Η ηθική του χρέους | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η ηθική του χρέους

Μια ιστορία οικονομικών αγίων και αμαρτωλών

Ένας οφειλέτης στην φυλακή της Fleet Street. Ζωγραφική από το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. THOMAS HOSMER SHEPHERD
---------------------------------

Η συζήτηση για το αν το δημόσιο χρέος προώθησε τις αρετές του εμπορίου ή την αμαρτία της σπατάλης ήταν επίσης στο επίκεντρο της οξείας διαφωνία μεταξύ Αλεξάντερ Χάμιλτον και Τόμας Τζέφερσον στον απόηχο του Πολέμου της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ. Στο όνομα της αρετής, ο Jefferson επιτέθηκε στις επιδιώξεις του Χάμιλτον για χρηματοδότηση του δημόσιου χρέους, για εμπορική αυτοκρατορία και εκτελεστική κηδεμονία (executive patronage). Υποστήριξε ότι η προτεραιότητα πρέπει να είναι η απελευθέρωση του νέου έθνους από το χρέος. Σε μια επιστολή του το 1809 [5] προς τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών Albert Gallatin, ο Jefferson υποστήριξε:

«Δεν υπάρχει μια μηχανή που διαφθείρει τόσο την κυβέρνηση και αποθαρρύνει τόσο το έθνος όσο το δημόσιο χρέος. Θα φέρει σε μας περισσότερα ερείπια εγχωρίως από όσα όλοι οι εχθροί από το εξωτερικό κατά των οποίων υπάρχουν ο στρατός και το ναυτικό για να μας προστατεύσουν».

Από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά, η αναδυόμενη γερμανική ιστορική και θεσμική σχολή οικονομικών απέκτησε μια πολύ διαφορετική άποψη για το δημόσιο χρέος από εκείνο του Μοντεσκιέ, του Χιούμ, του Σμιθ και του Τζέφερσον. Ενώθηκαν στην άποψη ότι το δημόσιο χρέος ήταν αναπόσπαστο μέρος των εθνικών οικονομιών. Οι στοχαστές Karl Dietzel και Lorenz von Stein πίστευαν ότι το κράτος είχε θετικό ρόλο στην εξισορρόπηση της οικονομίας, πάνω απ’ όλα μέσω της χρηματοδότησης των επενδύσεων που τονώνουν την παραγωγικότητα, σε υποδομές και σε δημόσιες παροχές. Ο Dietzel, κατ’ αρχήν, υποστήριξε ότι, «Ένα έθνος είναι τόσο πολύ πλουσιότερο και η εθνική οικονομία τόσο πιο ανθηρή και εξελισσόμενη, όσο μεγαλύτερη είναι η αναλογία των πληρωμών για τόκους επί ομολόγων του Δημοσίου στο σύνολο των κρατικών δαπανών». Και, από την πλευρά του, ο Stein τόνισε τον ρόλο του δημόσιου χρέους ως συλλογική ασφάλιση, πάνω απ’ όλα στο να βοηθήσει παροχές στα γηρατειά, και, συνεπώς, στην προώθηση της κοινωνικής και πολιτικής ενσωμάτωσης. Ωστόσο, ο ίδιος έλαβε γνώση ότι το δημόσιο χρέος θα μπορούσε να υποστεί κατάχρηση από την πολιτική για να χρηματοδοτήσει την τρέχουσα κατανάλωση και όχι τις επενδύσεις που τονώνουν την παραγωγικότητα. Ως εκ τούτου, ο Stein έκανε έκκληση για μια συνταγματική διασφάλιση έναντι αυτής της κατάχρησης, μια μορφή «χρυσού κανόνα» στα δημόσια οικονομικά, που αργότερα περιλήφθηκε εντός του Θεμελιώδους Νόμου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας [6].

Η πίστη στην χρησιμότητα του χρέους φαίνεται να θριάμβευσε επί της απέχθειας [για το χρέος] των Montesquieu, Hume, Smith και Jefferson. Τα επίπεδα του δημοσίου χρέους άνω του 100% του ΑΕΠ ήταν μακράν του να είναι σπάνια τον 19ο και τον 20ο αιώνα. Η πολιτική οικονομία άλλαξε ριζικά και νέες κοινωνικές δυνάμεις εισήλθαν στην πολιτική αρένα. Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε με τον ριζικό μετασχηματισμό της τεχνολογίας, της κλίμακας και της διεξαγωγής του πολέμου. Οι νέες τεχνολογίες επικοινωνίας επέτρεψαν διακρατική πίστωση μέσω κινητού. Και η συγκεντρωτική δομή των χρηματοπιστωτικών αγορών έκανε τους δημόσιους ισολογισμούς πιο ευάλωτους σε μεγάλες τραπεζικές κρίσεις.

Αυτή η ευπάθεια μόνο μεγάλωσε με τις νέες τεχνολογίες δημιουργίας πίστωσης του ιδιωτικού τομέα. Επιπλέον, η εκκοσμίκευση της κοινωνίας διάβρωσε την προσκόλληση σε κληρονομημένες θρησκευτικές και λαϊκές δοξασίες για το χρέος. Συνοδευόταν από τη νέα πίστη στην επιστημονική διαχείριση των δημοσίων οικονομικών, συμπεριλαμβανόμενων των τεχνικών δημιουργικής χρηματοοικονομικής. Αυτοί οι παράγοντες συνδυάστηκαν για να διευκολυνθεί η εμφάνιση νέων, λιγότερο περιοριστικών ιδεολογιών του χρέους. Είχαν χαθεί πια οι ημέρες κατά τις οποίες, πνευματικά, ο κυρίαρχος ρόλος της σύνεσης ή της πρακτικής σοφίας στην αιτιολογία για ενάρετη ιδιωτική και δημόσια συμπεριφορά ενεργούσε ανασταλτικά για το χρέος.

Μια βασική πτυχή αυτής της επανάστασης ήταν η ολοένα και πιο αφηρημένη φύση του χρήματος. Ο Γερμανός συγγραφέας Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε έδωσε μια δραματική έκφραση στην αίσθηση χαλάρωσης της ενοχής που συνδέεται με την μετάβαση σε παραστατικό χρήμα [fiat currency]. Στο δεύτερο μέρος του «Φάουστ» [7], ο Μεφιστοφελής συμβουλεύει τον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας:

«Ένα τέτοιο χαρτί, στην θέση του πραγματικού χρυσού, είναι πρακτικό: Γνωρίζουμε ακριβώς τι κρατάμε ... Αλλά οι σοφοί, όταν θα το έχουν μελετήσει, θα τοποθετήσουν άπειρη εμπιστοσύνη σε αυτό που είναι άπειρο».

Μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα, η χαλάρωση της αίσθησης του περιορισμού και της ενοχής που συνδέονται με το χρέος πήρε μια ριζικά νέα μορφή. Οι καταναλωτές και οι επενδυτές μπορούσαν να κάνουν χρήση του ηλεκτρονικού χρήματος. Η εποχή των κυβερνο-οικονομικών (cyberfinance) αναδιαμόρφωσε την στάση απέναντι στην πίστωση: «Τα χρήματα τώρα είναι ατελείωτα», έγραψε ο οικονομολόγος Satyajit Das στο «Extreme Money» [8], «ικανά για άπειρο πολλαπλασιασμό και εντελώς εξωπραγματικά». Δημιούργησε επίσης μια ευρέως διαδεδομένη αίσθηση σύγχυσης, ανησυχίας και συναγερμού για τις συνέπειες από την συμπεριφορά των τραπεζών και από το πώς οι κεντρικές τράπεζες διαχειρίζονται χρήματα, για παράδειγμα την ποσοτική χαλάρωση.
Οι επιπτώσεις της μείωσης της σύνεσης έγιναν όλο και πιο σοβαρές [9] με την τεράστια ανάπτυξη του μεγέθους των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων˙ με το μέγεθος, την πολυπλοκότητα και την αδιαφάνεια των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που διαχειρίζονται τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία˙ και με τον πολλαπλασιασμό των ολοένα και πιο εξωτικών πιστωτικών μέσων, όπως η τιτλοποίηση και τα χρέη με υποθήκες. Μοντέλα που βασίζονται στην επιστήμη προκάλεσαν την ψευδαίσθηση ότι οι πιστωτικοί κίνδυνοι ελέγχονται καλύτερα. Και η ευκολία δημιουργίας πίστωσης επέτρεψε στην ύβρη [να μεγεθυνθεί] σε μια ιστορικά νέα κλίμακα.