Με πεντακάθαρο μυαλό | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Με πεντακάθαρο μυαλό

Τι υπάρχει πίσω από τις προσπάθειες στην Ευρώπη να νομοθετηθεί η μνήμη
Περίληψη: 

Οι μνήμες συχνά αποκλίνουν, και οι πολιτικοί έχουν την τάση να βλέπουν το παρελθόν μέσα από το πρίσμα των σημερινών σκοπιμοτήτων. Η νομοθέτηση της μνήμη κινδυνεύει έτσι να οδηγήσει σε ρήγματα μεταξύ κρατών, βλάπτοντας προσπάθειες ένταξης και απόπειρες συμβιβασμού και διαπραγμάτευσης.

Ο GEORGE SOROKA είναι λέκτορας Κυβερνητικής στο Πανεπιστήμιο Harvard.

Τον Απρίλιο του 2015, το κοινοβούλιο της Ουκρανίας ενέκρινε μια σειρά νόμων, τους λεγόμενους νόμους «αποκομμουνιστικοποίησης», οι οποίοι καθιστούν παράνομη την άρνηση της «εγκληματικής φύσης» του σοβιετικού καθεστώτος. Η πιο αμφιλεγόμενη διάταξη είναι αυτή που αναγνωρίζει τους βετεράνους του Ουκρανικού Επαναστατικού Στρατού ως «μαχητές για την ανεξαρτησία της Ουκρανίας», κάτι που τους κάνει να δικαιούνται παροχές από την κυβέρνηση και προστασία απέναντι στην δυσφήμιση παρά τον ρόλο τους στην εθνοκάθαρση κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μακράν του να είναι μη ομαλοί, τέτοιοι πολιτικά κινητροδοτημένοι νόμοι αντιπροσωπεύουν μόνο τα τελευταία παραδείγματα των προσπαθειών της Ευρώπης να νομοθετήσει την ιστορική μνήμη.

Η τάση αυτή είναι πολύ διαδεδομένη. Για παράδειγμα, από το 2015, είναι παράνομη η άρνηση του Ολοκαυτώματος σε 16 ευρωπαϊκές χώρες. Επιπλέον επτά κράτη επιβάλουν γενικές απαγορεύσεις σχετικά με την άρνηση των γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Λίγα περισσότερα δεν έχουν καμία τέτοια νομοθεσία, αλλά παρ’ όλα αυτά διώκουν τους αρνητές του Ολοκαυτώματος σύμφωνα με νόμους κατά των ομιλιών μίσους. Νόμοι, όπως αυτοί είναι αναμφισβήτητα ένα μετα-ψυχροπολεμικό φαινόμενο˙ η συντριπτική πλειοψηφία των νόμων αυτών έχουν κυρωθεί μόλις μέσα στις τελευταίες δύο δεκαετίες. Παρόμοιοι νόμοι σχετικά με την Γενοκτονία των Αρμενίων και το Holodomor, τον λιμό του 1932-1933 στην Ουκρανία, είναι ακόμα νεότεροι.

Μερικοί από αυτούς τους νόμους δεν είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενοι. Οι αρνητές του Ολοκαυτώματος υπάρχουν μόνο στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, κι έτσι η νομοθεσία για την άρνηση του Ολοκαυτώματος έχει αντιμετωπίσει μικρή αντίσταση. Όταν οι νόμοι αφορούν γεγονότα για τα οποία είναι ακόμη δυνατό ένα ευρύτερο φάσμα ερμηνειών, όπως είναι οι ενέργειες της Σοβιετικής Ένωσης, η νομοθετική διαδικασία ήταν πιο διχαστική, διαβρώνοντας διαφορετικές πολιτικές ατζέντες και προοπτικές εναντίον αλλήλων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η νομοθέτηση της μνήμης έχει γίνει όργανο της πολιτικής τέχνης στην Ευρώπη, που ασκείται ως ηθικό ρόπαλο από πολιτικούς που επιδιώκουν να πολεμήσουν μάχες του σήμερα μέσα από γεγονότα του παρελθόντος. Αυτό είναι ανησυχητικό. Οι μνήμες συχνά αποκλίνουν, και οι πολιτικοί έχουν την τάση να βλέπουν το παρελθόν μέσα από το πρίσμα των σημερινών σκοπιμοτήτων. Η νομοθέτηση της μνήμη κινδυνεύει έτσι να οδηγήσει σε ρήγματα μεταξύ κρατών, βλάπτοντας προσπάθειες ένταξης και απόπειρες συμβιβασμού και διαπραγμάτευσης.

17072015-1.jpg

Άνθρωποι επισκέπτονται το παλιό στρατόπεδο συγκέντρωσης Mauthausen στην διάρκεια μιας επίσημης εορτής μνήμης στην 70η επέτειο από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου στην Βιέννη, στις 10 Μαΐου 2015. DOMINIC EBENBICHLER / COURTESY REUTERS
----------------------

ΠΟΙΑΝΟΥ ΜΝΗΜΗ ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΙΚΑ;

Οι διατάξεις που ασχολούνται με την ιστορική μνήμη είναι ένα υποσύνολο των νόμων σχετικών με την ομιλία και την δημόσια συμπεριφορά. Μπορούν να ποινικοποιήσουν την έκφραση των αντιθέτων απόψεων, προσδιορίζοντας κυρώσεις, από την επιβολή προστίμων μέχρι την φυλάκιση, ή μπορούν να είναι κυρίως συμβολικοί, όπως στην περίπτωση της δηλωτικών ψηφισμάτων που δεν συμπεριλαμβάνουν τιμωρητικούς μηχανισμούς.

Υπάρχουν δύο τύποι νόμων ιστορικής μνήμης: Εκείνοι που προβάλλουν το πώς να θυμούνται οι άνθρωποι και εκείνοι που τονίζουν πώς να μην θυμούνται. Οι πρώτοι είναι απαγορευτικοί˙ ασχολούνται με τα γεγονότα, όπως το Ολοκαύτωμα, γύρω από τα οποία υπάρχει ήδη ευρεία ερμηνευτική συναίνεση. Ο σκοπός τους είναι η διατήρηση της δημόσιας τάξης, εμποδίζοντας τους ανθρώπους από την παραβίαση των κοινωνικών κανόνων. Οι δεύτεροι απευθύνονται σε πιο αμφιλεγόμενα ιστορικά επεισόδια. Είναι καθοδηγητικοί, με σκοπό να προωθήσουν μια συγκεκριμένη κατανόηση του παρελθόντος.

Παγκόσμιοι και περιφερειακοί παράγοντες έχουν οδηγήσει στην αύξηση των εν λόγω νομοθεσιών. Η ταχεία εξάπλωση της δημοκρατίας στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα επέτρεψε στους απλούς πολίτες να επεξεργάζονται και να ερμηνεύουν τα ιστορικά γεγονότα όπως ήθελαν. Τις τελευταίες δεκαετίες, ο ανεπτυγμένος κόσμος έχει αγκαλιάσει την ιδέα μιας αντικειμενικής και καθολικής ηθικής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία έχει κεντρίσει τις κυβερνήσεις να συμβιβάσουν τους ιστορικούς τους λογαριασμούς με τις φιλελεύθερες δεσμεύσεις. Εν τω μεταξύ, ομάδες της διασποράς έχουν γίνει όλο και πιο επιδέξιες στο να πείθουν τις κυβερνήσεις υποδοχής να αναγνωρίζουν τα ιστορικά παράπονά τους. Την ίδια στιγμή, οι αρνητές και οι απολογητές είναι τώρα πιο εύκολα ικανοί να κυκλοφορούν αναθεωρητικές απόψεις. Οι κάποτε κρυπτόμενοι φυλλαδιογράφοι, αποτελούν τώρα μια αέναη παρουσία στο Διαδίκτυο.

Στην Ευρώπη, όπου δεν είναι πλέον δυνατόν να υποτεθεί ότι μια επιβαλλόμενη από το κράτος ιδεολογία ή μια συλλογική μνήμη θα διασφαλίσει μια ιδιαίτερη θεώρηση του παρελθόντος, η υπαρξιακή αγωνία που προκύπτει από την ολοένα και μεγαλύτερη κοινωνική ετερογένεια έχει επίσης συμβάλει στον πολλαπλασιασμό των νόμων αυτών. Σύντομα, στην Ευρώπη, δεν θα υπάρχουν πια ζώντες μάρτυρες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου˙ ήδη, οι ιδιωτικές μνήμες έχουν αντικατασταθεί από πολιτικοποιημένες ιστορίες.

Η ίδρυση των υπερεθνικών νομικών φόρουμ, όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (το οποίο έγινε πλήρους απασχόλησης ίδρυμα το 1998) και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης (ιδρύθηκε το 2002), έχουν επίσης βοηθήσει την νομοθεσία της μνήμης παρέχοντας υψηλού προφίλ φόρουμ για την εκδίκαση του παρελθόντος. Η μόνιμη φύση αυτών των φορέων αποτελεί μια νέα εξέλιξη˙ πρότεροι, όπως το Διεθνές Στρατοδικείο στη Νυρεμβέργη ή το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία, οργανώθηκαν σε ad hoc βάση.