Νέο ξεκίνημα στον Αραβικό Κόλπο; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Νέο ξεκίνημα στον Αραβικό Κόλπο;

Πώς να επιδιορθωθούν οι σχέσεις της Ουάσιγκτον με τους Άραβες εταίρους της

Ως σημείο εκκίνησης, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να προσφέρει στα κράτη του Κόλπου το κύρος του Μείζονος εκτός ΝΑΤΟ Συμμάχου γεγονός που θα τους χορηγήσει πρόσθετα οφέλη σε ό, τι αφορά τον στρατό και την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να αγοράσουν στρατιωτικό εξοπλισμό και υπηρεσίες από τις ΗΠΑ πολύ πιο γρήγορα. Άλλες διαβεβαιώσεις θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν περισσότερες κοινές τακτικές στρατιωτικές ασκήσεις, καθώς και την πώληση όπλων υψηλότερης ποιότητας, όπως μαχητικά αεροσκάφη F-35. Βεβαίως, μια τέτοια κίνηση δεν θα μπορέσει να κατευνάσει τελείως τις ανησυχίες των αραβικών κρατών σχετικά με το σθένος της πολιτικής βούλησης των ΗΠΑ, αλλά ίσως αναθερμάνει τις σχέσεις και προωθήσει τον εποικοδομητικό και συνεχή διάλογο.

Ως δεύτερο βήμα, η Ουάσιγκτον πρέπει να συμπληρώσει τον σκελετό μιας απλής δήλωσης και να καθιερώσει μια πιο επίσημη πολυμερή δέσμευση ασφαλείας. Αυτή η κίνηση δεν θα συνεπαγόταν αναγκαστικά κάποια νομικά δεσμευτική συλλογική Συνθήκη Άμυνας. Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι ενδιαφερόμενοι εταίροι του Κόλπου θα μπορούσαν να υπογράψουν μια πολιτικά δεσμευτική συμφωνία αναφορικά με την συλλογική άμυνα των υπολοίπων. Η συμφωνία αυτή θα μπορούσε να αναφέρει, για παράδειγμα, ότι κάθε υπογράφων μπορεί να ζητήσει πολιτικο-στρατιωτικές διαβουλεύσεις με τους εταίρους του σε περίπτωση κρίσης. Θα είχε την δυνατότητα επίσης να διευκρινίσει ότι η όποια απειλή για κάθε ένα από τα μέρη θα θεωρείτο απειλή για όλους και θα επέφερε όχι μόνο συζήτηση, αλλά και πλήρη στρατιωτική απάντηση.

Για την ενίσχυση αυτής της συμφωνίας, τα κράτη που υπέγραψαν θα μπορούσαν να αναθέσουν στις ένοπλες δυνάμεις τους να συνεργαστούν για την ανέγερση μιας συνδυασμένης κοινής στρατιωτικής διοικητικής δομή, παρόμοιας με την Ανωτάτη Συμμαχική Διοίκηση του ΝΑΤΟ. Ο οργανισμός αυτός θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μόνιμο στρατιωτικό αρχηγείο σχεδιασμού σε καιρό ειρήνης και να αναχθεί σε επιχειρησιακό στρατηγείο κατά την διάρκεια περιόδων κρίσης. Ως πυρήνα αυτής της δομής, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει έναν από τους βασικούς κόμβους του στρατιωτικού δικτύου των ΗΠΑ στον Κόλπο, όπως την αεροπορική βάση al Dhafra στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Αυτή η διοικητική δομή θα βρίσκεται όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι συμμαχικές στρατιωτικές δυνάμεις σχεδιάσουν τις προτεινόμενες ασκήσεις και εκπαιδευτικές ενέργειες, και θα συζητά για τις εξελίξεις σχετικά με τις απειλές από το Ιράν και άλλους πιθανούς αντιπάλους, όπως το Ισλαμικό Κράτος (επίσης γνωστό ως ISIS). Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε επίσης στους εταίρους να σχεδιάσουν πρόσθετους τρόπους εμβάθυνσης της στρατιωτικής διαλειτουργικότητάς τους αναφορικά με τις τακτικές, τις τεχνικές, τις διαδικασίες και τον στρατιωτικό εξοπλισμό.

Στην συνέχεια, οι Ηνωμένες Πολιτείες και όσες χώρες του Περσικού Κόλπου είναι πρόθυμες, θα μπορούσαν να αναπτύξουν έναν μόνιμο πολιτικο-στρατιωτικό μηχανισμό διαβούλευσης -ας το ονομάσουμε Συμβούλιο ΗΠΑ-Κόλπου, ή UGC- που θα καθιερώνει συζητήσεις ρουτίνας (παραδείγματος χάριν, κάθε έξι μήνες) και θα συγκαλεί έκτακτες συνεδριάσεις όταν αυτό είναι απαραίτητο. Ο μηχανισμός αυτός θα αντικαταστήσει το αναποτελεσματικό Στρατηγικό Φόρουμ Συνεργασίας ΗΠΑ- GCC, το οποίο, αν μη τι άλλο, έχει κάνει ελάχιστα για να ενισχύσει την συνεργασία από την στιγμή που ιδρύθηκε το 2012. Το UGC θα αποτελεί το φόρουμ στο οποίο οι υπουργοί Εξωτερικών των ΗΠΑ και του Κόλπου θα συζητούν για τις κυριότερες ανησυχίες τους, τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες. Αν υπήρχε ήδη ένα τέτοιο σώμα διαβούλευσης, για παράδειγμα, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να συνεδριάζει πριν και μετά από κάθε διαπραγμάτευση των P5 + 1 με το Ιράν. Οι εταίροι θα χρησιμοποιούσαν επίσης τον εν λόγω μηχανισμό ως πρώτη τους επιλογή, σε περιπτώσεις όπου άλλες σημαντικές εξελίξεις απαιτούσαν την σύγκληση κορυφαίων διπλωματών, ακόμη και αρχηγών κρατών. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο, η συνάντηση στο Καμπ Ντέιβιντ θα μπορούσε να αποτελέσει πρόδρομο μιας συνόδου κορυφής του UGC.

Το τελικό στάδιο της παρούσας βαθμιαίας στρατηγικής θα ήταν μια τυπική, νομικά δεσμευτική συλλογική Συνθήκη Άμυνας. Μια τέτοια συμφωνία, παρεμφερής με εκείνη που προτείναμε σε πρόσφατη έκθεση του Ατλαντικού Συμβουλίου [2] με τίτλο «Έντεχνη Ισορροπία», είναι η πιο στρατηγικά ορθή και αποδοτική επιλογή που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν ο Ομπάμα και οι διάδοχοί του. Μια συνθήκη αυτού του είδους δεν θα είναι απλά βοηθητική για την σημαντική βελτίωση της περιφερειακής ασφάλειας. Θα παρέχει επίσης τον απόλυτο καθησυχασμό στους εταίρους της Ουάσιγκτον στον Κόλπο και θα αύξανε την αξιοπιστία και την στιβαρότητα της αποτροπής των ΗΠΑ κατά του Ιράν εάν εκείνο παραβίαζε ποτέ την πυρηνική συμφωνία. Πρόσθετα οφέλη θα περιλαμβάνουν την σταθεροποίηση των πολιτικών σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Κόλπου, οι οποίες θα συμβάλουν στην μείωση της στρατηγικής αβεβαιότητας και θα σταθεροποιήσουν το περιβάλλον ασφαλείας από την στιγμή που θα υπογραφεί η συμφωνία του Ιράν μέχρι και μετά την λήξη της. Αυτό θα μπορούσε ακόμη και να αυξήσει τις πιθανότητες έγκρισης της συμφωνίας από το Κογκρέσο. Τέλος, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποκτήσουν μια νέα δυνατότητα εφαρμογής ενός πολυαναμενόμενου στρατηγικού ανασχεδιασμού αναφορικά με την στάση της δύναμής τους στον Κόλπο.

ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΜΑΚΡΙΑ