Η Βουλή των ανόμοιων | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Βουλή των ανόμοιων

Οι απρόβλεπτες βρετανικές βουλευτικές εκλογές
Περίληψη: 

Πριν από τις βρετανικές βουλευτικές εκλογές που θα γίνουν αυτήν την άνοιξη, τόσο το Εργατικό κόμμα όσο κι οι Συντηρητικοί είναι βέβαιοι για την ξεκάθαρη νίκη τους. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις, όμως, δείχνουν κάτι διαφορετικό.

Ο PHILIP COWLEY είναι καθηγητής Κοινοβουλευτικής Διακυβέρνησης στο Πανεπιστήμιο του Nottingham, επιμελητής (μαζί με τον Rob Ford) του Sex, Lies and the Ballot Box: 50 Things You Need to Know About British Elections [1], και συγγραφέας (μαζί με τον Dennis Kavanagh) του The British General Election 2010 [2].

Πριν από δύο εβδομάδες, μια ομάδα ειδικών εκλογολόγων συναντήθηκε για ένα σεμινάριο [3] στο London School of Economics, με σκοπό να προβλέψει το αποτέλεσμα των επικείμενων βρετανικών βουλευτικών εκλογών. Ανεξάρτητα από το ποιο μοντέλο χρησιμοποίησαν ή το πώς αποφάσισαν να υπολογίσουν τους αριθμούς, όλοι κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: Στις 7 Μαΐου, κανένα κόμμα δεν θα καταφέρει να κερδίσει αρκετές έδρες ώστε να αποκτήσει την πλειοψηφία στη Βουλή των Κοινοτήτων. Μια παρόμοια έρευνα του διεξήγαγαν πάνω από 500 ακαδημαϊκοί, δημοσιογράφοι και δημοσκόποι [4] στις αρχές Μαρτίου κατέληξε στην ίδια διαπίστωση. Αντίστοιχες προβλέψεις προέκυψαν κι από τις αγορές στοιχημάτων: Η ιρλανδική εταιρεία στοιχημάτων Paddy Power, [5] έχει αυτήν την στιγμή αποδόσεις 1/7 (ή, 87,5%) υπέρ ενός κοινοβουλίου που στερείται την απόλυτη πλειοψηφία. Ένα στοίχημα των 10 λιρών (περίπου 15 δολαρίων), θα επιφέρει το μικρό ποσό των 11,43 λιρών (περίπου 17 δολάρια). Τόσο το Εργατικό όσο και το Συντηρητικό κόμμα προσποιούνται πως είναι βέβαιοι για την ξεκάθαρη νίκη τους -αλλά αυτή είναι μια αξίωση που λίγοι πιστεύουν πραγματικά.

Ένα κοινοβούλιο χωρίς την απόλυτη πλειοψηφία, φυσικά, δεν θα αποτελούσε πρωτόγνωρο φαινόμενο. Ούτε στις εκλογές του 2010 κέρδισε κάποιο κόμμα την πλειοψηφία των εδρών. Το 2010, ωστόσο, το αποτέλεσμα αυτό εξέπληξε πολλούς. Ο δημόσιος τομέας είχε προβεί σε κάποιες μυστικές στρατηγικές πιθανών αποτελεσμάτων πριν από τις τελευταίες εκλογές, ενώ γίνονταν περιστασιακά ακαδημαϊκές συζητήσεις για το θέμα, αλλά ο κανόνας του ενός κυβερνητικού κόμματος στο Westminster ήταν τόσο ισχυρός, που πολλοί παραγκώνισαν οποιοδήποτε στοιχείο αποδείκνυε το αντίθετο.

Τα πράγματα είναι διαφορετικά αυτή την φορά: Οι περισσότεροι συνειδητοποίησαν από νωρίς ότι κανένα κόμμα δεν θα μπορέσει να κερδίσει την απόλυτη πλειοψηφία. Από τις αρχές του 2015 ήταν αδύνατο να αποφευχθούν συζητήσεις που σχετίζονταν με διάφορα μετεκλογικά σενάρια, ενώ διεξήχθησαν δεκάδες ακαδημαϊκά και ημι-ακαδημαϊκά σεμινάρια σχετικά με το θέμα. Γίνεται περισσότερη συζήτηση σχετικά με τις προϋποθέσεις που θα θέσουν τα κόμματα σε περίπτωση που χρειαστεί να έρθουν σε κάποια μεταξύ τους συμφωνία -ποιες θα είναι οι κόκκινες γραμμές τους, ποιος θα έρθει σε επαφή με ποιον- κι εμείς πρέπει να υποθέσουμε τουλάχιστον ότι, παρά τις δημόσιες διακηρύξεις τους, τα πολιτικά κόμματα είναι κι αυτά καλύτερα προετοιμασμένα. Το πιο εντυπωσιακό γεγονός αναφορικά με τα δύο μεγάλα κόμματα το 2010 ήταν το πόσο ανέτοιμα ήταν όταν ξεκίνησαν τις διαπραγματεύσεις. Κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί κι αυτή την φορά.

Το πιο σημαντικό, όμως, είναι πως υπάρχει η πιθανότητα να μην είναι αρκετή μια συμφωνία μεταξύ των δύο μερών για να παράγει την πλειοψηφία στις εκλογές. Το 2010, το μεγαλύτερο κόμμα, οι Συντηρητικοί, και το τρίτο μεγαλύτερο κόμμα, οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, παρήγαγαν ξεκάθαρη πλειοψηφία στην Βουλή των Κοινοτήτων, σχηματίζοντας έναν συνασπισμό που, παρά τις ποικίλες δυσκολίες που αντιμετώπισε, κατάφερε να διαρκέσει πέντε χρόνια. Εκτός κι αν το Συντηρητικό και το Εργατικό κόμμα αποφασίσουν να συνεργαστούν (ενδεχόμενο που έχει περίπου τις ίδιες πιθανότητες να συμβεί με κάποια σύμπραξη δυνάμεων μεταξύ Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών), μια διμερής συμφωνία μπορεί να μην είναι αρκετή για τον σχηματισμό κυβέρνησης αυτή την φορά. Για να γίνουν οι προβλέψεις ακόμα δυσκολότερες, δεν υπάρχει επίσης σχεδόν καμία σαφής πρόβλεψη σχετικά με το ποιο κόμμα θα κερδίσει την πλειοψηφία βουλευτικών εδρών ή ψήφων. Από τα 12 μοντέλα πρόβλεψης που συζητήθηκαν κατά την εκδήλωση του LSE για τις εκλογικές προβλέψεις [3], έξι έδωσαν προβάδισμα στο Εργατικό κόμμα, έξι στο Συντηρητικό κι αρκετά από αυτά κατέγραψαν ελάχιστες ψήφους διαφορά ανάμεσα στα δύο κόμματα. Με την διαφορά μεταξύ των ποικίλων πιθανών αποτελεσμάτων να εξαρτάται από ελάχιστες ψήφους σε ελάχιστες έδρες, αυτή η εκλογική διαδικασία έχει μετατραπεί σε τυχερό παιχνίδι.

Κανείς δεν γνωρίζει, φυσικά, αν θα επαληθευτούν αυτές οι προβλέψεις. Είναι πιθανό να υπάρξει κάποια μεγάλη «στροφή» κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, η οποία μόλις ξεκίνησε επίσημα (ακόμα και αν, πρακτικά, βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και μήνες). Αρκετά μοντέλα προβλέψεων λαμβάνουν ήδη υπόψη τα αποτελέσματα της εκστρατείας, οπότε οποιεσδήποτε διαφοροποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σε πρωτοφανή κλίμακα για να κάνουν την διαφορά. Ίσως όλες οι δημοσκοπήσεις –οι οποίες είναι περισσότερες από ποτέ άλλοτε[6]- είναι μεθοδολογικά εσφαλμένες, αν και πολλές έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα ακριβείς ως τώρα. Κάποια αλλαγή σε αυτές τις προβλέψεις είναι πάντα εφικτή, αλλά προς το παρόν, όλοι προετοιμάζονται για τις πιο απρόβλεπτες εκλογές στα χρονικά.

Αυτά τα προβλεπόμενα αποτελέσματα αποτελούν την λογική συνέχεια των 50ετών τάσεων που χαρακτήριζαν το εσωτερικό της βρετανικής πολιτικής και που οδήγησαν στον αυξανόμενο κατακερματισμό του βρετανικού κομματικού συστήματος. Στις γενικές εκλογές το 1955, τα δύο μεγαλύτερα κόμματα συγκέντρωσαν το 97% των ψήφων. Μέχρι το 2010, το ποσοστό έπεσε στο 65%. Οι Βρετανοί ψηφοφόροι ταυτίζονται λιγότερο με τις απόψεις των κομμάτων, είναι πιο πρόθυμοι να στραφούν σε κάποιο άλλο από το κόμμα που ψήφιζαν και να κοιτάζουν τριγύρω. Τα κόμματα αδυνατούν πλέον να θεωρήσουν δεδομένα μεγάλα τμήματα του εκλογικού σώματος.