Η λέξη από «Γ» | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η λέξη από «Γ»

Η σφαγή των Αρμενίων και οι πολιτικές πέριξ της γενοκτονίας

24042015-1.jpg

Τα παιδιά της ιστορίας: Αρμένιοι διαδηλώνουν εναντίον της Τουρκίας στην Αθήνα, τον Απρίλιο του 2013 (Yannis Behrakis / Courtesy Reuters)

Εκατό χρόνια πριν αυτόν τον Απρίλιο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε μια βάρβαρη εκστρατεία απέλασης και καταστροφής της εθνοτικής αρμενικής κοινότητάς της, την οποία κατηγόρησε ότι υποστήριξε την Ρωσία, έναν εχθρό της στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πάνω από ένα εκατομμύριο Αρμένιοι έχασαν την ζωή τους. Καθώς τιμά την μνήμη της τραγωδίας, η κυβέρνηση των ΗΠΑ, από την πλευρά της, εξακολουθεί να βρίσκει τον εαυτό της να στριφογυρίζει στο καρφί στο οποίο έχει κρεμαστεί επί τρεις δεκαετίες: Θα πρέπει να χρησιμοποιεί τον όρο «γενοκτονία» για να περιγράψει τις ενέργειες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς τους Αρμένιους ή θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη τις προειδοποιήσεις της συμμάχου της, της Τουρκίας, η οποία αντιτίθεται κατηγορηματικά στην χρήση τού όρου και έχει απειλήσει να ανακαλέσει τον πρεσβευτή της ή ακόμα και να αρνηθεί την πρόσβαση των ΗΠΑ σε στρατιωτικές βάσεις τους αν η λέξη χρησιμοποιείται με αυτόν τον τρόπο; Η πρώτη ατραπός δράσης θα εκπληρώσει τις επιθυμίες της ισχυρής αρμενικής αμερικανικής κοινότητας που αριθμεί ένα εκατομμύριο Αρμενίους, καθώς και πολλούς ιστορικούς, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η Ουάσιγκτον έχει μια ηθική επιταγή να χρησιμοποιεί τον όρο. Η δεύτερη θα ικανοποιήσει τους στρατηγούς και τους επισήμους οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η ιστορία είναι περίπλοκη και συμβουλεύουν ενάντια σε ανταγωνισμό με την Τουρκία, έναν πιστό στρατηγικό εταίρο.

Κανένα άλλο ιστορικό θέμα δεν προκαλεί τέτοια αγωνία στην Ουάσιγκτον. Ένας πρώην αξιωματούχος τού Στέιτ Ντιπάρτμεντ μού είπε ότι το 1992, μια ομάδα κορυφαίων πολιτικών των ΗΠΑ κάθισε στο γραφείο τού Brent Scowcroft, του τότε συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας τού προέδρου Τζορτζ Μπους [του πρεσβύτερου], και υπολόγισαν ότι τα ψηφίσματα σχετικά με το θέμα κατανάλωναν περισσότερες ώρες από το χρόνο τους με το Κογκρέσο σε σύγκριση με οποιοδήποτε άλλο θέμα. Με την πάροδο των ετών, η συζήτηση έχει έρθει να επικεντρωθεί σε μια μόνο λέξη, την «γενοκτονία», έναν όρο που έχει αποκτήσει τέτοια δύναμη που κάποιοι αρνούνται να τον προφέρουν δυνατά, χαρακτηρίζοντάς την αντ’ αυτού ως «η λέξη από “Γ”». Για τους περισσότερους Αρμένιους, φαίνεται ότι κανένας άλλος όρος δεν θα μπορούσε ενδεχομένως να περιγράψει τα βάσανα των ανθρώπων τους. Για την τουρκική κυβέρνηση, σχεδόν κάθε άλλη λέξη θα ήταν αποδεκτή.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, προσπάθησε να σπάσει αυτό το αδιέξοδο στις δηλώσεις που έκανε στις 24 Απριλίου, την ημέρα που οι Αρμένιοι παραδοσιακά τιμούν την τραγωδία, ζωντανεύοντας την φράση στην Αρμενική γλώσσα Meds Yeghern ή «Μεγάλη Καταστροφή». Το 2010, για παράδειγμα, δήλωσε, «1,5 εκατομμύριο Αρμένιοι σφαγιάστηκαν ή βάδισαν προς τον θάνατο στις τελευταίες ημέρες τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. … Η Meds Yeghern είναι ένα καταστροφικό κεφάλαιο στην ιστορία τού αρμενικού λαού, και πρέπει να διατηρήσουμε την μνήμη της ζωντανή προς τιμήν εκείνων που δολοφονήθηκαν, έτσι ώστε να μην επαναλάβουμε τα σοβαρά λάθη τού παρελθόντος».

Οι απόγονοι των Αρμενίων που επιδιώκουν την αναγνώριση των δεινών των παππούδων τους θα μπορούσαν να βρουν ό, τι ήθελαν να δουν εκεί, εκτός από ένα πράγμα: Την λέξη «Γενοκτονία» Αυτή η παράλειψη οδήγησε μια εξέχουσα ομάδα άσκησης πίεσης, την Αρμενική Εθνική Επιτροπή της Αμερικής (Armenian National Committee of America), να καταγγείλει την αξιοπρεπή δήλωση του προέδρου ως «μια ακόμα επαίσχυντη συνθηκολόγηση στις απειλές της Τουρκίας», γεμάτη «ευφημισμούς και αόριστη ορολογία».

Κατά μία έννοια, ο Ομπάμα είχε μόνο τον εαυτό του να κατηγορήσει για αυτήν την υπερβολική επίπληξη. Στα κάτω-κάτω, κατά την διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας, είχε, όπως και οι περισσότεροι υποψήφιοι πριν από αυτόν, υποσχεθεί στους Αρμένιους Αμερικανούς ψηφοφόρους ότι θα χρησιμοποιούσε την λέξη «γενοκτονία» αν εκλεγεί, αλλά μόλις ανέλαβε την εξουσία τίμησε την σχέση με την Τουρκία και έσπασε τον όρκο του. Η ομιλία του το 2010 είχε προχωρήσει περισσότερο από όσο εκείνες των προκατόχων του και ανοιχτά άφησε να εννοηθεί ότι είχε την λέξη «Γ» στο μυαλό του όταν δήλωσε, «Η άποψή μου σε αυτή την ιστορία δεν έχει αλλάξει». Αλλά αν κι έφτασε πιο κοντά στην γραμμή, σταμάτησε μόλις πριν την υπερβεί.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΘΕΑΤΡΟ ΠΟΛΕΜΟΥ

Πίσω στο 1915, δεν υπήρχε τίποτα αμφιλεγόμενο για την καταστροφή που υπέστησαν οι Αρμένιοι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κυβέρνηση των Νέων Τούρκων, με επικεφαλής τον Μεχμέτ Ταλάτ Πασά και δύο άλλους, οι οποίοι κυβέρνησαν ό,τι είχε απομείνει από την αυτοκρατορία, είχαν μπει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο έναν χρόνο πριν, με την πλευρά της Γερμανίας, πολεμώντας ενάντια στον πολύχρονο εχθρό της, την Ρωσία. Η ηγεσία κατηγόρησε τους Χριστιανούς Αρμένιους -έναν πληθυσμό σχεδόν δύο εκατομμυρίων, οι περισσότεροι από τους οποίους ζούσαν σε αυτό που είναι τώρα η ανατολική Τουρκία- ότι συμπαθούσαν την Ρωσία και αντιπροσώπευαν έτσι μια πιθανή πέμπτη φάλαγγα. Ο Ταλάτ διέταξε την απέλαση σχεδόν ολόκληρου του λαού στις άνυδρες ερήμους της Συρίας. Κατά την διαδικασία αυτή, τουλάχιστον οι μισοί από τους άνδρες σκοτώθηκαν από τις τουρκικές δυνάμεις ασφαλείας ή από επιδρομές κουρδικών φυλών. Οι γυναίκες και τα παιδιά επέζησαν σε μεγαλύτερους αριθμούς, αλλά υπέμειναν φρικτή λεηλασία, απαγωγές, βιασμούς και μεγάλες πορείες.

Κορυφαίοι πολιτικοί της εποχής θεώρησαν την απέλαση και την σφαγή των Αρμενίων ως την χειρότερη θηριωδία τού Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ένας από αυτούς, ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Θίοντορ Ρούζβελτ, υποστήριξε σε μια επιστολή του προς τον φιλάνθρωπο Κλίβελαντ Ντότζ το 1918, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να πάνε σε πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, «διότι η σφαγή των Αρμενίων ήταν το μεγαλύτερο έγκλημα του πολέμου, και η αποτυχία δράσης κατά της Τουρκίας πρόκειται να το συγχωρήσει».

Μερικές από τις καλύτερες πηγές για τα φρικιαστικά γεγονότα ήταν αμερικανικές. Επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν παραμείνει ουδέτερες κατά τα πρώτα χρόνια τού πολέμου, δεκάδες από τους διπλωμάτες και τους ιεραποστόλους τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε μείνει επί τόπου και είδαν τι συνέβη. Τον Μάιο του 1915, ο Henry Morgenthau, ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, παρέδωσε ένα διάβημα από τους τρεις κύριους αντιπάλους τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας –την Γαλλία, την Ρωσία και το Ηνωμένο Βασίλειο- το οποίο κατήγγειλε την απέλαση των Αρμενίων. Η δήλωση καταδίκαζε την οθωμανική κυβέρνηση για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», σηματοδοτώντας την πρώτη γνωστή επίσημη χρήση τού όρου αυτού. Τον Ιούλιο του 1915, ο Morgenthau τηλεγράφησε στην Ουάσιγκτον: «Εκθέσεις από ευρέως διεσπαρμένες περιοχές δείχνουν συστηματικές προσπάθειες για να ξεριζωθούν ειρηνικοί αρμενικοί πληθυσμοί». Αυτές οι ενέργειες, έγραψε, περιελάμβαναν αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια, και μεγάλης κλίμακας απελάσεις Αρμενίων, «συνοδευόμενες από συχνές περιπτώσεις βιασμών, λεηλασιών και δολοφονιών, που μετατρέπονται σε σφαγές».

Στην άλλη γωνιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Τζέσε Τζάκσον, ο πρόξενος των ΗΠΑ στο Χαλέπι, παρακολουθούσε καθώς τα θλιβερά καραβάνια των απισχνασμένων Αρμένιων έφθαναν στην Συρία. Τον Σεπτέμβριο του 1916, ο Τζάκσον έστειλε ένα τηλεγράφημα στην Ουάσιγκτον που περιέγραφε τα νεκροταφεία των σχεδόν 60.000 Αρμένιων κοντά στην Maskanah, μια πόλη στην σημερινή βόρεια Συρία: «Όσο μπορεί να δει το μάτι φαίνονται αναχώματα που περιέχουν 200 έως 300 πτώματα θαμμένα φύρδην μίγδην, γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι που ανήκουν σε διαφορετικές οικογένειες».

Μέχρι το τέλος τού Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, σύμφωνα με τις περισσότερες εκτιμήσεις εκείνης της εποχής, περίπου ένα εκατομμύριο Αρμένιοι είχαν πεθάνει. Μόλις το ένα δέκατο του αρχικού πληθυσμού παρέμεινε στην γενέτειρά του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι υπόλοιποι είχαν ως επί το πλείστον διασπαρθεί στην Αρμενία, την Γαλλία, τον Λίβανο και την Συρία. Πολλοί, σε όλο και μεγαλύτερους αριθμούς κατά την διάρκεια των ετών, κατευθύνθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Από την δεκαετία τού 1920, τα γεγονότα της Μεγάλης Καταστροφής έγιναν περισσότερο θέμα ιδιωτικής θλίψης παρά δημόσιας καταγραφής. Οι απλοί Αρμένιοι επικεντρώθηκαν στο να χτίσουν μια νέα ζωή για τον εαυτό τους. Το βασικό πολιτικό κόμμα που δραστηριοποιήθηκε στην αρμενική διασπορά, η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία (η οποία είχε για λίγο κυβερνήσει μια ανεξάρτητη Αρμενία την περίοδο 1918-1920, πριν γίνει μια σοβιετική δημοκρατία), ξόδεψε τις περισσότερες από τις προσπάθειές της πολεμώντας την Σοβιετική Ένωση και όχι την Τουρκία. Μόνο στην δεκαετία τού 1960 οι Αρμένιοι αναβίωσαν στα σοβαρά την μνήμη τού πόνου των παππούδων τους ως ένα δημόσιο πολιτικό ζήτημα. Εμπνεύστηκαν από την «συνείδηση του Ολοκαυτώματος», την ανάγκη για συλλογική μνήμη και δράση που έφερε κοντά τον εβραϊκό λαό μετά την δίκη τού Άντολφ Άιχμαν για τα ναζιστικά εγκλήματα πολέμου το 1961.

Η Δημοκρατία της Τουρκίας, που ιδρύθηκε από τον Μουσταφά Κεμάλ το 1923, ήταν ένα κράτος ριζωμένο στην οργανωμένη λήθη -όχι μόνο για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στην ύστερη οθωμανική περίοδο εναντίον των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Ελλήνων αλλά και των δεινών τού μουσουλμανικού πληθυσμού σε μια σειρά πολέμων στην Ανατολία και στα Βαλκάνια πριν από το 1923. Καθώς το νέο τουρκικό κράτος αναπτυσσόταν, η εξαφάνιση των Αρμενίων έγινε ένα πολιτικό, ιστορικό και οικονομικό τετελεσμένο γεγονός. Στην Τουρκία δημοσιεύτηκε μόνο ένα σημαντικό βιβλίο που ασχολείτο με το θέμα, μεταξύ του 1930 και των μέσων της δεκαετίας τού 1970.

Όταν οι Τούρκοι ιστορικοί τελικά επανήλθαν στο θέμα στα τέλη της δεκαετίας τού 1970, το έπραξαν ως απάντηση σε ένα κύμα τρομοκρατικών επιθέσεων σε Τούρκους διπλωμάτες στην Δυτική Ευρώπη, με τις περισσότερες από αυτές να έχουν διενεργηθεί από Αρμένιους αγωνιστές που είχαν ως βάση την Βηρυτό. Η εκστρατεία ξεκίνησε έναν πόλεμο μεταξύ των εθνικιστών ιστορικών. Μια απλοϊκή αρμενική αφήγηση έλεγε για Τούρκους δράστες, ανάλγητους διεθνείς παρευρισκόμενους, και αθώα θύματα Αρμενίους, υποβαθμίζοντας τον ρόλο που είχαν παίξει τα ριζοσπαστικά αρμενικά πολιτικά κόμματα στην τροφοδότηση της καταστολής. Η αντιμετώπιση αυτής της ιστορίας ήταν μια ακόμη πιο ωμή αφήγηση που διαδόθηκε από ορισμένους φιλότουρκους μελετητές, αρκετοί εκ των οποίων λάμβαναν χρηματοδότηση από την τουρκική κυβέρνηση. Αυτή η ιστορία απεικόνιζε τους Αρμένιους ως προδότες και τους Μουσουλμάνους ως θύματα της δολοπλοκίας των χριστιανικών μεγάλων δυνάμεων που προσπάθησαν να διαλύσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησίμευσαν ως η κύρια αρένα για αυτούς τους ισχυρισμούς και τις διαψεύσεις. Σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1990, ο Heath Lowry, ο επικεφαλής τού νεοσύστατου Ινστιτούτου Τουρκικών Σπουδών στην Ουάσιγκτον DC, ακολούθησε μια κοινή γραμμή τού τουρκικού επιχειρήματος: Θέτοντας αμφιβολίες για την αυθεντικότητα των Δυτικών αυτόπτων μαρτύρων. Η δική του καταγραφή, The Story Behind “Ambassador Morgenthau’s Story”, [Η ιστορία πίσω από την «Ιστορία τού πρέσβη Morgenthau»], ισχυρίστηκε ότι ο Morgenthau ήταν ένας αναξιόπιστος μάρτυρας. Άλλοι υποστήριξαν ότι οι Αμερικανοί ιεραπόστολοι ήταν αναξιόπιστοι ως πηγές, λόγω της αντι-μουσουλμανικής προκατάληψής τους. Με την πάροδο των ετών, οι προσπάθειες για να δυσφημήσουν δεκάδες πρωτογενείς πηγές γίνονται όλο και πιο στρεβλές. Η τουρκική ιστοσελίδα Tall Armenian Tale που έχει ως βάση τις ΗΠΑ, για παράδειγμα, προσπαθεί επίπονα να θέσει υπό αμφισβήτηση τον κάθε έναν από τις εκατοντάδες αυτόπτες μάρτυρες τής σφαγής.

Μια πιο νομοταγής γραμμή της ιστορικής έρευνας έχει επικεντρωθεί στα μέχρι τώρα αγνοημένα δεινά των Μουσουλμάνων στην Ανατολία και τον Καύκασο κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτές οι καταγραφές επισημαίνουν ότι οι Αρμένιοι δεν ήταν οι μόνοι άνθρωποι που αντιμετώπισαν διώξεις στην ανατολική Τουρκία. Οι κουρδικοί και τουρκικοί πληθυσμοί, επίσης, υπέστησαν τα πάνδεινα στα χέρια τού ρωσικού στρατού, που περιείχε διάφορα συντάγματα Αρμενίων, όταν αυτές οι δυνάμεις κατέλαβαν κομμάτια της ανατολικής Τουρκίας όχι πολύ καιρό μετά τις απελάσεις των Αρμενίων. Αργότερα, την περίοδο 1918-1920, Αζέροι Μουσουλμάνοι απελάθηκαν από την για λίγο ανεξάρτητη Δημοκρατία της Αρμενίας πριν κατακτηθεί από τους Μπολσεβίκους.

Το πολεμικό πλαίσιο της σφαγής των Αρμενίων και η πολλαπλότητα των παραγόντων που ενεπλάκησαν -πέραν των Αρμενίων και των Τούρκων: Ασσύριοι, Αζέροι, Έλληνες, Κούρδοι, Βρετανοί, Γερμανοί και Ρώσοι- το έκαναν πιο δύσκολο να ειπωθεί η ιστορία σε όλες τις αποχρώσεις της. Η ιστορία της γενοκτονίας των Αρμενίων δεν έχει την καταστροφική απλότητα της αφήγησης του Ολοκαυτώματος. Αλλά μια νέα γενιά ιστορικών έχει τελικά αναλάβει την πρόκληση του να εξηγήσει όλο το πλαίσιο της τραγωδίας. Ορισμένοι από αυτούς, όπως ο Raymond Kevorkian, είναι Αρμένιοι, ενώ άλλοι, συμπεριλαμβανομένου του Donald Bloxham και του Erik-Jan Zurcher, κατάγονται από την Ευρώπη. Αρκετοί προέρχονται από την Τουρκία, συμπεριλαμβανομένου του Fikret Adanir, του Τανέρ Ακτσάμ, του Χαλίλ Μπερκτάϊ και του Φουάτ Ντουντάρ.

Στο επίκεντρο των περισσότερων από αυτές τις ιστορίες βρίσκεται ένας σκληρός πυρήνας αλήθειας: Αν και οι Μουσουλμάνοι υπέφεραν πάρα πολύ κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, σε αμφότερους την Ανατολία και τον Καύκασο, η αρμενική εμπειρία ήταν μια διαφορετική τάξη δεινών. Μαζί με τους Ασσυρίους, οι Αρμένιοι υποβλήθηκαν σε μια εκστρατεία καταστροφής που ήταν πιο τρομερή επειδή ήταν οργανωμένη και συστηματική. Και παρότι ορισμένοι Αρμένιοι εθνικιστές βοήθησαν στην επίσπευση της θηριώδους οθωμανικής αντίδρασης, ως αποτέλεσμα υπέφερε ο κάθε ένας Αρμένιος. Όπως έχει γράψει ο Bloxham, «Πουθενά αλλού κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ο αυτονομιστικός εθνικισμός των ολίγων δεν απαντήθηκε με την ολοκληρωτική καταστροφή της ευρύτερης εθνικής κοινότητας από την οποία προήλθαν οι εθνικιστές. Αυτή είναι η ουσία τού θέματος».

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΩΣ ΟΠΛΑ

Εάν το θέμα της εμπειρίας των Αρμενίων στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν απλώς ένα ζήτημα ιστορικής ερμηνείας, θα ήταν ξεκάθαρος ένας δρόμος προς τα εμπρός. Ο τεράστιος όγκος πρωτογενούς υλικού, σε συνδυασμό με τις αρμενικές προφορικές ιστορίες, πιστοποιεί την ακρίβεια αυτού που θυμούνται οι Αρμένιοι -όπως κάνει και το απλό γεγονός ότι ένας ολόκληρος λαός εξαφανίστηκε από την ιστορική του πατρίδα. Το μόνο που έχουν να κάνουν οι ιστορικοί, όπως φαίνεται, είναι να συμπληρώσουν το πλαίσιο των γεγονότων και να εξηγήσουν γιατί οι Νεότουρκοι μεταχειρίστηκαν τους Αρμένιους με τον τρόπο που το έκαναν.

Αλλά αυτό που κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο σήμερα είναι η λέξη «γενοκτονία», η οποία επινοήθηκε σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά τις απελάσεις των Αρμενίων για να ορίσει την καταστροφή όχι μόνο των ανθρώπων αλλά και ενός ολόκληρου λαού. Ο όρος συνδέεται στενά με τον άνθρωπο που την επινόησε, τον γεννημένο στην Πολωνία Εβραίο δικηγόρο Raphael Lemkin. Ο Lemkin ίσα που διέφυγε από την φρίκη τού Ολοκαυτώματος, που αφάνισε τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του στην Πολωνία αφότου αυτός μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως εξήγησε αργότερα σε μια τηλεοπτική συνέντευξη, «άρχισα να ενδιαφέρομαι για την γενοκτονία γιατί συνέβη τόσο πολλές φορές. Συνέβη στους Αρμένιους, και μετά τους Αρμένιους ανέλαβε δράση ο Χίτλερ».

Ο Lemkin είχε ένα ηθικά θαρραλέο όραμα: Να κατοχυρώσει την έννοια της γενοκτονίας στο διεθνές δίκαιο. Η ακούραστη πίεσή του σύντομα απέδωσε καρπούς: Το 1948, μόλις τέσσερα χρόνια αφότου εφηύρε τον όρο, τα Ηνωμένα Έθνη υιοθέτησαν την Σύμβαση για την Γενοκτονία (Genocide Convention), μια συνθήκη που χαρακτήρισε την πράξη ως διεθνές έγκλημα. Αλλά ο Lemkin ήταν πιο προβληματική προσωπικότητα από όσο ο ευγενής σταυροφόρος που απεικονίζεται στις σύγχρονες καταγραφές, όπως το βιβλίο της Samantha Power «Ένα πρόβλημα από την κόλαση» (A Problem From Hell). Στην αδιάλλακτη επιδίωξη του στόχου του, ο Lemkin επέτρεψε ο όρος «γενοκτονία» να στρεβλωθεί από άλλες πολιτικές ατζέντες. Αντιτάχθηκε στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων τού Ανθρώπου (Universal Declaration of Human Rights), υιοθετημένη μια εβδομάδα μετά την Σύμβαση για την Γενοκτονία, φοβούμενος ότι θα αποσπάσει την προσοχή της διεθνούς κοινότητας από την πρόληψη μελλοντικών γενοκτονιών - στόχος που πίστευε ότι ξεπερνούσε όλους τους άλλους σε σπουδαιότητα. Και κέρδισε την υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης για την Σύμβαση αφότου οι «πολιτικές ομάδες» αποκλείστηκαν από τις τάξεις των ανθρώπων που προστάτευε [η Σύμβαση].

Ο τελικός ορισμός της «γενοκτονίας», που υιοθετήθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη είχε διάφορα ασαφή σημεία, τα οποία έδωσαν νομικό οπλοστάσιο σε χώρες και άτομα που κατηγορούνται για αυτό το έγκλημα για να αντισταθούν στις κατηγορίες. Για παράδειγμα, το άρθρο 2 της Σύμβασης ορίζει την «γενοκτονία» ως «πράξεις που διαπράττονται με σκοπό την καταστροφή, εν όλω ή εν μέρει, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας, ως τέτοια». Η έννοια των λέξεων «ως τέτοια» δεν είναι καθόλου σαφής. Και οι φερόμενοι ως δράστες συχνά αρνούνται ότι η καταστροφή ήταν «διαπραχθείσα με πρόθεση» -ένα επιχείρημα που συχνά γίνεται στην Τουρκία.

Σύντομα, ωστόσο, μόνο λίγοι προσεκτικοί ήταν αυτοί που αναφέρονταν στην Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών όσον αφορά την ανάδειξη του όρου. Στο μυαλό τού ευρύτερου κοινού, η σύνδεση με το Ολοκαύτωμα έδωσε στην λέξη «γενοκτονία» τοτεμική ισχύ, καθιστώντας την το ισοδύναμο του απόλυτου κακού. Μετά το 1948, ο νομικός όρος που είχε αρχικά δημιουργηθεί για να αποτρέψει τις μαζικές αγριότητες έγινε προσβολή που ανταλλασσόταν μεταξύ των εθνών και των λαών που αλληλοκατηγορούνταν για φρικαλεότητες στο παρελθόν και στο παρόν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση η κάθε μια ελεύθερα κατηγορούσε την άλλη για γενοκτονία κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Η αρμενική διασπορά είδε την λέξη ως κάτι που ταίριαζε τέλεια για να περιγράψει το τι είχε συμβεί στους γονείς και τους παππούδες της, και άρχισε να αναφέρεται στην Meds Yeghern ως η «γενοκτονία των Αρμενίων». Η ιδέα βοήθησε να ενεργοποιηθεί ένα νέο πολιτικό κίνημα. Το έτος 1965 σηματοδότησε τόσο την 50η επέτειο από την σφαγή όσο και την στιγμή που η αρμενική διασπορά μετέτρεψε σε πολιτική αιτία της την διεκδίκηση απονομής δικαιοσύνης για τα θύματα.

Στις μεταπολεμικές Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν συνήθης πρακτική το να μπαίνουν οι λέξεις «αρμενική» και «γενοκτονία» μαζί στην ίδια πρόταση. Η συνήθεια αυτή ήρθε με την παραδοχή ότι η σύμβαση του ΟΗΕ –μια από τις πρώτες χώρες που την υπέγραψαν ήταν η Τουρκία- δεν έχει αναδρομική ισχύ και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να αποτελέσει την βάση για νομική δράση που σχετίζεται με παραβιάσεις που διαπράχθηκαν πριν από το 1948. Για παράδειγμα, το 1951, δικηγόροι της κυβέρνησης των ΗΠΑ υπέβαλλαν μια συμβουλευτική γνώμη σχετικά με την Σύμβαση περί Γενοκτονίας στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης, στην Χάγη, επικαλούμενοι την τουρκική σφαγή των Αρμενίων ως παράδειγμα γενοκτονίας. Τον Απρίλιο του 1981, σε μια διακήρυξη για το Ολοκαύτωμα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρήγκαν, ανέφερε «την γενοκτονία των Αρμενίων πριν από αυτήν, και την γενοκτονία των Καμποτζιανών που την ακολούθησε».

Οι πολιτικές συνθήκες άλλαξαν αυτό το σκεπτικό στην δεκαετία τού 1980. Ο ίδιος ο Ρήγκαν πραγματοποίησε απότομη μεταστροφή μετά την δολοφονία του Kemal Arikan, του Τούρκου γενικού πρόξενου στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 1982, από δύο νέους Αρμένιους μαχητές στο Λος Άντζελες. Ο θάνατος ενός διπλωμάτη στενού συμμάχου στο ΝΑΤΟ στην δική του πολιτεία εξόργισε και ντρόπιασε τον πρόεδρο Ρήγκαν. Αυτός και η ομάδα του, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι στα τρία θέματα εξωτερικής πολιτικής που τους αφορούσαν περισσότερο -η Σοβιετική Ένωση, το Ισραήλ και η τρομοκρατία- η Τουρκία ήταν σθεναρά με την πλευρά των ΗΠΑ. Οι Αρμένιοι, αντίθετα, δεν ήταν.

Επτά μήνες μετά την δολοφονία τού Arikan, στο επίσημο δελτίο τού Στέιτ Ντιπάρτμεντ δημοσιεύθηκε ένα ειδικό θέμα σχετικά με την τρομοκρατία, το οποίο περιελάμβανε ένα κομμάτι με τίτλο «Αρμενική Τρομοκρατία: Ένα προφίλ». Μια σημείωση στο τέλος τού άρθρου έλεγε ότι «Επειδή η ιστορική καταγραφή των γεγονότων τού 1915 στην Μικρά Ασία είναι διφορούμενη, το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ δεν εγκρίνει τους ισχυρισμούς ότι η τουρκική κυβέρνηση διέπραξε γενοκτονία κατά των Αρμενίων. Αρμένιοι τρομοκράτες χρησιμοποιούν αυτόν τον ισχυρισμό για να δικαιολογήσουν εν μέρει τις συνεχιζόμενες επιθέσεις τους στους Τούρκους διπλωμάτες και στις τουρκικές εγκαταστάσεις». Σε απάντηση των έξαλλων αρμενικών παραπόνων, το δελτίο κατέληξε να δημοσιεύσει όχι μια αλλά δύο διευκρινίσεις της εν λόγω δήλωσης. Αλλά από εκείνο το σημείο, μια νέα γραμμή είχε χαραχτεί από την εκτελεστική εξουσία, και ο όρος «γενοκτονία των Αρμενίων» τέθηκε εκτός νόμου στον Λευκό Οίκο.

ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΣΤΟ ΚΑΠΙΤΩΛΙΟ

Το Κογκρέσο, εν τω μεταξύ, όργωνε το δικό του αυλάκι. Κατά την δεκαετία τού 1970, ένα εκατομμύριο Αρμένιοι ζούσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι νεότερες γενιές δεν ήταν πλέον πρόθυμες να περιορίσουν τις συζητήσεις για τους θανάτους των προγόνων τους στα κυριακάτικα δείπνα, στα μνημόσυνα και τις χαμηλής κυκλοφορίας εφημερίδες. Πολλοί Αρμένιοι Αμερικανοί που είχαν πολιτικό μυαλό και πλούτο, όπως ο επιχειρηματίας στην Μασαχουσέτη Stephen Mugar, άρχισαν να πιέζουν το Κογκρέσο. Βρήκαν σύμμαχο τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, Tip O'Neill, του οποίου η εκλογική περιοχή περιελάμβανε την ντε φάκτο πρωτεύουσα της αρμενικής κοινότητας της Αμερικής: Το Watertown, στην Μασαχουσέτη. Στις αρχές τού 1975, παρακινημένος από τον Μουγκάρ και άλλους, ο O'Neill κατάφερε να κάνει το Σώμα να περάσει ένα ψήφισμα που να εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρο να ορίσει την 24η Απριλίου του ίδιου έτους ως «Ημέρα Εθνικής Μνήμης τής Απανθρωπιάς από Άνθρωπο σε Άνθρωπο» και να την παρακολουθήσει τιμώντας όλα τα θύματα γενοκτονίας, «ειδικά εκείνα με αρμενική καταγωγή που υπέκυψαν στην γενοκτονία που διαπράχθηκε το 1915».

Αυτή η περίσταση, σηματοδότησε την μοναδική φορά που το Κογκρέσο έχει περάσει οποιοδήποτε είδος ψηφίσματος για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων. Το 1990, η Γερουσία πέρασε δύο ημέρες έντονης συζήτησης για το αν η 24η Απριλίου θα πρέπει και πάλι να οριστεί επίσημα ως εθνική ημέρα μνήμης, αυτή την φορά για την «γενοκτονία των Αρμενίων το 1915-1923». Ο γερουσιαστής από το Κάνσας Bob Dole ηγήθηκε των επιχειρημάτων υπέρ τής κίνησης, αλλά οι αντίπαλοι κατάφεραν να τον εμποδίσουν. Από τότε, με τον Λευκό Οίκο να αντιτίθεται στην επίσημη αναγνώριση της φράσης «γενοκτονία των Αρμενίων», τα ψηφίσματα αυτού του είδους έχουν αποτύχει. Έχουν γίνει μια όλο και πιο κουρασμένη και προβλέψιμη άσκηση: Όσο πολλά ιστορικά στοιχεία παράγουν οι λομπίστες των Αρμενίων για να υποστηρίξουν την υπόθεσή τους, οι Τούρκοι παίζουν το ατού της εθνικής ασφάλειας, απειλώντας ήπια ότι μια ψήφος «ναι» θα έθετε σε κίνδυνο την συνέχιση της χρήσης της Αεροπορικής Βάσης τού Ιντσιρλίκ από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία είναι σε τουρκικό έδαφος, και ένα βασικό κέντρο εφοδιασμού για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ στην περιοχή. Το 2007, όταν ένα ψήφισμα για την γενοκτονία φαινόταν βέβαιο ότι θα περάσει από το Σώμα, όχι λιγότεροι από οκτώ πρώην υπουργούς Εξωτερικών παρενέβησαν με κοινή επιστολή συμβουλεύοντας το Κογκρέσο να απορρίψει το θέμα –πράγμα που έγινε εν τέλει.

Ο αγώνας για την αναγνώριση της γενοκτονίας έχει γίνει πλέον ο λόγος ύπαρξης των δύο κυρίαρχων αρμενικών αμερικανικών οργανώσεων, της Αρμενικής Συνέλευσης της Αμερικής (Armenian Assembly of America) και της Αρμενικής Εθνικής Επιτροπής της Αμερικής (Armenian National Committee of America). Δεν κρύβουν ότι η εκστρατεία τις βοηθά να διατηρούν μια συλλογική ταυτότητα μεταξύ της αρμενικής διασποράς –μιας ολοένα και περισσότερο αφομοιούμενης ομάδας που έχει χάσει άλλους κοινούς δεσμούς όπως η αρμενική γλώσσα και συμμετοχή σε τελετές της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας. Αλλά δεν ήθελαν να παραδεχτούν ότι η εκστρατεία έχει επίσης βλάψει την αιτία τους. Για πολλούς Αμερικανούς, η φράση «γενοκτονία των Αρμενίων» δεν θυμίζει πλέον μια ιστορία ανθρώπινης οδύνης, αλλά μια εξοργιστική ιστορία διαπραγματεύσεων των λόμπι και του Κογκρέσου. Αναπόφευκτα, η ανάγκη να εξασφαλιστούν ψήφοι για κάθε συγκεκριμένο ψήφισμα σχετικά με το θέμα σημαίνει ότι η μνήμη των Οθωμανών Αρμενίων φθηναίνει με το να συνδέεται με άλλα στοιχεία της λειτουργίας τού Κογκρέσου. Αυτό που προκύπτει είναι συνήθη παζάρια, όπως, «Θα ψηφίσετε για το γεωργικό νομοσχέδιο, και εγώ θα σας στηρίξω στο ψήφισμα για την γενοκτονία».

Λίγοι γνωστικοί Αρμένιοι αντιτάχθηκαν στις εν λόγω εκστρατείες lobbying για την αναγνώριση της γενοκτονίας, για το λόγο ότι μετατρέπουν τους θανάτους των παππούδων τους σε μια μεγάλη υπόθεση ανθρωποκτονίας. Βλέπουν ότι οι αδελφοί τους Αρμένιοι ενδιαφέρονται λιγότερο να θρηνούν για τους νεκρούς από όσο να επιδεικνύουν έξω από την τουρκική πρεσβεία τις εικόνες των νεκρών σωμάτων, όσο πιο φρικιαστικές τόσο το καλύτερο, και να αγωνίζονται να αποδείξουν κάτι που ήδη γνωρίζουμε ότι είναι αλήθεια. Η εμμονή με την γενοκτονία, υποστηρίζει ο Γάλλος Αρμένιος φιλόσοφος Marc Nichanian, «απαγορεύει το πένθος».

Οι Αρμένιοι αγωνιστές έχουν δίκιο όταν ισχυρίζονται ότι η προσπάθειά τους για την αναγνώριση της γενοκτονίας έχει το πλεονέκτημα ότι εστιάζει το μυαλό τής Τουρκίας σε ένα ζήτημα που η χώρα θα προτιμούσε να ξεχάσει. Αλλά η εκστρατεία τους έχει επίσης αυξήσει τα τουρκικά πάθη, αφού οι προσπάθειές τους ενισχύουν έμμεσα την τουρκική εθνικιστική ιστορική γραμμή τού Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτή η μερική, αλλά όχι εντελώς ανακριβής, καταγραφή απεικονίζει τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής ως συνωμότες που σχεδιάζουν να υπονομεύσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κατά συνέπεια, κάθε ψήφισμα που εγκρίνεται από μια σύγχρονη μεγάλη δύναμη, καταδικάζοντας τα ιστορικά εγκλήματα της Τουρκίας θα μπορούσε μόνο να πυροδοτήσει ένα επώδυνο σημείο.

Τροφοδοτώντας αυτή την παράνοια, πολλοί Τούρκοι πολιτικοί έχουν εκφράσει την υποψία ότι ένα ψήφισμα για την γενοκτονία θα ανοίξει τον δρόμο για εδαφικές παραχωρήσεις. Οι φόβοι αυτοί έχουν μικρή βάση στην πραγματικότητα. Αν και κάποιες ριζοσπαστικές ομάδες, όπως η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία, συνεχίζουν να προβάλλουν εδαφικές διεκδικήσεις, η Δημοκρατία τής Αρμενίας αναγνωρίζει επίσημα τα σημερινά σύνορα της Τουρκίας. Η αποκατάσταση πλήρων διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, οι οποίες είχαν ανασταλεί από τον πόλεμο Αρμενίας-Αζερμπαϊτζάν στις αρχές της δεκαετίας τού 1990, κάνουν αυτήν την αναγνώριση επίσημη. Καμιά δήλωση από ένα πολιτικό κόμμα που κυβέρνησε τελευταία την Αρμενία το 1920 δεν μπορεί να αλλάξει αυτή την πραγματικότητα.

Όσο για επανορθώσεις, είναι δύσκολο να δούμε το πώς η υιοθέτηση του όρου «γενοκτονία» από την Ουάσιγκτον θα δημιουργήσει ένα θέμα για αυτές. Οι περισσότερες διεθνείς νομικές γνωμοδοτήσεις είναι σαφείς ότι η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την Γενοκτονία δεν φέρει καμία αναδρομική ισχύ και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να εγερθούν αξιώσεις για αφαιρεθείσες ιδιοκτησίες. Ένα τέτοιο σενάριο είναι ακόμη πιο δύσκολο να το φανταστεί κανείς, γιατί θα προκαλούσε μια εφιαλτική αναψηλάφηση του συνόλου τού Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στην διάρκεια του οποίου όχι μόνο οι Αρμένιοι, αλλά και οι Αζέροι, οι Έλληνες, οι Κούρδοι και οι Τούρκοι υπέστησαν αρπαγή των υπαρχόντων τους στην Ανατολία, τα Βαλκάνια και τον Καύκασο. Ωστόσο, η επίκληση της αμφιλεγόμενης λέξης εξακολουθεί να γεμίζει την Τουρκία με φόβο.

ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΜΑΛΑΚΩΜΑ


Το μόνο καλό νέο σε αυτό το ζοφερό ιστορικό παραμύθι προέρχεται από την ίδια την Τουρκία. Από την εκλογή το 2002 της μετα-κεμαλικής κυβέρνησης υπό την ηγεσία τού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (γνωστό ως ΑΚΡ), με μια διαδικασία που σε μεγάλο βαθμό δεν συνδέεται με εξωτερική πίεση, η τουρκική κοινωνία έχει αρχίσει να επανεξετάζει κάποιες από τις σκοτεινές σελίδες τού παρελθόντος της, συμπεριλαμβανομένης της καταπίεσης των μη τουρκικών πληθυσμών της ύστερης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό το σταδιακό άνοιγμα επέτρεψε στους απόγονους των βιαίως εξισλαμισμένων Αρμένιων να βγουν από τις σκιές, και μερικές αρμενικές εκκλησίες και αρμενικά σχολεία άνοιξαν και πάλι. Τούρκοι ιστορικοί έχουν αρχίσει να γράφουν για την ύστερη οθωμανική περίοδο, χωρίς φόβο τιμωρίας. Και έχουν επιτέλους αρχίσει να αμφισβητούν την παλιά κυρίαρχη αφήγηση, που ο ιστορικός Berktay αποκάλεσε «η θεωρία της άμωμου συλλήψεως της Τουρκικής Δημοκρατίας».

Από την άποψη των Αρμενίων, το άνοιγμα αυτό ήταν πολύ αργό. Αλλά δεν θα μπορούσε να προχωρήσει με ταχύτερο ρυθμό. Όπως τόνισε μια από τις βασικές προσωπικότητες πίσω από αυτό το μαλάκωμα, ο εκλιπών με έδρα την Κωνσταντινούπολη Αρμένιος δημοσιογράφος Χραντ Ντινκ, η Τουρκία ήταν μια κλειστή κοινωνία για τρεις γενιές˙ Χρειάζεται χρόνος και τεράστια προσπάθεια για να αλλάξει αυτό. «Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Τουρκία σήμερα δεν είναι ούτε ένα πρόβλημα “άρνησης” ούτε ”αναγνώρισης”, έγραφε ο Ντινκ το 2005. «Το κύριο πρόβλημα της Τουρκίας είναι η “κατανόηση”». Και για την διαδικασία κατανόησης, η Τουρκία πρέπει να αντιμετωπίσει σοβαρά μια εναλλακτική μελέτη της ιστορίας, και για το σκοπό αυτό [χρειάζεται] ένα δημοκρατικό περιβάλλον. … Η κοινωνία υπερασπίζεται την αλήθεια που ξέρει».

Σε αυτό το πνεύμα, ο Ντινκ, ένας γενναίος της αριστεράς και επιβεβαιωμένα αντι-ιμπεριαλιστής, επέκρινε τα ψηφίσματα περί γενοκτονίας σε ξένα κοινοβούλια με την αιτιολογία ότι απλώς αντιγράφουν προηγούμενους εκφοβισμούς των μεγάλων δυνάμεων κατά της Τουρκίας. Είδε την αποστολή του σαν βοήθεια στους Τούρκους να κατανοήσουν τους Αρμενίους και το τραύμα που έχουν περάσει από γενιά σε γενιά, βοηθώντας παράλληλα τους Αρμένιους να αναγνωρίσουν τις ευαισθησίες και τα έννομα συμφέροντα των Τούρκων. Η στάση τού Ντινκ έσπασε αμφότερα τα ταμπού της Τουρκίας και των Αρμένιων, και πλήρωσε το υψηλότερο τίμημα για το θάρρος του: Το 2007, δολοφονήθηκε από έναν νεαρό Τούρκο εθνικιστή.

Οι ιδέες τού Ντινκ δείχνουν ότι η λέξη «γενοκτονία» μπορεί να είναι ο σωστός όρος αλλά η λάθος λύση στην διαμάχη. Με απλά λόγια, η συναισθηματική δύναμη της λέξης έχει εξουδετερώσει τον διάλογο Αρμενίας-Τουρκίας. Κανείς δεν παραδέχεται πρόθυμα ότι διέπραξε γενοκτονία. Αντιμέτωποι με αυτή την κατηγορία, πολλοί Τούρκοι (και άλλοι στην θέση τους) πιστεύουν ότι καλούνται να συγκρίνουν τους παππούδες τους με τους Ναζί.

Μπορεί να είναι ότι η ίδια η λέξη «γενοκτονία» έχει εξαντληθεί, και ότι η επιτυχία τής εφεύρεσης του Lemkin ήταν επίσης η καταστροφή της. Ο Lemkin ίσως ποτέ δεν περίμενε ότι η επινόηση ενός νέου προτύπου της φρικαλεότητας θα πυροδοτούσε έναν ατυχή παγκόσμιο ανταγωνισμό στον οποίο τα έθνη -από το γειτονικό τής Αρμενίας Αζερμπαϊτζάν ως το Σουδάν και το Θιβέτ- θα συναγωνίζονταν για να κάνουν τον όρο να εφαρμόσει στην δική τους τραγωδία. Όπως παρατήρησε ο φιλόσοφος Tzvetan Todorov, ακόμα κι αν κανείς δεν θέλει να είναι θύμα, η θέση αυτή όντως παρέχει ορισμένα πλεονεκτήματα. Ομάδες που κέρδισαν την αναγνώριση ως θύματα αδικιών τού παρελθόντος, αποκτούν «μια απύθμενη γραμμή ηθικής πίστωσης», έχει γράψει. «Όσο μεγαλύτερο είναι το έγκλημα στο παρελθόν, τόσο περισσότερο επιτακτικά τα δικαιώματα στο παρόν –κάτι που αποκτάται μόνο μέσω της συμμετοχής στην αδικημένη ομάδα». Αντίθετα, τα εγγόνια των φερόμενων ως δραστών φιλοδοξούν να απαλλάξουν τους προγόνους τους από την ενοχή και, κατά συνέπεια, από μια σύνδεση με τον Αδόλφο Χίτλερ και το Ολοκαύτωμα.

Στο «A Problem From Hell», ο Power επέκρινε την διεθνή κοινότητα για την δειλία της και την αποτυχία της να σταματήσει τις γενοκτονίες, ακόμη και αφότου αυτό το φρικτό φαινόμενο είχε ονομαστεί και τεθεί εκτός νόμου. Αλλά το πρόβλημα μπορεί να τεθεί και με αντίστροφο τρόπο: Θα μπορούσε οι διεθνείς παράγοντες να κρύβονται πίσω από τις ασάφειες της ορολογίας «γενοκτονία» προκειμένου να μην κάνουν τίποτα, και ότι η ίδια η δύναμη της λέξης «γενοκτονία» και οι ευθύνες που επικαλείται να αποτρέπουν την δράση; Μπορεί να είναι τυχαίο το γεγονός ότι η πρώτη επιτυχής δίωξη στο πλαίσιο της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την Γενοκτονία, αυτή για έναν εγκληματία πολέμου από την Ρουάντα, ήρθε μόλις τον Σεπτέμβριο του 1998, σχεδόν 50 χρόνια μετά την υιοθέτηση της Σύμβασης.

Στην περίπτωση των Αρμενίων, η φράση «γενοκτονία των Αρμενίων» έχει καταστεί συνήθης στην επιστημονική βιβλιογραφία. Εκείνοι που θα την απέφευγαν σήμερα κινδυνεύουν να βάλουν τον εαυτό τους στην παρέα των σκεπτικιστών που ελαχιστοποιούν την τραγωδία ή την αρνούνται απερίφραστα. Πολλοί προοδευτικοί Τούρκοι διανοούμενοι, επίσης, χρησιμοποιούν τώρα τον όρο. Ανάμεσά τους είναι τέτοιες γενναία φωνές όπως ο δημοσιογράφος Χασάν Κεμάλ, εγγονός του Αχμέτ Τζεμάλ Πασά, ενός από τους τρεις ηγέτες της Νέας Τουρκίας ο οποίος ηγείτο στην βάρβαρη Οθωμανική κυβέρνηση το 1915.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η Meds Yeghern είναι μια κατώτερη και λιγότερο εκφραστική φράση. Αν γίνει πιο ευρέως χρησιμοποιούμενη, θα μπορούσε να αποκτήσει την ίδια απήχηση με την φράση «Ολοκαύτωμα» και «Shoah» που έχουν περιγράψει την τύχη των Εβραίων της Ευρώπης. Υπάρχει επίσης ο νομικός όρος «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το 1915 ειδικά σε σχέση με την σφαγή των Αρμενίων. Η έννοια αυτή δεν έχει την συναισθηματική φόρτιση και τα προβλήματα ορισμού τού όρου «γενοκτονία», και καλύπτει τις μαζικές θηριωδίες που δεν εμπίπτουν στον στενό της ορισμό -εκείνες στις οποίες οι δράστες ίσως να μην είχαν σκοπό την εξάλειψη ενός ολόκληρου έθνους, αλλά πάλι έχουν σκοτώσει φοβερά πολλούς αθώους ανθρώπους.

Η πρόκληση για τις Ηνωμένες Πολιτείες, λοιπόν, δεν είναι απλώς να βρουν έναν τρόπο να χρησιμοποιήσουν και πάλι τον όρο «γενοκτονία των Αρμενίων», μια φράση που έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν, αλλά να το πράξουν ενώ θα δέχονται επίσης τους περιορισμούς μιας έννοιας που έχει γίνει συναισθηματικά βαριά και υπερβολικά νομικίστικη. Η απλή πράξη τής χρήσης τού όρου, χωρίς βαθύτερη εμπλοκή με την ιστορία των Αρμενίων και των Τούρκων, θα κάνει ελάχιστα για να επιλύσει την μεγαλύτερη υποκείμενη ερώτηση -δηλαδή, το πώς να πεισθεί η Τουρκία να τιμήσει τις απώλειες των Οθωμανών Αρμενίων και άλλων μειονοτήτων πριν από εκατό χρόνια.

Ούσες μια ουδέτερη δύναμη το 1915, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ισχυρίζονται ότι δεν έχουν καμία ιστορική μνησικακία εναντίον της Τουρκίας. Η Ουάσιγκτον μπορεί συνεπώς να βοηθήσει να επέλθει η προσέγγιση μεταξύ των Αρμενίων και των Τούρκων, που υποστήριξε ο Ντινκ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να προτρέψουν την Τουρκία να επιταχύνει την διαδικασία της ιστορικής αναγνώρισης παίρνοντας μέτρα για να κρατήσει τον μικρό αρμενικό τουρκικό πληθυσμό από το να φύγει από την χώρα, για να διατηρήσει ό, τι λίγο σώζεται από την αρμενική πολιτιστική κληρονομιά στην Τουρκία, και να αποκαταστήσει την θέση των Αρμενίων και των άλλων εθνοτικών μειονοτήτων στα βιβλία τής ιστορίας τής Τουρκίας.

Οι Αρμένιοι πρέπει να είναι σε θέση να θάψουν οριστικά τους παππούδες τους και να λάβουν βεβαίωση από το τουρκικό κράτος για την τρομερή μοίρα που υπέστησαν. Αυτά τα βήματα προς την κατεύθυνση της συμφιλίωσης σίγουρα θα γίνουν πιο δυνατά καθώς μια πιο ανοικτή Τουρκία αρχίζει να αντιμετωπίζει το παρελθόν της συνολικά. Αν αυτό μπορεί να γίνει, όλα τα υπόλοιπα θα ακολουθήσουν.

Copyright © 2002-2014 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/142489/thomas-de-waal/the-g-word

Σύνδεσμοι:
[1] http://www.amazon.com/Great-Catastrophe-Armenians-Shadow-Genocide/dp/019... great catastrophe
[2] https://twitter.com/TomdeWaalCEIP

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr