Το Greekment που θα μπορούσε να διασπάσει την Ευρώπη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το Greekment που θα μπορούσε να διασπάσει την Ευρώπη

Ευρωσκεπτικιστές, ευρωεπικριτές και η ζωή μετά την διάσωση

Καθώς η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα ετοίμαζε την τελευταία πρόταση για μεταρρυθμίσεις προς τους πιστωτές της χώρας, περπατούσα προς τον σταθμό του μετρό Montparnasse στο Παρίσι, πηγαίνοντας προς το συνέδριο του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Σπουδών που πραγματοποιήθηκε στο Sciences Po [1]. Στον σταθμό, μια γυναίκα στην ηλικία μου στεκόταν στο εκδοτήριο εισιτηρίων. Στην προσπάθειά της να με βοηθήσει να αγοράσω τα πιο κατάλληλα εισιτήρια για τις επόμενες τρεις ημέρες, (απολογητικά) της αποκάλυψα ότι είμαι Έλληνας και ότι δεν μιλώ γαλλικά. Όταν άκουσε την λέξη «Έλληνας», έβαλε το χέρι της κοντά στην καρδιά της και επανέλαβε την λέξη στα γαλλικά με συμπόνια και αλληλεγγύη. Μου ζήτησε να περιμένω για ένα δευτερόλεπτο. Σε 30 δευτερόλεπτα ήρθε πάλι με την δική της πιστωτική κάρτα, την χρησιμοποίησε, και μου παρέδωσε το πρώτο από τα τρία εισιτήρια λέγοντας: «Αυτό είναι από μένα. Για την Ελλάδα».

Είναι δίχως σημασία ότι δεν είχα προσωπικά ανάγκη αυτήν την μορφή αλληλεγγύης. Έχει, επίσης, μικρή σημασία ότι πολλοί από τους συμπατριώτες μου θα βρουν αυτήν την ιστορία καταθλιπτική. Αυτό που αντήχησε εκείνη την στιγμή ήταν ότι αυτή η συναλλαγή περιέγραφε εκείνο που οι ιδρυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδίωκαν: Μια αλληλέγγυα ομάδα Ευρωπαίων πολιτών που ζουν σε συνθήκες ειρήνης και ευημερίας.

14072015-3.jpg

Διαδηλωτής κατά της ΕΕ κρατά ένα πανό μπροστά στο κτήριο της Βουλής σε διαμαρτυρία περίπου 500 ατόμων στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2015. CHRISTIAN HARTMANN / REUTERS
-----------------------

Αντ’ αυτού, πολλοί γραφειοκράτες της ΕΕ, υπουργοί Οικονομικών και αρχηγοί κρατών είδαν -και κάποιοι εξακολουθούν να βλέπουν- την ελληνική κρίση ως μια περίπτωση μελέτης για ηθικούς κινδύνους. Η Ελλάδα, λέει το σκεπτικό, πρέπει να αποτύχει τώρα για να καθυποταχθούν άλλες απείθαρχες χώρες. Το κυβερνών κόμμα, ο ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει να πέσει, ώστε να αμβλυνθεί η υποστήριξη της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης σε κόμματα που αμφισβητούν το status quo της ΕΕ. Από αυτή την άποψη, μια σκληρή γραμμή απέναντι στην Ελλάδα είναι ένα αναγκαίο κακό.

Αυτή η λογική, ωστόσο, αδυνατεί να κατανοήσει το πραγματικό πρόβλημα στην Ελλάδα και την ψυχολογία των Ευρωπαίων πολιτών. Πράγματι, από την περιφέρεια, είναι ο ευρωπαϊκός πυρήνας, οι κύριες ελίτ, οι αξιωματούχοι και τα θεσμικά όργανα που φαίνονται να είναι ευρωσκεπτικιστές -δηλαδή, σκεπτικιστές στις ίδιες τις ιδέες της ενότητας, της ευημερίας, της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης και του αλληλοσεβασμού, τις οποίες οι ιδρυτές της ΕΕ εργάστηκαν τόσο σκληρά για να καλλιεργήσουν. Καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, φαίνεται ότι αυτές οι ελίτ έχουν φτάσει σε συμφωνία με την Ελλάδα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα διαχειριστούν την σχέση αυτή [με την Ελλάδα] από εδώ και πέρα παραμένει ζωτικής σημασίας. Για να αποφευχθεί η περαιτέρω τροφοδότηση ακριβώς του ευρωσκεπτικισμού και των εθνικιστικών τάσεων που θέλουν να δαμάσουν, θα πρέπει να εγκαταλείψουν όλες τις ιδέες περί εκδικητικότητας και, αντ’ αυτών να αναπτύξουν ένα πνεύμα συνεργασίας μεταξύ ισότιμων εταίρων.

ΑΠΟ ΤΟ GREFERENDUM ΣΤΟ GREEKMENT

Οι δυνάμεις που υποστηρίζουν το στάτους κβο στην Ευρώπη, δηλαδή το ευρω-κατεστημένο με αιχμή του δόρατος την γερμανική κυβέρνηση, βρήκε την ευκαιρία στην ελληνική οικονομική κρίση να επιβεβαιώσει την δέσμευσή του στην λιτότητα [2] ως το κύριο μέσο για να εγγυηθεί την συνέχιση της οικονομικής ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης. Αλλά υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που αντιτίθενται σε αυτές τις δυνάμεις. Στην πραγματικότητα, αυτή την στιγμή, το βαθύτερο σχίσμαστις ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι μεταξύ εκείνων που θέλουν να εγκαταλείψουν την ΕΕ -στην ελληνική περίπτωση το στρατόπεδο εκπροσωπείται κυρίως από το ΚΚΕ, την Χρυσή Αυγή, αλλά και μερικά από τα πιο ριζοσπαστικά μέλη του ελληνικού κυβερνητικού συνασπισμού- και όσων θέλουν να μείνουν στην ΕΕ, αλλά να την μεταρρυθμίσουν.

Στο πρώτο στρατόπεδο είναι οι ευρωσκεπτικιστές διαφόρων ομάδων τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά. Το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Nigel Farage στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Jobbik του Gábor Vona στην Ουγγαρία, και άλλοι ευρωσκεπτικιστές βρήκαν την ευκαιρία στην ελληνική κρίση να εντείνουν την ρητορική τους και να κατηγορούν την ΕΕ ότι λειτουργεί ως «φυλακή των εθνών». Δεν είναι τυχαίο ότι κατά την διάρκεια της ομιλίας του Έλληνα πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την περασμένη εβδομάδα, ευρωσκεπτικιστές βουλευτές όλων των αποχρώσεων κρατούσαν ταμπέλες με το «όχι» -ως υποστήριξη των Ελλήνων στο πρόσφατο δημοψήφισμα της 25ης Ιουνίου.

Δεν ήταν μόνο οι ευρωσκεπτικιστές που τάχθηκαν με το «όχι», όμως, αλλά και οι ευρωεπικριτές (eurocritics) που δεν θέλουν να αποχωρήσουν από την Ένωση, αλλά θέλουν να την μεταρρυθμίσουν. Σε αυτό το στρατόπεδο είναι ένας αριθμός κομμάτων και προσωπικοτήτων, συμπεριλαμβανομένων του κόμματος Podemos στην Ισπανία και της Λίγκας του Βορρά στην Ιταλία. Κάποιοι σε αυτό το στρατόπεδο προτιμούν απλώς μια διακυβερνητική ένωση. Άλλοι οραματίζονται μια ομοσπονδιακή Ευρώπη. Ο ίδιος ο Τσίπρας είναι ευρωεπικριτής˙ δεν στρέφεται κατά της ιδέας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά θα ήθελε με πιο δημοκρατικούς θεσμούς λιγότερη λιτότητα και περισσότερη αναδιανομή του πλούτου.

Οι Ευρωπαίοι του πυρήνα μπορεί να ερμήνευσαν το ελληνικό «όχι» ως ψήφο κατά του ευρώ ή ακόμα και της Ευρώπης. Αλλά, στην πραγματικότητα, οι Έλληνες προσπάθησαν να στείλουν πολλαπλά μηνύματα με την ψήφο τους. Από την πλευρά του, ο Τσίπρας ερμήνευσε το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ως ένα «ναι» σε μια διαφορετικού είδους Ευρώπη. Είναι αμφίβολο κατά πόσον το δημοψήφισμα οδήγησε σε μια καλύτερη συμφωνία, αλλά έδωσε στον Τσίπρα περισσότερη δύναμη εγχωρίως για να επιβληθεί. Απομόνωσε την εγχώρια αντιπολίτευση, μετέτρεψε τον ΣΥΡΙΖΑ σε ένα πιο συνεκτικό κόμμα, και απέφυγε το σενάριο μιας «αριστερής παρένθεσης» -μια φράση που αναφέρεται σε μια βραχύβια κυβέρνηση της αριστεράς στην Ελλάδα, που κάποιοι είχαν προβλέψει ή επιθυμούσαν.

Η ψηφοφορία επίσης βάθυνε τις διαιρετικές τομές στην ελληνική κοινωνία, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων στις φτωχές γειτονιές, οι οποίοι είχαν την τάση να ψηφίσουν «όχι», και των ατόμων άνω των 65 ετών και σε πλούσιες γειτονιές, οι οποίοι είχαν την τάση να ψηφίσουν «ναι». Νεαροί Έλληνες, οι οποίοι δικαίως αισθάνονται ότι δεν συμμετείχαν στο σύστημα που οδήγησε την Ελλάδα στην οικονομική καταστροφή, είναι λιγότερο ανεκτικοί στο άκουσμα της τρέχουσας συμφωνίας και τα κατεστημένα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Η ελληνική νεολαία, που βιώνει ποσοστά ανεργίας 60%, έχει πολύ λίγη υπομονή. Ανατριχιάζει με τον εξευτελιστικό τρόπο με τον οποίο το ευρωκατεστημένο αντιμετωπίζει τον Τσίπρα και τον ελληνικό λαό. Με έντονη την αίσθηση της περιθωριοποίησης, πολλοί ευρωεπικριτές έχουν ωθηθεί στο να γίνουν ευρωσκεπτικιστές.

Πόσο πολύ έχει προχωρήσει αυτή η διαδικασία είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί. Στην Ελλάδα, είναι ενδεικτικό ότι πολλοί βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και ο επικεφαλής του ελάσσονος εταίρου του ελληνικού κυβερνητικού συνασπισμού, Πάνος Καμμένος, αντιτάχθηκαν ανοιχτά στην τελευταία συμφωνία ως προϊόν εκβιασμού από την ΕΕ. Αλλού στην Ευρώπη, το επερχόμενο δημοψήφισμα στην Βρετανία για να αποφασίσει ακριβώς την συμμετοχή της στην ΕΕ, θα είναι μια κρίσιμη δοκιμασία. Για να επιβιώσει η Ευρώπη από τέτοιες διαδικασίες χωρίς σημαντική -αν όχι ανεπανόρθωτη- ζημιά, το στρατόπεδο του ευρωκατεστημένου πρέπει να αποδείξει ότι έχει καταλάβει από πού πηγάζει η νομιμοποίηση του εγχειρήματοςτης Ευρωπαϊκής Ένωσης: Στην οικοδόμηση μιας διαρκώς στενότερης ένωσης της ειρήνης, της ευημερίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η συμφωνία που επετεύχθη στις 13 Ιουλίου μάλλον μας απομακρύνει από την επίτευξη του στόχου αυτού.

Συγκεκριμένα, η συμφωνία, η οποία επιτεύχθηκε μετά από μια μαραθώνια σύνοδο κορυφής, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα τρίτο σχέδιο διάσωσης για την Ελλάδα, που θα έρθει με την μεταβίβαση ελληνικών περιουσιακών στοιχείων συνολικής αξίας 50 δισεκατομμυρίων ευρώ (55 δισ. δολάρια) σε ένα νέο ταμείο για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, την άμεση μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού και φορολογικού συστήματος, και την απόσυρση πολλών από τα οικονομικά μέτρα που η ελληνική κυβέρνηση πέρασε στην βουλή τους τελευταίους πέντε μήνες. Δεν αποτελεί έκπληξη, όταν τα προαπαιτούμενα έγιναν δημοσίως γνωστά, ότι το Twitter εξερράγη με hashtags όπως #ThisIsACoup [3] (στμ: Αυτό είναι ένα πραξικόπημα).

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΟΝΕΙΡΟ

Κατά την διάρκεια αρκετών δεκαετιών οικονομικής ανάπτυξης και επέκτασης του κράτους πρόνοιας, τα κράτη-μέλη της ΕΕ κατόρθωσαν να υποβαθμίσουν τις τριβές μεταξύ τους και στο εσωτερικό τους. Στην συνέχεια, χτύπησε η χρηματοπιστωτική κρίση. Οι συμμαχίες που σχηματίστηκαν ως αποτέλεσμα, καθώς και οι επακόλουθες συζητήσεις για την λιτότητα, διασχίζουν τον παραδοσιακό ιδεολογικό άξονα Αριστεράς-Κέντρου-Δεξιάς. Στην πραγματικότητα, οι διαιρετικές τομές που διχάζουν τα κράτη-μέλη της ΕΕ και τους πληθυσμούς μέσα σε αυτά είναι το προϊόν μιας διπλής κρίσης ενσωμάτωσης: Ευρωπαϊκής και εθνικής. Η ευρωπαϊκή κρίση ενσωμάτωσης προήλθε από τις προκλήσεις που ανέκυψαν από την πρόσφατη οικονομική κρίση σε συνδυασμό με εντάσεις γύρω από την άνιση ανάπτυξη της οικονομικής ένωσης σε σχέση με την πολιτική. Εν τω μεταξύ, η δημογραφική παρακμή σε όλη την ήπειρο και η αδυναμία των ευρωπαϊκών κρατών να ενσωματώσουν επιτυχώς τους μετανάστες έφερε στο προσκήνιο προβλήματα ενσωμάτωσης και εθνικής ολοκλήρωσης στο εσωτερικό των περισσότερων κρατών-μελών.

Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα που αντιμετωπίζει μια κρίση χρέους. Η Κύπρος, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Ισπανία την αντιμετωπίζουν επίσης. Σε όλες τις περιπτώσεις, δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις δεν είχαν την δυνατότητα, λόγω της συμμετοχής τους στην ευρωζώνη, να υποτιμήσουν το νόμισμά τους ή να πληθωρίσουν τις οικονομίες τους με την εκτύπωση χρήματος. Όπως έγραψα στο Perspectives on Politics, «βρέθηκαν αντιμέτωποι με δύο κακές επιλογές: Να χρεοκοπήσουν ή να εφαρμόσουν μέτρα λιτότητας (εσωτερική υποτίμηση)». Εν τω μεταξύ, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα επέλεξαν τιμωρητικές πολιτικές απέναντι στις ήδη πάσχουσες χώρες, έτσι ώστε να προλάβουν περαιτέρω εξάπλωση [της κρίσης]. «Οι εξελίξεις αυτές έκτοτε ενίσχυσαν τον ευρωσκεπτικισμό σε όλη την ΕΕ, οδηγώντας σε μια αυξανόμενη δημόσια δυσαρέσκεια για τις κυβερνήσεις στις χτυπημένες από την κρίση χώρες, αλλά και για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, υπενθυμίζοντας σε όλους το διαχρονικό πρόβλημα του δημοκρατικού ελλείμματος στην λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Είναι ίσως ατυχές ότι όλα αυτά συνέβησαν ενώ οι φτωχότεροι της περιοχής χτυπήθηκαν με άλλες οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις. Η μετανάστευση από χώρες εκτός της Ευρώπης και μέσα από αυτές, σε συνδυασμό με τις αποτυχίες των κυβερνήσεων να ενσωματώσουν με επιτυχία τις νέες αφίξεις, άφησαν μερικούς Ευρωπαίους άνεργους ή φοβούμενους για τις θέσεις εργασίας τους και αβέβαιους για την θέση τους στον κοινωνικό ιστό της ηπείρου. Έτσι, πίστεψαν ότι αμφότερες οι εθνικές τους κυβερνήσεις και η ΕΕ τους είχαν εγκαταλείψει, και ο ευρωσκεπτικισμός τους πήρε μια αναμφισβήτητα εθνικιστική και λαϊκίστικη χροιά [4].

Στην Ελλάδα, οι περισσότεροι -αν όχι όλοι- οι πολίτες συμφωνούν ότι οι πολιτικές των τελευταίων πέντε ετών έχουν αποτύχει παταγωδώς˙ Συμφωνούν επίσης ότι το «πελατειακό κοινωνικό συμβόλαιο» που νομιμοποίησε το πολιτικό κατεστημένοτις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες έχει πτωχεύσει. Εν τω μεταξύ, ακόμη και εκείνοι που υποστήριξαν το «όχι» στο πρόσφατο δημοψήφισμα, εκείνοι που θεωρούν την Ελλάδα μια «αποικία χρέους»- είναι διαιρεμένοι εσωτερικά στην βάση υπαρξιακών ερωτημάτων όπως το αν κάποιος γεννιέται ή μπορεί να γίνει Έλληνας. Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία, και άλλες χώρες αντιμετωπίζουν παρόμοιες κρίσεις ταυτότητας, που μόνο επιδεινώνονται από την οικονομική κατάσταση και τις πιέσεις που ασκούνται στο κράτος πρόνοιας.

Όλα αυτά συμβαίνουν ενώ η λιτότητα -επιλεχθείσα ως ο κύριος τρόπος για να κρατηθεί το ευρώ ισχυρό και η ΕΕ ανταγωνιστική- έχει υπονομεύσει την λαϊκή υποστήριξη για την Ένωση στην Ευρώπη, όχι μόνο στην Ελλάδα. Οι εξελίξεις αυτές αποτελούν την διπλή κρίση ολοκλήρωσης: Της εθνικής αλλά και αυτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο ασφαλέστερος τρόπος εξόδου από αυτήν την κατάσταση είναι μια διαρκώς στενότερη ένωση, μια πολιτική Ευρώπη με μια δημοσιονομική ένωση και δημοκρατικά εκλεγμένους θεσμούς που θα αναδιανέμουν περισσότερο πλούτο και θα επιτυγχάνουν την ανταγωνιστικότητα μέσω της καινοτομίας, όχι μέσω της λιτότητας και της εσωτερικής υποτίμησης. Η ελπίδα για μια τέτοια Ευρώπη εξακολουθεί να είναι ζωντανή. Η γυναίκα που γνώρισα στον σταθμό Montparnasse του μετρό είναι μια απόδειξη για αυτό.

Copyright © 2015 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/greece/2015-07-14/agreekment-cou...

Σύνδεσμοι:
[1] http://councilforeuropeanstudies.org/conferences/2015-ces-conference
[2] http://www.foreignaffairs.gr/articles/69420/mark-blyth/i-aytapati-tis-li...

[3] https://twitter.com/hashtag/thisisacoup
[4] http://www.foreignaffairs.gr/articles/70159/yascha-mounk/diforoymenes-po...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνσηwww.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.grκαι στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition