Η βόμβα του Μπλερ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η βόμβα του Μπλερ

Πώς η αποστασιοποίηση της Σκωτίας ανατίναξε τις βρετανικές βουλευτικές εκλογές
Περίληψη: 

Γιατί μετά την 7η Μαΐου 2015, η πολιτική στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια.

Η FIONA HILL είναι διευθύντρια του Κέντρου για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη και βασική συνεργάτιδα στο πρόγραμμα Εξωτερικής Πολιτικής στο Ινστιτούτο Brookings.
Ο PHILIPPE LE CORRE είναι επισκέπτης συνεργάτης στο Κέντρο για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη στο Brookings.

Το 1998, το Βρετανικό Κοινοβούλιο εκπλήρωσε μια προεκλογική υπόσχεση που έκανε ο τότε πρωθυπουργός του Εργατικού Κόμματος, Τόνι Μπλερ, το 1997 και πέρασε το Νομοσχέδιο της Σκωτίας, ανοίγοντας τον δρόμο για να εκλέξει η Σκωτία το δικό της νομοθετικό σώμα. Το 1999, σχεδόν 300 χρόνια μετά την απορρόφηση των παλιών «Κτημάτων της Σκωτίας» από το παλάτι του Γουέστμινστερ, ένα ανεξάρτητο νομοθετικό σώμα επέστρεψε στο Εδιμβούργο. Για τα επόμενα 15 χρόνια, η κυβέρνηση της Σκωτίας και το Κοινοβούλιο επικεντρώθηκαν στις λεπτομέρειες της οικοδόμησης θεσμών και της διακυβέρνησης. Στην συνέχεια, τον Σεπτέμβριο του 2014, η Σκωτία εξερράγη. Το κυβερνών Εθνικό Κόμμα της Σκωτίας (SNP) προήδρευσε σε δημοψήφισμα για την εθνική ανεξαρτησία που έστειλε κύματα σοκ σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο.

Λίγες μέρες πριν από το δημοψήφισμα, με την ψηφοφορία να μην ανακηρύσσει νικητή σύμφωνα με τις προβλέψεις, το Εργατικό Κόμμα της Σκωτίας προσπάθησε να εντείνει την εκστρατεία του «καλύτερα Μαζί [1]», ή «Όχι», η οποία έλαβε παρασκηνιακή βοήθεια από τα σχεδόν ετοιμοθάνατα Συντηρητικό Σκωτσέζικο Κόμμα και Ενωτικό Κόμμα. Η απόδοση των Εργατικών ήταν ασθενική. Αν δεν υπήρχαν οι φόβοι των ψηφοφόρων για αρνητικές οικονομικές συνέπειες της ανεξαρτησίας και η παρακινητική δωδεκάωρη ομιλία υπεράσπισης της Ένωσης από τον πρώην ηγέτη των Εργατικών και πρωθυπουργό Γκόρντον Μπράουν -Σκωτσέζο με ένα χάρισμα φλογερής ρητορικής- οι θετικές ψήφοι ίσως και να υπερτερούσαν. Σε αυτήν την περίπτωση, το SNP έχασε το δημοψήφισμα. Αλλά το Εργατικό Κόμμα φαίνεται να έχει χάσει την Σκωτία.

07052015-1.jpg

Η αρχηγός του SNP, Nicola Sturgeon, ποζάρει με μια αφίσα κατά την διάρκεια προεκλογικής επίσκεψης στο Portobello, στην Σκωτία, στις 22 Απριλίου του 2015. RUSSELL CHEYNE/ REUTERS

Από τον Σεπτέμβριο, νέα μέλη έχουν καταφύγει στο SNP και το κόμμα έχει μετακινηθεί από την περιφέρεια για να γίνει μια σημαντική πολιτική δύναμη της βρετανικής πολιτικής σκηνής. Μερικές δημοσκοπήσεις προβλέπουν ότι το SNP μπορεί να κερδίσει έως και τις 56 από τις 59 έδρες της Σκωτίας στο Κοινοβούλιο του Westminster στις εκλογές αυτήν την εβδομάδα. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει μια έδρα για τον Άλεξ Σάλμοντ, πρώην αρχηγό του SNP και Πρώτο Υπουργό της Σκωτίας, ο οποίος ήταν ο αρχιτέκτονας του δημοψηφίσματος του 2014. Αν το SNP επισκιάσει το Εργατικό Κόμμα της Σκωτίας στα παραδοσιακά σκωτσέζικα προπύργιά του, το SNP θα μπορούσε να στερήσει από το Εργατικό Κόμμα την πλειοψηφία που χρειάζεται για να σχηματίσει κυβέρνηση.

Έτσι, οι βρετανικές βουλευτικές εκλογές που διεξάγονται στις 7 Μαΐου φαίνεται ότι θα ξαναγράψουν την πολιτική κληρονομιά του Τόνι Μπλερ. Μέχρι το 2014, ο Μπλερ -ο οποίος άφησε τον αριθμό 10 της οδού Downing (την έδρα του πρωθυπουργού) το 2007, μετά από μια δεκαετία στην εξουσία- έλαβε τα εύσημα για την επάνοδο του Εργατικού Κόμματος στην εξουσία μετά από χρόνια αποτυχίας. Ο Μπλερ κέρδισε τρεις διαδοχικές βουλευτικές εκλογές, μεταφέροντας το κόμμα από τα αριστερά προς το κέντρο, δίνοντας περισσότερες εξουσίες στην Σκωτία και σε άλλες τοπικές Αρχές, μετά από δεκαετίες συγκέντρωσης κάτω από τις κυβερνήσεις του Συντηρητικού Κόμματος, και ιδιοποιούμενος ουσιαστικά τα βασικά στοιχεία της οικονομικής και κοινωνικής ατζέντας των Συντηρητικών. Ο διπλός στόχος του ήταν να ενισχύσει το Εργατικό Κόμμα και να ενισχύσει την Ένωση.

Το 2015, και τα δύο φαίνονται πιο αδύναμα από ποτέ, ενώ οι πολιτικοί κληρονόμοι του Μπλερ ασχολούνται με τις ακούσιες συνέπειες της επιτυχίας αυτής της πολιτικής του. Η αποκέντρωση της Σκωτίας οδήγησε το Ηνωμένο Βασίλειο στα πρόθυρα της διάλυσης το 2014 -και μπορεί να το ξανακάνει. Η ασάφεια του Μπλερ αναφορικά με τις παραδοσιακές βρετανικές κομματικές διαχωριστικές γραμμές στην δημιουργία του «Νέου Εργατικού Κόμματος» οδήγησε σε μια από τις πιο αμφισβητούμενες και βαρυσήμαντες εκλογές των τελευταίων δεκαετιών.

Στις 8 Μαΐου, είναι πολύ πιθανό ότι ούτε το Εργατικό Κόμμα υπό τον σημερινό αρχηγό του, Εντ Μίλιμπαντ, ούτε το Συντηρητικό Κόμμα υπό τον νυν πρωθυπουργό, Ντέιβιντ Κάμερον, δεν θα καταφέρουν να κερδίσουν με πλήρη πλειοψηφία ( «hung Parliament»). Θα πρέπει και οι δύο να εξετάσουν το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης συνασπισμού -όπως η τρέχουσα συμφωνία ανάμεσα στους Συντηρητικούς και τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες ˑ ενώ θα πρέπει να ευχαριστήσουν και οι δύο τον Μπλερ για την δύσκολη αυτή θέση στην οποία έχουν περιέλθει.

Κατά την διάρκεια της θητείας του, ο Μπλερ αποστασιοποιήθηκε σταθερά από την παλιά βάση των «στρατολογημένων» ακτιβιστών του Εργατικού Κόμματος που εντάχθηκαν στην πολιτική μέσω των βιομηχανικών συνδικάτων. Γέμισε το υπουργικό του συμβούλιο με τεχνοκράτες και «επαγγελματίες πολιτικούς», οι οποίοι εξελέγησαν σε ασφαλείς κοινοβουλευτικές έδρες στην καρδιά του Εργατικού Κόμματος. Ο Μπλερ και πολλοί από τους ανθρώπους που επέλεξε ήταν κοινωνικά και εκπαιδευτικά όμοιοι με τους ιδεολογικούς τους αντιπάλους στο Συντηρητικό Κόμμα. Οι νέοι βουλευτές του Εργατικού Κόμματος δεν είχαν ιδιαίτερες σχέσεις με τις εκλογικές τους περιφέρειες και ελάχιστα ήταν εκείνα στο προσωπικό τους υπόβαθρο που είχαν απήχηση στον μέσο ψηφοφόρο. Σήμερα, ο Μίλιμπαντ και ο Κάμερον αγωνίζονται να διαχωριστούν τόσο ο ένας από τον άλλο όσο και από ένα μεγαλύτερο πακέτο πολιτικών υποψηφίων οι οποίοι θεωρούνται ευρέως μέλη μιας ομοιογενούς λονδινοκεντρικής ελίτ.