Όχι έξοδος | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Όχι έξοδος

Γιατί η Ελλάδα και η Ευρώπη θα μείνουν μαζί

Η απόφαση του Έλληνα πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα για διενέργεια δημοψηφίσματος σχετικά με το τελευταίο σχέδιο διαχείρισης του ελληνικού χρέους –για το οποίο η κυβέρνησή του προτρέπει το κοινό να ψηφίσει «όχι»- έφερε σε ένα συγκλονιστικό τέλος μια εβδομάδα που ξεκίνησε με μεγάλες ελπίδες για συμφωνία συμβιβασμού ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Πολλοί παρατηρητές είχαν από καιρό προβλέψει ένα δημοψήφισμα στα χαρτιά, αλλά περίμεναν ότι ο Τσίπρας θα ζητήσει δημοψήφισμα για να ζητήσει δημόσια έγκριση για μια συμφωνία που στην πραγματικότητα θα έχει υποστηρίξει, προκειμένου να υπερκεράσει την άκρα αριστερά στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Αντ’ αυτού, ο άνθρωπος που υποστήριζε εδώ και μήνες ότι μια συμφωνία με την Ευρώπη ήταν η μόνη δυνατή πορεία προς τα εμπρός, φαίνεται να δηλώνει ότι «το παιχνίδι τελείωσε» ενώ είχε απομείνει κι άλλος χρόνος.

Οι πιθανότητες η Ελλάδα να φύγει από την ευρωζώνη έχουν πλέον αυξηθεί σημαντικά. Κατά την διάρκεια των συνομιλιών, η Ελλάδα και οι πιστωτές της είχαν απεγνωσμένα αναζητήσει τρόπους να παρακάμψουν τα πολιτικά οδοφράγματα ενώπιόν τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει υποσχεθεί ότι οι Έλληνες δεν θα έχουν να επιλέξουν μεταξύ του τερματισμού της λιτότητας και της παραμονής στην ευρωζώνη. Αυτό, οι πολιτικοί διαβεβαίωναν τους ψηφοφόρους, ήταν η «δημοκρατική επιλογή» της Ελλάδας. Αλλά οι βασικοί πιστωτές της χώρας –οι άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις- επίσης αντιμετωπίζουν πολιτικές πιέσεις, και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κάνει ελάχιστα για να κατευνάσει τις ανησυχίες στα κοινοβούλια της Ευρώπης ότι πετάνε επανειλημμένα τα χρήματά τους και ότι δημιουργούν «ηθικό κίνδυνο» (moral hazard) για μελλοντικούς οφειλέτες.

01072015-1.jpg

Αστυνομικοί δίπλα σε μια μικρή σημαία του «ΝΑΙ» σε διαδήλωση μπροστά στην Βουλή, στις 30 Ιουνίου 2015. MARKO DJURICA / REUTERS
-------------------

Με αυτές τις δύο θέσεις ριζικά αντίθετες, και καμία πλευρά πρόθυμη να μετακινηθεί, μια καθαρή ρήξη ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη μπορεί να φαίνεται ως η καλύτερη επιλογή για τον ΣΥΡΙΖΑ και για πολλούς υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης. Αλλά η πιθανότητα μιας καθαρής ρήξης αποτελεί ψευδαίσθηση.

Η γεωγραφία είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η Ελλάδα βρίσκεται στην καρδιά της νοτιοανατολικής Ευρώπης, της λιγότερο σταθερής γειτονιάς της Ευρώπης. Υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι η Βουλγαρία και η Σερβία είναι ευάλωτες στην «μόλυνση» από την αποτυχία των ελληνικών τραπεζών. Η αστάθεια στα Βαλκάνια ήταν κομμάτι του σκεπτικού για την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη εξ αρχής. Η πλήρης ενσωμάτωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πίστευαν, θα σταθεροποιήσει την Ελλάδα και, με την σειρά του, αυτό θα έχει θετικές επιπτώσεις στην γεωπολιτική της περιοχής. Το αντίστροφο εξακολουθεί να ισχύει -η αποτυχία στην Ελλάδα θα επιδεινώσει τις αυξανόμενες εντάσεις στην νοτιοανατολική Ευρώπη. Έτσι, οι δεσμοί που ενώνουν την Ελλάδα με την Ευρώπη και αντίστροφα, είναι απίθανο να σπάσουν.

Κανείς δεν το καταλαβαίνει αυτό καλύτερα από όσο η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, η οποία υπήρξε αποφασιστική στην δέσμευσή της να διατηρήσει την ευρωζώνη ανέπαφη και να καταλήξει σε συμφωνία με τον Τσίπρα. Παραμένει σε πλήρη επίγνωση του μακροχρόνιου φλερτ της Ελλάδας με την Ρωσία και των συνεχών προσπαθειών του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν να σπείρει την διχόνοια στην ΕΕ. Ως κυρίαρχη πολιτική φυσιογνωμία στην εξέχουσα χώρα της ΕΕ, η Μέρκελ (όχι ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, η επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ή ο επικεφαλής του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ) παραμένει η πιο σημαντική decision-maker από την πλευρά των πιστωτών, και θα προσπαθήσει να αποτρέψει ένα γρήγορο Grexit μετά από αυτό που μοιάζει με μια αναπόφευκτη αποτυχία πληρωμής από την Ελλάδα των 1,5 δισεκατομμυρίων ευρώ (1,6 δισ. δολαρίων) στο ΔΝΤ αυτή την εβδομάδα.

Το έργο της Μέρκελ δεν θα είναι εύκολο. Κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας στο Brookings Institution την περασμένη εβδομάδα, ο Emmanuel Macron, ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών, περιέγραψε την Ευρώπη ως σαν να βρίσκεται σε έναν θρησκευτικό πόλεμο. Από την μια πλευρά, είπε, είναι οι Καλβινιστές, με επικεφαλής την Γερμανία, οι οποίοι θέλουν όσοι πήραν κακές οικονομικές αποφάσεις να υποφέρουν. Από την άλλη είναι Καθολικοί, οι οποίοι θέλουν να πάνε στην εκκλησία και να ξεκινήσουν με μια λευκή σελίδα. Υπάρχει αλήθεια στην αναλογία που παρουσίασε ο Macron. Και το ζήτημα με τους θρησκευτικούς πολέμους είναι ότι τείνουν να κρατούν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο οικονομικός πόλεμος της Ευρώπης δεν είναι διαφορετικός.

ΤΑΚΤΙΚΕΣ ΧΩΡΙΣ… ΤΑΚΤ

Όπως περιγράψαμε σε προηγούμενο άρθρο στο Foreign Affairs [1], η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε με μια ισχυρή διαπραγματευτική θέση αλλά την κατασπατάλησε από νωρίς. Επέλεξε τον λάθος συνεργάτη για να συμμαχήσει˙ αποξένωσε τους συμμάχους της στην Ευρώπη, κάτι που συνέφερε την Γερμανία˙ και έκανε σοβαρά οικονομικά λάθη που την αποδυνάμωσαν εγχωρίως. Προσθέστε το ξαφνικό δημοψήφισμα του Τσίπρα, και γίνεται δύσκολο να σκεφτεί κάποιος μια πρόσφατα δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση που έχει μπερδευτεί περισσότερο.

Ωστόσο, η ευρωζώνη ακολούθησε επίσης μια ριψοκίνδυνη στρατηγική –μια στρατηγική που μπορεί να περιγραφεί μόνο ως αλλαγή καθεστώτος. Οι οικονομικοί ηγέτες της ευρωζώνης το βρήκαν αδύνατο να διαπραγματευθούν με τον ΣΥΡΙΖΑ, και έτσι ήλπισαν (σχεδόν ανοιχτά) ότι μια επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης μιας σχεδόν κατάρρευσης των τραπεζών και στεγνώματος της προσφοράς χρήματος, θα μπορούσε να προκαλέσει τον ελληνικό λαό να γυρίσει την πλάτη στην κυβέρνησή του. Το αποτέλεσμα θα ήταν είτε η πλήρης συνθηκολόγηση της ελληνικής κυβέρνησης και νέες εκλογές (που θα χάσει ο ΣΥΡΙΖΑ), είτε ένας νέος συνασπισμός με το φιλο-ευρωπαϊκό κόμμα Ποτάμι.

Η απόφαση των Ευρωπαίων ηγετών την Παρασκευή να θέσουν τις διαπραγματεύσεις του Σαββατοκύριακου στα χέρια των υπουργών Οικονομικών (και όχι στους αρχηγούς των κυβερνήσεων), μπορεί κάλλιστα να ήταν η σταγόνα που έπνιξε τον Τσίπρα, γιατί ήξερε πολύ καλά ότι ήταν απίθανο να συμβούν σημαντικοί νέοι συμβιβασμοί.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ορισμένοι ηγέτες της ευρωζώνης και υπουργοί Οικονομικών θα ελπίζουν κρυφά για ένα «όχι» στο δημοψήφισμα το επόμενο Σαββατοκύριακο. Θα πρέπει να αναμένουν ότι η ευρωζώνη μπορεί απλά να αποκόψει την Ελλάδα με μεγάλο κόστος για την Ελλάδα, αλλά με λίγη ή καθόλου μόλυνση σε άλλους. Η υπόλοιπη Ευρώπη μπορεί στην συνέχεια να προχωρήσει χωρίς τους περισπασμούς από το ελληνικό δράμα. Στην πραγματικότητα, το ευρώ θα είναι ισχυρότερο χωρίς τον βασικό παραβάτη του, ή καπως έτσι πηγαίνει το επιχείρημα αυτό.

Με βάση πρόσφατες συνεντεύξεις που ένας από εμάς πήρε στο Βερολίνο πρόσφατα, το επιχείρημα αυτό έχει προφανώς κυριαρχήσει στο γερμανικό Υπουργείο Οικονομικών. Ο Σόιμπλε το στηρίζει επίσης, όπως προκύπτει από αναφορές [2] ότι ο ίδιος πιστεύει πως οι πολιτικοί θα πρέπει να προετοιμαστούν για μια ομαλή ελληνική έξοδο από το ευρώ. Μια γερμανική εφημερίδα, η Bild, υπονόησε ότι ήταν ακόμη και στα πρόθυρα του να παραιτηθεί λόγω των διαφωνιών του σχετικά με το πώς να γίνει ο χειρισμός της Ελλάδας. Τώρα, η απόφαση του Τσίπρα να διεξάγει δημοψήφισμα κατά πάσα πιθανότητα θα ενισχύσει αυτές τις σκέψεις, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολο να δοθούν οποιεσδήποτε νέες παραχωρήσεις στην Αθήνα.

Εκείνοι που ήταν υπέρ της αλλαγής του καθεστώτος ξεχνούν, όμως, ότι οι οικονομικές κρίσεις είναι διαβοήτως απρόβλεπτες, ιδιαίτερα στα πολιτικά τους αποτελέσματα. Μια ελληνική κατάρρευση και μεγάλης κλίμακας χρεοκοπία θα οδηγήσει σε πρωτοφανείς οικονομικές απώλειες για το ΔΝΤ και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, κάτι που θα μπορούσε να έχει σημαντικές αλυσιδωτές επιπτώσεις. Επιπλέον, αυτά τα αποτελέσματα θα δηλητηριάσουν τις σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη, παρ’όλο που οι δύο πλευρές θα πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους κατά τα επόμενα έτη.

Επιπλέον, αν ο κόσμος έχει μάθει ένα πράγμα από οικονομικές κρίσεις κατά την διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, είναι ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να σταματήσουν να σκέπτονται με όρους ηθικού σωστού και λάθους. Μερικές φορές, για να σώσουν το σύστημα, θα πρέπει να βοηθήσουν τις ανεύθυνες τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στο επίκεντρο της κρίσης. Εάν δεν το πράξουν, όπως συνέβη στην δεκαετία του 1930, η κρίση θα βαθύνει, η μόλυνση θα εξαπλωθεί ταχύτατα, και η ίδια η δημοκρατία θα τεθεί υπό σοβαρή πίεση.

ΤΕΛΙΚΑ;

Η στρατηγική του Τσίπρα να προγραμματίσει ένα δημοψήφισμα μετά την λήξη της προθεσμίας που είχε η Ελλάδα για να αποπληρώσει το ΔΝΤ είναι εξίσου επικίνδυνη. Εν αναμονή μιας πολύ ταραγμένης εβδομάδας στην ελληνική πολιτική σκηνή, η κυβέρνηση έχει ήδη κηρύξει αργία τραπεζών και έναρξη ελέγχων κεφαλαίου.

01072015-2.jpg

Ένα σκίτσο από κιμωλία που δείχνει την Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ να λέει «Όχι», σε μια διαδήλωση στην νέα έδρα της ΕΚΤ στην Φρανκφούρτη, στις 30 Ιουνίου 2015. RALPH ORLOWSKI / REUTERS
-------------------------

Σε περίπτωση που το «όχι» κερδίσει, είναι απίθανο ότι ο Τσίπρας έχει κάποιο σχέδιο για την επόμενη μέρα, όχι μόνο επειδή η συμφωνία για την οποία οι Έλληνες θα ψηφίσουν δεν υπάρχουν πλέον, αλλά και επειδή, ακόμα κι αν υπήρχε, είναι εξαιρετικά απίθανο ότι οι πιστωτές θα ήταν πρόθυμοι να επανέλθουν σε συζητήσεις των όρων της [συμφωνίας αυτής]. Αλλά ακόμα κι αν ήταν, στην Ελλάδα, η άκρα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ θα ενθαρρυνόταν και ο Τσίπρας θα είχε ακόμη λιγότερα περιθώρια για να κάνει οποιεσδήποτε πρόσθετες παραχωρήσεις. Σε αυτό το σενάριο, η Ελλάδα θα αθετούσε τις πληρωμές της προς την ΕΚΤ και θα αναγκαζόταν να εκδώσει γρήγορα κάποια μορφή ψευδο-νομίσματος για να χρηματοδοτήσει τις τράπεζες και τις εσωτερικές της υποχρεώσεις.

Το «ναι» φαίνεται να είναι η πιο πιθανή έκβαση του δημοψηφίσματος το ερχόμενο Σαββατοκύριακο, αν μη τι άλλο επειδή οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις έδειξαν αύξηση της στήριξης για την παραμονή στην ευρωζώνη. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι ο Τσίπρας (ή η Ελλάδα) θα είναι καθαρίσουν. Αν υπάρξει ένα «ναι», το κύρος του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα θα μειωθεί, πληγώνοντας την νομιμοποίησή του στις διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές. Δεν είναι καθόλου σαφές αν ή πώς θα σχηματιστεί μια νέα κυβέρνηση συνασπισμού.

Σε περίπτωση που ο Τσίπρας παραιτηθεί μετά από ένα «ναι», ο δρόμος θα ανοίξει σε κάποια μορφή κυβέρνησης εθνικής ενότητας, είτε πολιτική είτε τεχνοκρατική. Αυτή η κυβέρνηση θα κάνει άμεση επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές, με την ελπίδα να κλείσει μια συμφωνία πριν η πληρωμή των 3,5 δισεκατομμυρίων ευρώ (3,92 δισ. δολαρίων) στην ΕΚΤ καταστεί ληξιπρόθεσμη στις 20 Ιουλίου, και πιθανώς θα το πετύχει.

Αλλά αν ο Τσίπρας δεν επιλέξει να παραιτηθεί, κάτι που φαίνεται εξίσου πιθανό, ο δρόμος προς μια συμφωνία με τους πιστωτές θα ήταν πολύ πιο δύσκολος. Με τον ΣΥΡΙΖΑ να στυλώνει τα πόδια, ο Τσίπρας θα μπορούσε να επιλέξει να βαδίσει στα προηγούμενα αιτήματα του ΣΥΡΙΖΑ τονίζοντας την εντολή από το δημοψήφισμα για την επίτευξη συμφωνίας με τους πιστωτές. Σε περίπτωση που αυτό το σενάριο περάσει, ο Τσίπρας θα αποκαταστήσει την φήμη του ως πανούργου, θα προκηρύξει νέες εκλογές, και είναι πιθανό να παραμείνει η κυρίαρχη πολιτική δύναμη στην Ελλάδα.

Μέχρι στιγμής, το πιο ευπρόσδεκτο αποτέλεσμα για την υπόλοιπη ευρωζώνη θα ήταν ο Τσίπρας να σχηματίσει έναν νέο συνασπισμό με φιλοευρωπαϊκά κόμματα, όπως το Ποτάμι, αλλά δεν είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει την θέληση ή την ικανότητα, να διαπραγματευθεί με την Ευρώπη γινόμενος σοβαρός σχετικά με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις

ΑΠΟΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΤΟ «ΟΧΙ»

Στο τέλος της ημέρας, είναι προς το συμφέρον της Ευρώπης να μην οδηγήσει την Ελλάδα έξω από την πόρτα της ευρωζώνης. Στην περίπτωση που η Ελλάδα ψηφίσει «όχι», οι Ευρωπαίοι διαπραγματευτές θα μπορούσαν να διπλασιάσουν τις προσπάθειές τους στην στρατηγική αλλαγής καθεστώς, με την ελπίδα ότι η επιδείνωση της οικονομικής κρίσης θα μετατοπίσει την δυναμική στην ελληνική πολιτική. Η στρατηγική αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να πετύχει, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι κάθε ψευδο-νόμισμα πιθανότατα θα υποτιμηθεί γρήγορα έναντι του ευρώ και θα διαβρώσει την αξιοπιστία της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά αν ο ΣΥΡΙΖΑ δε πέσει ούτε και τότε, η Ευρώπη θα βρεθεί αντιμέτωπη με το χειρότερο σενάριο μιας αδύναμης και αποξενωμένης Ελλάδας που θα γίνει «ανεξέλεγκτος ριζοσπάστης» στην λιγότερο σταθερή περιοχή της Ευρώπης. Έτσι, όπως ακριβώς ένα «ναι» θα επικεντρώσει την πίεση στον Τσίπρα, μια ψήφος υπέρ του «όχι» θα μπορούσε να γίνει η μέχρι τώρα πιο σοβαρή πρόκληση για την Μέρκελ.

Τελικά, οι σκληρές διαπραγματευτικές γραμμές και στις δύο πλευρές θα οδηγήσουν σε μακρές και παρατεταμένες οικονομικές συγκρούσεις, υποστηριζόμενες από βεβαιότητα όπως η θρησκευτική, όπου η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα είναι ο μεγαλύτερος χαμένος. Η μόνη διέξοδος είναι αυτό που το ΔΝΤ, οι Ηνωμένες Πολιτείες και πολλοί Ευρωπαίοι γνωρίζουν από καιρό -ελάφρυνση του χρέους της Ελλάδας ως αντάλλαγμα για άνευ προηγουμένου και εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Αυτό φαίνεται απίθανο, όμως, όσο οι θεοκρατικοί Τσίπρας και Σόιμπλε παραμένουν στην θέση τους.

Copyright © 2015 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/greece/2015-06-30/no-exit

Σύνδεσμοι:
[1] http://www.foreignaffairs.gr/articles/70246/david-gordon-kai-thomas-wrig...
[2] http://www.ft.com/intl/cms/s/0/bb38ca14-14f5-11e5-9509-00144feabdc0.html...

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνσηwww.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.grκαι στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition