Το ελληνικό δράμα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το ελληνικό δράμα

Το αδιέξοδο και πώς μπορεί να αρθεί

Αυτό που πολλοί στην Ευρώπη και την Ελλάδα φοβούντο ότι ήταν πιθανό να συμβεί, τελικά έγινε πραγματικότητα: Η Ελλάδα υπέστη ένα Graccident, ένα «ατύχημα», και οδεύει σε ένα Grexit, μια έξοδό της από την ευρωζώνη και την Ευρώπη.

Η εξέλιξη αυτή γινόταν όλο και πιο πιθανή τους τελευταίους μήνες καθώς η χώρα παρουσίαζε συμπτώματα αυξανόμενης κόπωσης μετά από έξι χρόνια ύφεσης και εντεινόμενης πίεσης από τους δανειστές της προκειμένου να αποπληρώνει τα χρέη της. Ούτως ή άλλως, η Ελλάδα είχε γίνει το «μαύρο πρόβατο» του ευρωπαϊκού νότου, όχι τόσο για το γεγονός ότι το χρέος της ήταν δύσκολα βιώσιμο όσο για το ότι η συμπεριφορά των ηγετών της, προεξάρχοντος του Γιώργου Παπανδρέου, δεν ταίριαζε με τα καθιερωμένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ροπή στον λαϊκισμό και οι πρωτοβουλίες για δημοψηφίσματα έπλητταν την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων ηγετών προς τους Έλληνες ομολόγους τους.

Παρά το ότι στα τελευταία πέντε χρόνια υπήρξαν κυβερνήσεις και περίοδοι όπου η συνεργασία των ελληνικών Αρχών με τις ευρωπαϊκές Υπηρεσίες και τους θεσμούς, συμπεριλαμβανομένου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ήταν σε καλό κλίμα και παραγωγική, η εμμονή και των δύο πλευρών σε εισπρακτικά μέτρα επιβάρυνε την συνολική εικόνα. Οι μεν δανειστές ενδιαφέρονταν πρωτίστως να εξασφαλίσουν την εξυπηρέτηση των δανείων, το δε πολιτικό κατεστημένο στην Ελλάδα απέφευγε τις ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, φοβούμενο ότι θα χάσει την επιρροή που είχε στο εκλογικό σώμα.

Επιπροσθέτως, η ανάδυση λαϊκίστικων κινημάτων όπως οι Podemos στην Ισπανία και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο στην Ιταλία, έδιναν θάρρος στα αντίστοιχα πολιτικά μορφώματα στην Ελλάδα, όπως οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και ο ΣΥΡΙΖΑ. Τα παλιά κόμματα εξουσίας φθείρονταν από την διαχείριση της κρίσης αλλά και από την πλαγιοκόπηση της ανόδου του εθνικισμού που συνδυάζει την παρουσία οικονομικών μεταναστών με τα οικονομικά προβλήματα, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Επιπροσθέτως, ο ευρωσκεπτικισμός και το δημοψήφισμα της Σκωτίας για την απόσχιση από την Μεγάλη Βρετανία έδιναν ακόμη περισσότερα επιχειρήματα σε εκείνους που ευαγγελίζονταν έναν νέο –αλλά αδιευκρίνιστο- δρόμο επίλυσης των προβλημάτων των ευρωπαϊκών κοινωνιών που επλήγησαν από την οικονομική κρίση.

Μέσα στο σκηνικό αυτό ήταν εύκολο για ένα λαϊκίστικο κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ να υποσχεθεί τα πάντα στους πάντες και να κερδίσει την εξουσία, έστω κι αν δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την αυτοδυναμία. Όπως ήταν ήδη προφανές, θα έβρισκε πρόθυμους εταίρους στο υπόλοιπο φάσμα του λαϊκισμού.

Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, αλλά και άλλες σημαντικές δυνάμεις έξω από την Ευρώπη, θεώρησαν αρχικά ότι ίσως επρόκειτο για μια ευκαιρία να συνεννοηθούν με νέες άφθαρτες ηγεσίες ώστε να προωθήσουν τις από μακρού χρόνου απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και άλλες συμφωνίες, απαλλαγμένες από εμπόδια ενσωματωμένα στα παλιά κόμματα εξουσίας. Έκαναν λάθος. Η περίπτωση της Ελλάδας έκανε φανερό ότι σε περιόδους κρίσης, μια κυβέρνηση που απαρτίζεται από στελέχη με ελάχιστη πρακτική εμπειρία σε κυβερνητικές θέσεις, υποκύπτει σε λάθη, καθυστερήσεις και πισωγυρίσματα. Χρειάζεται χρόνο για να αντιληφθεί το πραγματικό πλαίσιο των ζητημάτων, και ακόμη περισσότερο χρόνο για να οργανώσει μια προσγειωμένη πρόταση αντιμετώπισής τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ συνέχισαν να ρητορεύουν με προεκλογικούς όρους ακόμη και αφότου κατέκτησαν την κυβέρνηση αλλά και απαιτούσαν αλλαγές στην λειτουργία του κρατικού μηχανισμού αγνοώντας τις διαδικασίες μέσω των οποίων μπορούσαν να πραγματοποιηθούν αυτές οι αλλαγές. Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι από την μια πλευρά οι προσδοκίες του κοινού συνέχισαν να αυξάνονται και από την άλλη το έργο ήταν ελάχιστο.

Φυσικά, αυτά που μπορεί να έχουν ένα πολιτικό αποτέλεσμα στο εσωτερικό μιας χώρας, δεν σημαίνει ότι βρίσκουν απήχηση και σε διεθνές επίπεδο. Οι νέοι ηγέτες της Ελλάδας απέτυχαν στο να κάνουν αυτή την διάκριση, προσπάθησαν μάλιστα το αντίθετο: Να φέρουν στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό όλα τα ζητήματα των διεθνών διαπραγματεύσεων της χώρας. Έτσι, ο υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης, αφού πρώτα έκανε μια αναγνωριστική περιοδεία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, θεωρητικολογούσε επί μήνες στα συμβούλια υπουργών Οικονομικών της ΕΕ, αποφεύγοντας να παρουσιάσει προτάσεις για την προώθηση των συνομιλιών και απομειώνοντας με αυτό τον τρόπο συστηματικά τις όποιες πιθανότητες για εξεύρεση θετικής λύσης. Ο δε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας φρόντισε να κάνει σαφές ότι επεδίωκε να βρει εναλλακτικούς εταίρους, βασικά την Ρωσία την οποία στήριξε στο θέμα των εναντίον της κυρώσεων για το θέμα της Ουκρανίας (μην αποτολμώντας τελικά να διαφοροποιηθεί έμπρακτα από την γραμμή των Βρυξελλών) αλλά και στο ζήτημα του αγωγού φυσικού αερίου Turkish Stream, υπογράφοντας σχετικό μνημόνιο με την Μόσχα. Επίσης, θα μείνουν στην μνήμη δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων ότι θα απευθυνθούν «στους Κινέζους» ή στο Ιράν για να βρουν τα πολυπόθητα κεφάλαια που χρειάζεται η Ελλάδα.

Ήταν αναμενόμενο, λοιπόν, ότι όσο πλησίαζε η ημερομηνία που λήγει η παράταση της συμφωνίας της Ελλάδας με τους δανειστές της, η κυβέρνηση χρειαζόταν μια διέξοδο που θα της επέτρεπε να διατηρήσει ένα πολιτικό προβάδισμα στο εγχώριο μέτωπο. Αφού οι τελευταίες προτάσεις της για μέτρα συνολικού ύψους 8 δισ. ευρώ κρίθηκαν ως ανεφάρμοστες από τους δανειστές, δεν έμενε τίποτε άλλο εκτός από την ρήξη, με ταυτόχρονη απόδοση της ευθύνης για την ρήξη στους δανειστές. Η ελληνική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τους κ. Τσίπρα και Βαρουφάκη αποχωρούν από τις αντίστοιχες συνομιλίες και ο πρωθυπουργός ανακοινώνει αργά το βράδυ του Σαββάτου 27 Ιουνίου 2015 την διεξαγωγή δημοψηφίσματος υπέρ ή όχι μιας συμφωνίας που δεν έχει γίνει από κανέναν. Η μεν ελληνική κυβέρνηση προτρέπει τους πολίτες να ψηφίσουν εναντίον της, οι δε δανειστές την έχουν ρητά αποσύρει από τις όποιες διαπραγματεύσεις.

30062015-1.jpg

Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλωντ Γιουνκέρ στην τελευταία συνέντευξη Τύπου σχετικά με το ελληνικό ζήτημα, στις Βρυξέλλες, στις 29 Ιουνίου 2015. Yves Herman/ Reuters
--------------------------

Επιπροσθέτως, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλωντ Γιουνκέρ, σε συνέντευξη που έδωσε για το θέμα αυτό Τύπου (και εξελίχθηκε σε κόλαφο προς την ελληνική κυβέρνηση) αποκάλυψε ότι οι πιστωτές είχαν ήδη υποχωρήσει από την πρόταση που τελικώς αποσύρθηκε, και είχαν κάνει προς την ελληνική πλευρά νέα βελτιωμένη πρόταση, σε μια προσπάθεια να προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις. Όμως, ο πρωθυπουργός Τσίπρας είχε πάρει την αποφασή του: Απέσυρε τον Γιάνη Βαρουφάκη από τις συνομιλίες και προχώρησε στο διάγγελμα για την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος. Και κατηγόρησε τον κ. Γιουνκέρ ότι ψεύδεται. Το Graccident έχει συμβεί.

Οι δηλώσεις των Ευρωπαίων ηγετών αλλά και των ηγετών από τις ΗΠΑ, την Ρωσία και την Κίνα, υπογραμμίζουν την ανάγκη εξεύρεσης μιας συμβιβαστικής λύσης για την Ελλάδα μέσα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, δεν φαίνεται να εισακούονται από τη νέα ελληνική κυβέρνηση. Η ρητορική των κυβερνητικών στελεχών συντείνει στο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εκβιάζει την Ελλάδα, και αφήνουν να εννοηθεί ότι υπάρχει σχέδιο εναντίον της χώρας με τελικό στόχο την υποδούλωσή της. Έτσι, αφενός πολώνεται το κοινό εγχωρίως, αφετέρου εξανεμίζεται η όποια διάθεση επαναπροσέγγισης και συμβιβασμού από την ΕΕ και το ΔΝΤ.

Το γεγονός ότι από την περασμένη Δευτέρα οι τράπεζες στην Ελλάδα είναι κλειστές και έχουν εφαρμοστεί κεφαλαιακοί περιορισμοί (capital control) που θα διαρκέσουν –τουλάχιστον- μέχρι και την Δευτέρα 6 Ιουλίου εξασφαλίζει ότι η νίκη της άκαμπτης στάσης του Τσίπρα απέναντι στους δανειστές θα είναι Πύρρειος. Ήδη οι ουρές των πολιτών εμπρός από τα ΑΤΜ διογκώνουν την δυσαρέσκεια για την αποτυχημένη εξέλιξη των συνομιλιών με τις Βρυξέλλες και αυξάνουν τα προβλήματα για την πραγματική οικονομία. Οι συναλλαγές έχουν πρακτικά παγώσει, οι ιδιωτικές εταιρείες καταβάλλουν τμήμα της μισθοδοσίας ή δεν την καταβάλλουν καθόλου, ενώ και ο τουρισμός, η μεγάλη βιομηχανία της χώρας, υφίσταται υπονόμευση από την δυσκολία στις συναλλαγές και τις διάφορες ταξιδιωτικές οδηγίες που εκδίδουν πολλές χώρες των οποίων οι πολίτες έρχονται ως τουρίστες στην Ελλάδα. Ακόμα κι αν η πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ κερδίσει το δημοψήφισμα, η επόμενη μέρα θα είναι γεμάτη με αξεπέραστα οικονομικά προβλήματα. Η Ελλάδα θα αναγκαστεί, ελλείψει χρηματοδότησης, να εγκαταλείψει το ευρώ και να αναζητήσει ένα καινούργιο, δικό της νόμισμα που θα υποτιμηθεί αμέσως ώστε να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα της χειμαζόμενης ελληνικής οικονομίας.

Στην περίπτωση που το δημοψήφισμα είναι αντίθετο με τις παροτρύνσεις του ΣΥΡΙΖΑ, η κυβέρνηση θα πρέπει να παραιτηθεί, αν και τίποτε στις δηλώσεις των στελεχών της δεν παραπέμπει ακόμη σε κάτι τέτοιο. Αν επιμείνει, και παραμείνει στην εξουσία, θα είναι πολύ δύσκολο να βρει κάποιους να διαπραγματευθεί, καθώς η αξιοπιστία της στις αίθουσες των Βρυξελλών είναι πλέον σχεδόν μηδενική. Άρα, το αποτέλεσμα πρακτικά θα είναι το ίδιο: Η Ελλάδα χωρίς χρήματα θα αναγκαστεί να τυπώσει δικό της νόμισμα. Εκτός αν όντως η κυβέρνηση παραιτηθεί, προκηρυχθούν εκλογές και μια νέα, φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση αναλάβει να λύσει τον γόρδιο δεσμό των σχέσεων της Ελλάδας με τους Ευρωπαίους εταίρους και πιστωτές της.

Ένας ακόμη κίνδυνος αφορά τις ημέρες μέχρι το δημοψήφισμα. Ήδη διοργανώνονται μαζικές συγκεντρώσεις για την στήριξη του «ναι» και του «όχι», με την ένταση ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα να αυξάνει κάτω από κατηγορίες για «εκπροσώπους των δανειστών» και «προδοτών της πατρίδας» αντίστοιχα. Μέσα σε ένα τόσο τεταμένο κλίμα είναι εύκολος ο εκτροχιασμός, είτε ακούσιος είτε από προβοκάτσια. Πολύ δε περισσότερο όταν η φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση κάνει καταγγελίες για παρατυπίες στην διεξαγωγή του δημοψηφίσματος και παραπλάνηση του ελληνικού λαού.

Ωστόσο, τώρα είναι πολύ δύσκολο για όλες τις πλευρές να κάνουν ένα βήμα πίσω. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα εκμεταλλευθούν την ευκαιρία που τους προσέφερε το Αλέξης Τσίπρας για να «τιμωρήσουν» την «σπάταλη» Ελλάδα, όπως ακριβώς τους ζητούν οι δικές τους εγχώριες λαϊκίστικες ομάδες και τα αντίστοιχα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Επιπρόσθετα θα στείλουν ένα μήνυμα προς όλες τις «αποσχιστικές» τάσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο θα λέει ότι όποιος τελικά φύγει από την ευρωπαϊκή οικογένεια, το μόνο που θα έχει να αντιμετωπίσει θα είναι απομόνωση, οικονομικός πόνος και καταστροφή.

30062015-2.jpg

Ο υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης και ο υπουργός Εσωτερικών Νίκος Βούτσης χαιρετιούνται εύθυμα καθώς εισέρχονται στο μέγαρο Μαξίμου, στις 28 Ιουνίου 2015. Marko Djurica/Reuters
--------------------------------

Η νεαρή ελληνική κυβέρνηση θα συνεχίσει την «επαναστατική γυμναστική» της, ελπίζοντας σε ένα θετικό για αυτήν δημοψήφισμα που θα της επιτρέψει να επιβιώσει στις επερχόμενες οικονομικές δυσκολίες. Θα ρίξει δικαιολογημένα την ευθύνη στους πολίτες εφόσον η σχέση με τους Ευρωπαίους εταίρους γίνει αφόρητα πικρή και η οικονομική κακουχία οδηγήσει στην επιστροφή της δραχμής. Και θα κερδίσει επιπλέον χρόνο προπαγανδίζοντας ότι το φταίξιμο για τις εξελίξεις αυτές δεν είναι δικό της αλλά όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων «που έφεραν την χώρα σε αυτά τα χάλια». Ήδη το επιχείρημα αυτό χρησιμοποιείται ευρέως.

Και όσο περνούν οι μέρες, ακόμη και οι ίδιοι οι πολίτες θα το βρίσκουν δυσκολότερο να ξεφύγουν από την παγίδα της αντιπαράθεσης και να συγκλίνουν σε άλλες, λιγότερο διχαστικές προοπτικές, προκειμένου να πιεστεί η κυβέρνηση προς τρίτες λύσεις και να αρθεί το αδιέξοδο.

Τούτο το διαφαινόμενο αδιέξοδο θα μπορούσε, τελικά, να αρθεί με έναν συνδυασμό ενεργειών από πολλές πλευρές του δράματος. Για παράδειγμα, ένα από τα μεγάλα έθνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καταθέσει μια πρόταση συμφωνίας που να είναι ανεκτή από όλους: Αρκετά αυστηρή για την Ελλάδα αλλά όχι εξοντωτική. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ να την υιοθετήσουν. Να παρουσιαστεί δημοσίως με όλες της τις λεπτομέρειες ώστε να μην υπάρχει περιθώριο για παρερμηνείες. Να γίνει αποδεκτή από την φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση στην Ελλάδα και να πιεστεί έτσι η κυβέρνηση να αντιδράσει θετικά στην προοπτική νέας διαπραγμάτευσης στη νέα αυτή βάση. Να δοθεί χρόνος από την Ευρωπαϊκή Κεντρική τράπεζα (ΕΚΤ) με την ανανέωση της κεφαλαιακής στήριξης των ελληνικών τραπεζών μέχρις ότου εφαρμοστεί η νέα συμφωνία. Αλλά, όπως είναι λογικό, ένα τέτοιο σενάριο είναι δύσκολο να περάσει στην σφαίρα του εφικτού.

Αν όντως, έστω και την τελευταία στιγμή, δεν βρεθεί μια λύση και η χώρα απομείνει μόνη, αυτό θα είναι ένα ατύχημα για την ευρωπαϊκή συνοχή και τους συμμάχους της Ελλάδας, και ένα δυστύχημα για την ίδια την Ελλάδα.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition