Ανακατατάξεις στον χάρτη ενεργειακής ασφάλειας της Ανατολικής Ευρώπης | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ανακατατάξεις στον χάρτη ενεργειακής ασφάλειας της Ανατολικής Ευρώπης

Μια γεωπολιτική προσέγγιση

(στ) ο αγωγός Ανατολικής Μεσογείου (EastMed pipeline), μήκους 1.200 χιλιομέτρων και τεχνικώς εφικτού, ο οποίος υπολογίζεται ότι θα μεταφέρει 8-10 bcm φυσικού αερίου από τα υποθαλάσσια αποθέματα της λεκάνης της Λεβαντίνης που ανήκουν στο Ισραήλ και στην Κύπρο προς τις αγορές της ΕΕ μέσω της Κρήτης και της ηπειρωτικής Ελλάδας. Παρότι το σχέδιο EastMed είναι συγκρίσιμο με αυτό του «Νότιου Διαδρόμου», το προτεινόμενο σχέδιο θα διέρχεται αποκλειστικά διαμέσω τριών κρατών-μελών της ΕΕ και, ως εκ τούτου αξίζει ισχυρής υποστήριξης για την υλοποίησή του από την Ευρώπη. Σημειώνεται ότι ο υπουργός Ενέργειας του Ισραήλ τόνισε την σημασία υλοποίησης του έργου στον νέο Ευρωπαίο Επίτροπο Ενέργειας σε πρόσφατη εκδήλωση της ιταλικής προεδρίας της ΕΕ.

Εξάλλου, η Ελλάδα, η Κύπρος και η Αίγυπτος έχουν εκφράσει σε κοινή τους δήλωση αμοιβαία επιθυμία για την οικοδόμηση στενής συνεργασίας σε θέματα ενέργειας (Δεκέμβριος 2014), ενώ η Αίγυπτος επανέφερε την πρόθεσή της να αγοράσει κυπριακό φυσικό αέριο και να λειτουργήσει ως διαμετακομιστής ισραηλινού και κυπριακού φυσικού αερίου.

EASTMED PIPELINE PROJECT
03042015-3.jpg

Παρότι πολιτικά προβλήματα όπως η διαιρεμένη Κύπρος και η διαφωνία ως προς την διευθέτηση των θαλάσσιων συνόρων μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ εξακολουθούν να εκκρεμούν, κορυφαία προτεραιότητα των εμπλεκομένων χωρών παραμένει η δημιουργία ενός περιβάλλοντος συνεργασίας και εμπιστοσύνης, προαπαιτούμενο για επένδυση πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων για την υλοποίηση του έργου. Αν η δημιουργία ενός τέτοιου περιβάλλοντος είναι το ζητούμενο, πρέπει να επιτευχθεί εν μέσω γεωστρατηγικών αλλαγών δομικού χαρακτήρα στην περιφέρεια της Εγγύς Ανατολής από το 2010 με σημαντικότερη την συνεχιζόμενη αποσύνθεση της Συρίας, την δυνητική «σομαλοποίηση» της Λιβύης και την αποπειραθείσα ισλαμοποίηση της Αιγύπτου.

Το γεωστρατηγικό τετράγωνο Ελλάδος-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου με καταλύτη εμβάθυνσης την ενεργειακή συνεργασία, αποτελεί πρωταρχική αντίδραση στην κοινή αντίληψη της απειλής επεκτατισμού που αντιπροσωπεύει η αναθεωρητική και ηγεμονική πολιτική της Τουρκίας (μη εισέτι αντιληπτής από τις ΗΠΑ), η οποία στηρίζεται στην ιδεολογικά κατευθυνόμενη νεο-οθωμανική στρατηγική προστασίας της Μουσουλμανικής Αδελφότητας του προέδρου Ερντογάν.

Αθήνα και Λευκωσία στηρίζουν και ενισχύουν το πολιτικό πλαίσιο υποστήριξης πιθανής κατασκευής του διασυνδετηρίου αγωγού Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδος (IICG) ως βραχίονα υλοποίησης ενός ευρύτερου Ενεργειακού Διαδρόμου Ανατολικής Μεσογείου για την τροφοδοσία της ΕΕ (East Med Gas Corridor), υπό την προϋπόθεση ανακάλυψης των απαραίτητων για την βιωσιμότητά του ποσοτήτων υδρογονανθράκων και οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) μεταξύ Ελλάδος-Κύπρου-Αιγύπτου. Το σημαντικότερο στοιχείο αυτού του Διαδρόμου, είτε υλοποιηθεί μέσω του τερματικού σταθμού υγροποίησης φυσικού αερίου στην θέση Βασιλικό της Κύπρου είτε μέσω του IICG, είναι ότι θα λειτουργήσει ανεξάρτητα από την πολιτική του Νότιου Διαδρόμου μεταφοράς μη ρωσικού αερίου στην Ευρώπη (3).

(ζ) Τέλος, η μελλοντική κατασκευή δύο περιφερειακών κόμβων εμπορίας φυσικού αερίου στην Τουρκία και την Ελλάδα, οι οποίοι θα διευκολύνουν τις διασυνοριακές εμπορικές ανταλλαγές και θα επιταχύνουν την διασύνδεση της αγοράς φυσικού αερίου των δύο χωρών.

Τα έργα αυτά θα μπορούσαν ανανεώσουν την προοπτική ενεργειακής ασφάλειας ολόκληρης της περιοχής που εκτείνεται από την νοτιοανατολική προς την κεντρική και βορειοανατολική Ευρώπη. Εξεταζόμενα μάλιστα υπό το φως της ανακατανομής του ενεργειακού μείγματος της Ευρώπης -όπου το φυσικό αέριο θα είναι το κύριο προς κατανάλωση ενεργειακό προϊόν-, και δεδομένου ότι η ζήτηση φυσικού αερίου θα ανακάμψει στην ΕΕ, η Ελλάδα και η Τουρκία μπορούν να γίνουν οι κύριες πύλες εισόδου ενός μέρους των επί του παρόντος παραδιδόμενων στην ΕΕ ποσοτήτων φυσικού αερίου της Gazprom μέσω του εδάφους της Ουκρανίας, καθώς και νέων που προέρχονται από το Αζερμπαϊτζάν, το Ιράν, την Ανατολική Μεσόγειο και την διεθνή αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου. Κυρίως όμως, τα έργα αυτά αναμένεται ότι θα συμβάλλουν σημαντικώς στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ, και προσαρμοζόμενα στις απαιτήσεις της «Κοινής Ενεργειακής Πολιτικής» της Ευρώπης, θα συντείνουν στην επιδίωξη πραγματικής διαφοροποίησης των πηγών προμήθειας ενέργειας αντί του εφησυχασμού που ωφελεί τα μέγιστα την πολιτική του Κρεμλίνου.

ΠΡΟΤΙΜΟΤΕΡΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΣ ΠΑΡΟΧΟΣ Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΑΝΤΙ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ;

Οι πρόεδροι Πούτιν και Ερντογάν κατά την συνάντηση τους στην Άγκυρα (Δεκέμβριος 2014), έστειλαν ένα σημαντικό πολιτικό μήνυμα: Παρά τις βαθιές πολιτικές διαφορές των δύο κρατών επί πολλών περιφερειακών θεμάτων, η Ρωσία και η Τουρκία προχωρούν στην υλοποίηση οικονομικών σχεδίων και σε οικοδόμηση στρατηγικής συνεργασίας. Πράγματι, οι δύο πρόεδροι διαμηνύουν στο εσωτερικό των χωρών τους ότι, παρότι η Ρωσία ευρίσκεται εν μέσω δυσχερειών στις σχέσεις της με τη Δύση και η Τουρκία είναι διεθνώς απομονωμένη ως απόρροια της στάσης της στον συριακό εμφύλιο, δεν είναι μόνες, έχουν σημαντικούς φίλους και θα συνεχίσουν να κάνουν επενδύσεις παρά τις προσπάθειες της Δύσης για να τις υπονομεύσουν. Η Μόσχα προφανώς εκτιμά την άρνηση της Άγκυρας να συμμορφωθεί με τις δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας σε σχέση με το ουκρανικό ζήτημα. Θα μπορούσε, μάλιστα, κανείς να υποθέσει ότι η Τουρκία σήμερα διατηρεί καλύτερες σχέσεις με την Ρωσία παρά με τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ, ιδίως με τις Ηνωμένες Πολιτείες.