόλεμος. Η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι ανεξάρτητα από την έκβαση της κρίσης στην Ουκρανία, οι σχέσεις τής Ρωσίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη δεν θα επιστρέψουν στο business as usual, όπως έκαναν μετά τον ρωσο-γεωργιανό πόλεμο το 2008.

Η κυβέρνηση Ομπάμα απόλαυσε κάποια επιτυχία στην αναβάθμιση των σχέσεων ΗΠΑ-Ρωσίας από το ναδίρ τού 2008, καθώς οι δύο πλευρές σφυρηλάτησαν την Νέα Στρατηγική Συνθήκη Μείωσης Όπλων (New START), συμφώνησαν για αυστηρότερες κυρώσεις κατά του Ιράν, συνεργάστηκαν για τους διαδρόμους εφοδιασμού για τον πόλεμο του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν και συνεργάστηκαν στο σχέδιο του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα για την ασφάλεια των πυρηνικών υλικών σε όλο τον κόσμο. Οι σχέσεις ποτέ δεν μετακινήθηκαν πραγματικά στην επόμενη φάση, καθώς η περαιτέρω πρόοδος χτυπήθηκε από τριβές για την πυραυλική άμυνα, τον πόλεμο του ΝΑΤΟ στην Λιβύη, τον εμφύλιο πόλεμο στην Συρία, καθώς και μια σειρά κατασταλτικών μέτρων που εφάρμοσε το καθεστώς τού Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν στους δικούς του πολίτες. Αλλά ακόμη και αυτά τα εμπόδια δεν διέψευσαν ποτέ τελείως την ελπίδα ότι η Μόσχα και η Ουάσινγκτον θα μπορούσαν να βρουν κοινό έδαφος σε μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα.

Αυτή η ελπίδα έχει πλέον εξαφανιστεί. Η κρίση στην Ουκρανία έχει πιέσει τις δύο πλευρές σε έναν τοίχο και τις έχει βάλει σε μια νέα σχέση, σχέση που δεν μαλάκωσε από την ασάφεια που καθόρισε την τελευταία δεκαετία στην περίοδο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, όπου η κάθε πλευρά έβλεπε την άλλη ως ούτε φίλο ούτε εχθρό. Η Ρωσία και η Δύση είναι τώρα αντίπαλες.

Αν και αυτός ο Νέος Ψυχρός Πόλεμος θα είναι ριζικά διαφορετικός από τον πρώτο, και πάλι θα είναι εξαιρετικά επιζήμιος. Σε αντίθεση με τον αρχικό, ο νέος δεν θα περιλαμβάνει το σύνολο του παγκόσμιου συστήματος. Ο κόσμος δεν είναι πια διπολικός, και σημαντικές περιοχές και βασικοί παράγοντες, όπως η Κίνα και η Ινδία, θα αποφεύγουν να εμπλακούν. Επιπλέον, η νέα σύγκρουση δεν θα αντιτάξει έναν «ισμό» εναντίον ενός άλλου, ούτε είναι πιθανό να ξεδιπλώσει την μόνιμη απειλή τού πυρηνικού Αρμαγεδδώνα. Ωστόσο, ο Νέος Ψυχρός Πόλεμος θα επηρεάσει σχεδόν κάθε σημαντική διάσταση του διεθνούς συστήματος, και η έμφαση του Πούτιν στην αποξένωση της Ρωσίας από τις σύγχρονες δυτικές πολιτιστικές αξίες θα προσθέσει σε αυτήν την αποξένωση. Τέλος, εάν κλιμακωθεί μια κρίση ασφάλειας στο κέντρο τής Ευρώπης, ο κίνδυνος ενός πυρηνικού πολέμου θα μπορούσε γρήγορα να επιστρέψει.

Για αμφότερες την Μόσχα και την Ουάσιγκτον, λοιπόν, η πρώτη προτεραιότητα πρέπει να είναι να περιορίσουν την σύγκρουση, διασφαλίζοντας ότι τελικά θα είναι όσο το δυνατόν πιο σύντομη και πιο ρηχή. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, και οι δύο πλευρές πρέπει να μελετήσουν προσεκτικά τα διδάγματα του αρχικού Ψυχρού Πολέμου. Κατά την διάρκεια αυτής της σύγκρουσης, οι δύο πλευρές, παρά την πικρή αντιπαλότητά τους, ήταν τελικά σε θέση να αναπτύξουν μια ποικιλία μηχανισμών για την μείωση των εντάσεων και τον περιορισμό των κινδύνων. Από την δεκαετία τού 1970, οι ηγέτες των ΗΠΑ και της Ρωσίας είχαν φθάσει να δουν ως κύρια καθήκοντά τους την διαχείριση του ανταγωνισμού και την επικέντρωση σε τομείς συνεργασίας, ιδιαίτερα στον έλεγχο των πυρηνικών εξοπλισμών. Χωρίς να κάνουν εκπτώσεις στις θεμελιώδεις διαφορές που τους έβαλαν σε αντιπαλότητα, οι ηγέτες και στις δύο πλευρές αγκάλιασαν την σοφία τής ενασχόλησης μεταξύ τους, παρά της απομόνωσης του ενός από τον άλλο. Προς το τέλος τού αρχικού Ψυχρού Πολέμου, οι ένθερμες, αν και ψάχνοντας στα τυφλά, προσπάθειες του προέδρου των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρήγκαν και του Σοβιετικού ηγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσόφ να καταλάβουν τι καθοδηγεί τον άλλον, επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό το τελικό αποτέλεσμα. Σήμερα, καθώς οι ηγέτες στην Μόσχα και την Ουάσιγκτον κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση, θα μπορούσαν να κάνουν ένα διάλειμμα και να προβληματιστούν σχετικά με το πώς ο σοφότερος μεταξύ των προκατόχων τους προσέγγισε τον αρχικό Ψυχρό Πόλεμο.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΤΡΙΧΙΛΑ

Παρ’ όλες τις διαφορές μεταξύ των δύο περιόδων, ο Νέος Ψυχρός Πόλεμος μοιράζεται πολλά από τα χαρακτηριστικά τού προκατόχου του. Πρώτον, οι Ρώσοι και οι Δυτικοί ηγέτες έχουν ήδη ξεκινήσει την διαμόρφωση του αδιεξόδου με ασυγχώρητους όρους - περίπου όπως έκαναν οι προκάτοχοί τους κατά την έναρξη του πρώτου Ψυχρού Πολέμου, με πιο διάσημο περιστατικό την προεκλογική ομιλία τού Σοβιετικού ηγέτη Ιωσήφ Στάλιν τον Φεβρουάριο του 1946 και την ομιλία, ένα μήνα αργότερα, του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσόρτσιλ για το «Σιδηρούν Παραπέτασμα». Τον περασμένο Μάρτιο, για παράδειγμα, ο Πούτιν υπερασπίστηκε την προσάρτηση της Κριμαίας από την Ρωσία λέγοντας ότι η Ουάσιγκτον και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί της καθοδηγούντο από «την εξουσία των όπλων» και όχι το διεθνές δίκαιο και έχουν την πεποίθηση ότι η «ιδιαιτερότητά» τους τούς επιτρέπει να χρησιμοποιήσουν παράνομα βία κατά κυρίαρχων κρατών, «οικοδομώντας συνασπισμούς με βάση την αρχή “Αν δεν είσαι μαζί μας, είσαι εναντίον μας”». Τον Μάιο, ο Alexander Vershbow, ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας τού ΝΑΤΟ, υποστήριξε ότι η Ρωσία θα πρέπει πλέον να θεωρείται «μάλλον ένας αντίπαλος παρά ένας συνεργάτης».