Mια εύθραυστη εκεχειρία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Mια εύθραυστη εκεχειρία

Εάν η συμφωνία δεν κρατήσει, μην οπλίσετε την Ουκρανία
Περίληψη: 

Αν η πρόσφατα διαπραγματευμένη εκεχειρία δεν σταματήσει τις εχθροπραξίες στην Ουκρανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να εξακολουθήσουν να απέχουν από την αποστολή όπλων.

Ο RAJAN ΜΕΝΟΝ είναι καθηγητής Πολιτικών επιστημών στην έδρα Anne και Bernard Spitzer στο City College του City University of New York και ανώτερος ερευνητικός υπότροφος στο Saltzman Institute of War and Peace Studies στο Columbia University. Το βιβλίο του «Conflict in Ukraine», που συνέγραψε με τον Eugene Rumer δημοσιεύθηκε πρόσφατα από το MIT Press.
Η KIMBERLY MARTEN είναι καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών στην έδρα Ann Whitney Olin στο Barnard College του Columbia University και αναπληρώτρια διευθύντρια για ρωσικές, ευρασιατικές και ανατολικο-ευρωπαϊκές σπουδές στο Harriman Institute του Columbia.

Παρά τις προσδοκίες της εκεχειρίας που συμφωνήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου στην Λευκορωσία για τον τερματισμό των εχθροπραξιών στην ανατολική Ουκρανία, αυτή θα μπορούσε να αποτύχει όπως εκείνη που προηγήθηκε, τον Σεπτέμβριο του 2014. Αν και η συμφωνία θα τεθεί σε ισχύ το Σάββατο, έντονες διαμάχες έχουν ήδη αναφερθεί σε στρατηγικές πόλεις όπως το Ντεμπαλτσέβε. Εάν η ειρηνευτική συμφωνία δεν τηρηθεί, η κυβέρνηση του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα θα βρεθεί τότε κάτω από ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις να στείλει θανατηφόρα όπλα στην κυβέρνηση στο Κίεβο, δεδομένου ότι οι αυτονομιστές στις αυτοαποκαλούμενες Λαϊκές Δημοκρατίες του Ντόνετσκ και του Luhansk στην ανατολική Ουκρανία προχωρούν στο πεδίο της μάχης χάρη στην παροχή στρατευμάτων και όπλων από την Ρωσία. Αν και οι ακριβείς αριθμοί παραμένουν υπό αμφισβήτηση (και παρά την σταθερή και πλέον κωμική άρνηση του Κρεμλίνου), τακτικά ρωσικά στρατεύματα έχουν εμπλακεί στην υπόθεση. Η Μόσχα στέλνει επίσης ολοένα και πιο εξελιγμένα οπλικά συστήματα[1] στις δυνάμεις των ανταρτών.

Δεδομένου ότι η Ρωσία έχει εντείνει την παρέμβασή της, ένας αριθμός επιφανών ηγετών των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένου του υπουργού Άμυνας Άστον Κάρτερ, έχουν ζητήσει να οπλιστεί η Ουκρανία. Ισχυρίζονται ότι έτσι θα εξασφαλιστεί η ισορροπία στο πεδίο της μάχης, θα ασκηθεί πίεση στην Ρωσία και τους αντάρτες, και θα δοθεί μια μάχιμη ευκαιρία στην Ουκρανία. Αυτή είναι η ουσία της έκθεσης [2] που δημοσιεύθηκε αυτόν τον μήνα από μια ομάδα πρώην υψηλόβαθμων στελεχών, σε συνεργασία με το Atlantic Council, το Brookings Institution και το Chicago Council on Global Affairs.

Αλλά ο εξοπλισμός της Ουκρανίας θα είναι ένα σοβαρό παραπάτημα, και η λογική για να γίνει κάτι τέτοιο στηρίζεται σε δύο λανθασμένες υποθέσεις.

Η πρώτη είναι ότι ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν θα προωθηθεί όταν συναντήσει αδυναμία και θα υποχωρήσει μόνο όταν αντιμετωπίσει μια επικείμενη ήττα. Μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως έχει λεχθεί, έχουν την βούληση και τα απαραίτητα μέσα για να παράσχουν στην Ουκρανία την δύναμη που χρειάζεται. Ο εξοπλισμός της Ουκρανίας πιθανότατα θα κάνει τον Πούτιν να υποχωρήσει ή τουλάχιστον να δεχθεί μια πολιτική συμφωνία που να διαφυλάσσει την ανεξαρτησία της Ουκρανίας και την εδαφική της συνοχή. Χωρίς την υποστήριξη της Ρωσίας, οι αντάρτες δεν θα είναι πλέον σε θέση να διατηρήσουν τον αγώνα τους.

Η δεύτερη υπόθεση είναι ότι μια Ουκρανία που έχει οπλισθεί από την Αμερική θα αναγκάσει τον Πούτιν να υποχωρήσει, γιατί δεν μπορεί να αντέξει έναν μακρό, αβέβαιο πόλεμο. Με την ρωσική οικονομία να παραπαίει κάτω από το διπλό χτύπημα των Δυτικών κυρώσεων και της πτώσης των τιμών του πετρελαίου, ο χρόνος θεωρείται ο χειρότερος εχθρός του Πούτιν. Αν επιλέξει έναν παρατεταμένο πόλεμο, κινδυνεύει να εξαγριώσει τους πολίτες σε τέτοιον βαθμό -λόγω της αυξημένης οικονομικής δυστυχίας και της απώλειας ζωών- που θα οδηγήσει την Ρωσία σε λαϊκή εξέγερση.

Αυτά τα επιχειρήματα έχουν μια πατίνα αληθοφάνειας. Ωστόσο, όπως έχουμε ήδη [3] υποστηρίξει [4], δεν υπάρχει καμία βάση για να παραδεχτούμε την υπόθεση ότι ο Πούτιν θα υποχωρήσει και δεν θα διπλασιάσει τις δυνάμεις του. Ακόμη και ο γενικός διοικητής του ΝΑΤΟ, Philip Breedlove, προειδοποίησε [5] ότι η αποστολή όπλων στην Ουκρανία «θα μπορούσε να προκαλέσει μια εντονότερη αντίδραση από την Ρωσία». Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Γερμανία είναι εναντίον του να εξοπλιστεί η Ουκρανία, επειδή προβλέπουν το ίδιο αποτέλεσμα. Όπως εξήγησε και ο Βρετανός υπουργός Άμυνας, Michael Fallon, [6] την περασμένη Παρασκευή, «Όχι, δεν προμηθεύουμε θανατηφόρο εξοπλισμό στην Ουκρανία. Πιστεύουμε ότι κάτι τέτοιο θα κλιμακώσει την σύγκρουση».

Αυτή η εκτίμηση είναι απόλυτα σωστή. Η Ουκρανία είναι πολύ πιο σημαντική για την Ρωσία από όσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεδομένης αυτής της ασυμμετρίας ως προς το συμφέρον, ο Πούτιν θα ανεβάσει το ποσό του στοιχήματος, ποντάροντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κουραστούν πρώτες, ειδικά αν ακόμα και οι οπλισμένες από την Αμερική ουκρανικές δυνάμεις αποτύχουν και το αμερικανικό κοινό αρχίσει να ανησυχεί. Σημασία έχει επίσης η απόσταση: Η εγγύτητα της Ρωσίας στην Ουκρανία δίνει την δυνατότητα στον Πούτιν να ενισχύσει τους αντάρτες γρηγορότερα και ευκολότερα από όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αναπληρώσουν τις δυνάμεις του Κιέβου.

Εκείνοι που πιέζουν την Ουάσιγκτον να οπλίσει την Ουκρανία στερούνται επίσης πειστικών απαντήσεων σε τρία κρίσιμα ερωτήματα: Πώς θα πρέπει να απαντήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες εάν ο Πούτιν ανεβάσει τον πήχη; Εάν πρόκειται για κλιμάκωση από την πλευρά μας, ποιες θα είναι οι συνέπειες και πώς θα τις χειριστεί η Ουάσιγκτον; Τέλος, ποιος είναι ο γενικός στόχος: Να εξισορροπηθεί το πεδίο μάχης ή να επιτραπεί στο Κίεβο να ανακτήσει τον έλεγχο της ανατολικής Ουκρανίας;

Είναι αμφίβολο αν μια εισροή όπλων θα μεταμορφώσει τον ετοιμόρροπο στρατό της Ουκρανίας, ο οποίος έχει αντισταθμίσει την αδυναμία του με το να βασίζεται στην πατρωνία [7] ολιγαρχών και μεγιστάνων του επιχειρηματικού κόσμου που έχουν παραχωρήσει στρατιώτες και έχουν χρηματοδοτήσει τοπικές πολιτοφυλακές. Όπως παρατηρεί ο Michael Kofman του Kennan Institute, τα μεγαλύτερα προβλήματα [8] που αντιμετωπίζει ο ουκρανικός στρατός είναι η κακή οργάνωση και η ανεπαρκής εκπαίδευση. Αυτές οι ελλείψεις επιδεινώνονται από την θεσμική διαφθορά [9]. Τα προβλήματα ενός στρατού αντικατοπτρίζουν συνήθως κοινωνικά και διαρθρωτικά προβλήματα που μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο μακροπρόθεσμα, ίσως και καθόλου, όπως έχουμε μάθει από την μακρά και δύσκολη εμπειρία μας στην προσπάθεια να οικοδομήσουμε λειτουργικές δυνάμεις ασφαλείας στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Το να μοιράσουμε όπλα δεν θα λύσει αυτά τα υποβόσκοντα και παγιωμένα προβλήματα.