Η λέξη από «Γ» | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η λέξη από «Γ»

Η σφαγή των Αρμενίων και οι πολιτικές πέριξ της γενοκτονίας

Κορυφαίοι πολιτικοί της εποχής θεώρησαν την απέλαση και την σφαγή των Αρμενίων ως την χειρότερη θηριωδία τού Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ένας από αυτούς, ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Θίοντορ Ρούζβελτ, υποστήριξε σε μια επιστολή του προς τον φιλάνθρωπο Κλίβελαντ Ντότζ το 1918, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να πάνε σε πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, «διότι η σφαγή των Αρμενίων ήταν το μεγαλύτερο έγκλημα του πολέμου, και η αποτυχία δράσης κατά της Τουρκίας πρόκειται να το συγχωρήσει».

Μερικές από τις καλύτερες πηγές για τα φρικιαστικά γεγονότα ήταν αμερικανικές. Επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν παραμείνει ουδέτερες κατά τα πρώτα χρόνια τού πολέμου, δεκάδες από τους διπλωμάτες και τους ιεραποστόλους τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε μείνει επί τόπου και είδαν τι συνέβη. Τον Μάιο του 1915, ο Henry Morgenthau, ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, παρέδωσε ένα διάβημα από τους τρεις κύριους αντιπάλους τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας –την Γαλλία, την Ρωσία και το Ηνωμένο Βασίλειο- το οποίο κατήγγειλε την απέλαση των Αρμενίων. Η δήλωση καταδίκαζε την οθωμανική κυβέρνηση για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», σηματοδοτώντας την πρώτη γνωστή επίσημη χρήση τού όρου αυτού. Τον Ιούλιο του 1915, ο Morgenthau τηλεγράφησε στην Ουάσιγκτον: «Εκθέσεις από ευρέως διεσπαρμένες περιοχές δείχνουν συστηματικές προσπάθειες για να ξεριζωθούν ειρηνικοί αρμενικοί πληθυσμοί». Αυτές οι ενέργειες, έγραψε, περιελάμβαναν αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια, και μεγάλης κλίμακας απελάσεις Αρμενίων, «συνοδευόμενες από συχνές περιπτώσεις βιασμών, λεηλασιών και δολοφονιών, που μετατρέπονται σε σφαγές».

Στην άλλη γωνιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Τζέσε Τζάκσον, ο πρόξενος των ΗΠΑ στο Χαλέπι, παρακολουθούσε καθώς τα θλιβερά καραβάνια των απισχνασμένων Αρμένιων έφθαναν στην Συρία. Τον Σεπτέμβριο του 1916, ο Τζάκσον έστειλε ένα τηλεγράφημα στην Ουάσιγκτον που περιέγραφε τα νεκροταφεία των σχεδόν 60.000 Αρμένιων κοντά στην Maskanah, μια πόλη στην σημερινή βόρεια Συρία: «Όσο μπορεί να δει το μάτι φαίνονται αναχώματα που περιέχουν 200 έως 300 πτώματα θαμμένα φύρδην μίγδην, γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι που ανήκουν σε διαφορετικές οικογένειες».

Μέχρι το τέλος τού Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, σύμφωνα με τις περισσότερες εκτιμήσεις εκείνης της εποχής, περίπου ένα εκατομμύριο Αρμένιοι είχαν πεθάνει. Μόλις το ένα δέκατο του αρχικού πληθυσμού παρέμεινε στην γενέτειρά του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι υπόλοιποι είχαν ως επί το πλείστον διασπαρθεί στην Αρμενία, την Γαλλία, τον Λίβανο και την Συρία. Πολλοί, σε όλο και μεγαλύτερους αριθμούς κατά την διάρκεια των ετών, κατευθύνθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Από την δεκαετία τού 1920, τα γεγονότα της Μεγάλης Καταστροφής έγιναν περισσότερο θέμα ιδιωτικής θλίψης παρά δημόσιας καταγραφής. Οι απλοί Αρμένιοι επικεντρώθηκαν στο να χτίσουν μια νέα ζωή για τον εαυτό τους. Το βασικό πολιτικό κόμμα που δραστηριοποιήθηκε στην αρμενική διασπορά, η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία (η οποία είχε για λίγο κυβερνήσει μια ανεξάρτητη Αρμενία την περίοδο 1918-1920, πριν γίνει μια σοβιετική δημοκρατία), ξόδεψε τις περισσότερες από τις προσπάθειές της πολεμώντας την Σοβιετική Ένωση και όχι την Τουρκία. Μόνο στην δεκαετία τού 1960 οι Αρμένιοι αναβίωσαν στα σοβαρά την μνήμη τού πόνου των παππούδων τους ως ένα δημόσιο πολιτικό ζήτημα. Εμπνεύστηκαν από την «συνείδηση του Ολοκαυτώματος», την ανάγκη για συλλογική μνήμη και δράση που έφερε κοντά τον εβραϊκό λαό μετά την δίκη τού Άντολφ Άιχμαν για τα ναζιστικά εγκλήματα πολέμου το 1961.

Η Δημοκρατία της Τουρκίας, που ιδρύθηκε από τον Μουσταφά Κεμάλ το 1923, ήταν ένα κράτος ριζωμένο στην οργανωμένη λήθη -όχι μόνο για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στην ύστερη οθωμανική περίοδο εναντίον των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Ελλήνων αλλά και των δεινών τού μουσουλμανικού πληθυσμού σε μια σειρά πολέμων στην Ανατολία και στα Βαλκάνια πριν από το 1923. Καθώς το νέο τουρκικό κράτος αναπτυσσόταν, η εξαφάνιση των Αρμενίων έγινε ένα πολιτικό, ιστορικό και οικονομικό τετελεσμένο γεγονός. Στην Τουρκία δημοσιεύτηκε μόνο ένα σημαντικό βιβλίο που ασχολείτο με το θέμα, μεταξύ του 1930 και των μέσων της δεκαετίας τού 1970.

Όταν οι Τούρκοι ιστορικοί τελικά επανήλθαν στο θέμα στα τέλη της δεκαετίας τού 1970, το έπραξαν ως απάντηση σε ένα κύμα τρομοκρατικών επιθέσεων σε Τούρκους διπλωμάτες στην Δυτική Ευρώπη, με τις περισσότερες από αυτές να έχουν διενεργηθεί από Αρμένιους αγωνιστές που είχαν ως βάση την Βηρυτό. Η εκστρατεία ξεκίνησε έναν πόλεμο μεταξύ των εθνικιστών ιστορικών. Μια απλοϊκή αρμενική αφήγηση έλεγε για Τούρκους δράστες, ανάλγητους διεθνείς παρευρισκόμενους, και αθώα θύματα Αρμενίους, υποβαθμίζοντας τον ρόλο που είχαν παίξει τα ριζοσπαστικά αρμενικά πολιτικά κόμματα στην τροφοδότηση της καταστολής. Η αντιμετώπιση αυτής της ιστορίας ήταν μια ακόμη πιο ωμή αφήγηση που διαδόθηκε από ορισμένους φιλότουρκους μελετητές, αρκετοί εκ των οποίων λάμβαναν χρηματοδότηση από την τουρκική κυβέρνηση. Αυτή η ιστορία απεικόνιζε τους Αρμένιους ως προδότες και τους Μουσουλμάνους ως θύματα της δολοπλοκίας των χριστιανικών μεγάλων δυνάμεων που προσπάθησαν να διαλύσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία.