Η σινο-ρωσική προσέγγιση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η σινο-ρωσική προσέγγιση

Οι δύο εκδοχές για το μέλλον της Ρωσίας και της Κίνας και πώς θα πρέπει να ανταποκριθούν οι ΗΠΑ
Περίληψη: 

Τα συμφέροντα και οι αξίες των Ηνωμένων Πολιτειών απαιτούν να αντισταθούν στην κακή συμπεριφορά των δύο μεγάλων δυνάμεων, μεταξύ άλλων και με βία όπου είναι απαραίτητο, και η εμφάνιση μιας νέας ρωσο-κινεζικής συγκυριαρχίας δεν θα πρέπει να παραβλέψει αυτήν την λογική.

Ο JACOB STOKES είναι συνεργαζόμενο μέλος στο Πρόγραμμα Στρατηγικής και Πολιτειακής Οργάνωσης στο Center for a New American Security.
Ο ALEXANDER SULLIVAN είναι διδάσκων μέλος στο Πρόγραμμα Ασφαλείας Ασίας-Ειρηνικού στο CNAS.

Η Ρωσία και η Κίνα φαίνεται να έρχονται πιο κοντά μέρα με τη μέρα. Τον Μάιο του 2015, ο Κινέζος ηγέτης Xi Jinping επισκέφθηκε την Ρωσία. Όπως έγραφαν τα επίσημα μέσα ενημέρωσης της Κίνας [1] εκείνη την εποχή, «η Κίνα και η Ρωσία γιορτάζουν και βαθαίνουν την παλιά φιλία τους που είναι σημαδεμένη από την επιτυχημένη συνεργασία και τα κερδοφόρα για όλους αποτελέσματα, ενώ προσθέτουν ταυτόχρονα νέες πτυχές στην στρατηγική συνεργασία τους».

Ίσως ναι, ίσως όχι. Υπάρχουν δύο σχολές σκέψης σχετικά με την πιθανή τροχιά των σινο-ρωσικών σχέσεων. Η πρώτη, η οποία θα μπορούσε να ονομαστεί η σχολή των «θανάσιμων ελαττωμάτων», περιλαμβάνει πρώην ανώτερους αξιωματούχους των ΗΠΑ [2] και πεφωτισμένους όπως ο Joseph Nye [3]. Πιστεύουν ότι η σινο-ρωσική σχέση είναι ένας «γάμος ευκολίας» –θρυμματισμένος από την δυσπιστία- και, κατά συνέπεια, όπως ένας συγγραφέας έγραψε στην εφημερίδα Wall Street Journal, «η Κίνα και η Ρωσία είναι απίθανο να σφυρηλατήσουν μια βιώσιμη στρατηγική εταιρική σχέση» [4]. Η δεύτερη σχολή σκέψης θα μπορούσε να ονομαστεί η σχολή του «ισχυρού άξονα». Τείνει προς την άποψη ότι η Κίνα και η Ρωσία οικοδομούν μια βιώσιμη συνεργασία για να αμφισβητήσουν την κυριαρχία των ΗΠΑ. Η συνεργασία αυτή θα γίνει «ένα χαρακτηριστικό μιας νέας, μετα-ψυχροπολεμικής γεωπολιτικής τάξης», [5] όπως έγραψε ο Gilbert Rozman από το Πανεπιστήμιο Πρίνστον σε ένα άρθρο του στο Foreign Affairs. Η Ρωσία και η Κίνα θα ξεκινήσουν από την Ευρασία, λέει το σκεπτικό, αλλά έχουν παγκόσμιες φιλοδοξίες [6].

21082015-1.jpg

Ο πρόεδρος της Κίνας, Xi Jinping, χαιρετά κατά την άφιξή του για να παραστεί στις συνόδους κορυφής του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης και των BRICS, στην Ufa της Ρωσίας, στις 8 Ιουλίου του 2015. REUTERS
--------------

Και οι δύο αυτές απόψεις υπερεκτιμούν την πραγματικότητα, η οποία βρίσκεται κάπου στο σκοτεινό ενδιάμεσο. Η ύπαρξη αντιθέτων συμφερόντων δεν αποκλείει την συνεργασία μεταξύ της Κίνας και της Ρωσίας. Και η συνεργασία έχει σαφώς γίνει πιο στενή. Παράδειγμα, οι κοινές ναυτικές ασκήσεις στην Μεσόγειο και εκείνες που προγραμματίζονται στην συνέχεια στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας και την Θάλασσα της Ιαπωνίας. Στο οικονομικό μέτωπο, οι δύο πλευρές ανακοίνωσαν πρόσφατα ότι θα ενταχθούν στην κινεζική Οικονομική Ζώνη του Νέου Δρόμου του Μεταξιού και την ρωσική Ευρασιατική Οικονομική Ένωση για να ενσωματώσουν όλη την Ευρασία. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, οι αναλυτές θα πρέπει να αποφεύγουν να υπερεκτιμούν την έκταση και την αντοχή των σινο-ρωσικών σχέσεων. Η λογική ενός αυταρχικού άξονα που θα ξαναγράψει την παγκόσμια τάξη αγνοεί την πραγματικότητα ότι η Κίνα και η Ρωσία ανταγωνίζονται μεταξύ τους, επίσης.

Σίγουρα, ορισμένες περιοχές της σινο-ρωσικής συνεργασίας όντως απειλούν τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Το Πεκίνο και η Μόσχα, για παράδειγμα, ένωσαν τις δυνάμεις τους για την ομαλοποιήσουν την «κυριαρχία στον κυβερνοχώρο» [7], δηλαδή για να αυξήσουν την εξουσία των εθνικών κυβερνήσεων επί της ψηφιακής δραστηριότητας εντός των συνόρων τους και έτσι να συνθλίψουν περαιτέρω το ελεύθερο και ανοιχτό Internet. Ομοίως, η πώληση του προηγμένου συστήματος πυραύλων επιφανείας-αέρος S-400 [8] από την Ρωσία στην Κίνα, έχει την δυνατότητα να περιπλέξει σοβαρά τον αμερικανικό στρατιωτικό σχεδιασμό στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού.

Αλλά άλλες μορφές συνεργασίας είτε δεν επηρεάζουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ είτε θα μπορούσαν να τα προωθήσουν. Για παράδειγμα, αμφότερες οι χώρες έπαιξαν βασικό ρόλο στην επιτυχή υλοποίηση της πρόσφατης πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν, και θα είναι αναγκαίες για την εφαρμογή της συμφωνίας. Εν τω μεταξύ, μιλώντας σε γενικές γραμμές, η οικονομική ανάπτυξη σε ολόκληρη την Ασία, για την οποία τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα έχουν δεσμευθεί να συνεργαστούν ώστε να την προωθήσουν, είναι προς το συμφέρον όλων των χωρών.

Η σινο-ρωσική συνεργασία αποτελεί μια μικτή εικόνα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, κι αυτός είναι ο λόγος που οι υπάρχουσες σχολές σκέψης υπολείπονται, όταν πρόκειται για συστάσεις πολιτικής. Η σχολή των «θανάσιμων ελαττωμάτων» (τουλάχιστον σιωπηρά) υποστηρίζει ότι η σινο-ρωσική σχέση θα εκλείψει από μόνη της, και ως εκ τούτου δεν αξίζει μια συντονισμένη αντίδραση της αμερικανικής πολιτικής. Η σχολή του «ισχυρού άξονα» συνιστά ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να δομήσουν τις εξωτερικές πολιτικές τους για να αποφευχθεί ένας σινο-ρωσικός άξονας, και με αυτόν τον τρόπο, αντικατοπτρίζουν την πρωταρχική στρατηγική προσέγγιση που έλαβαν οι Ηνωμένες Πολιτείες κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Όπως το έθεσε ο θεωρητικός των διεθνών σχέσεων John Mearsheimer [9] σε πρόσφατη συνέντευξή του, «το να οδηγηθούν οι Ρώσοι στην αγκαλιά των Κινέζων ... είναι μια στρατηγική ανοησία πρώτης τάξεως». Σε αυτή την σχολή, ο φόβος είναι ότι, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες δυνάμεις στον περίγυρό τους υιοθετήσουν μια πάρα πολύ σκληρή γραμμή απέναντι στις ρωσικές ενέργειες στην Ουκρανία και σε άλλα μέρη στο εγγύς εξωτερικό της [Ρωσίας], θα στείλουν την Μόσχα στην αγκαλιά του Πεκίνου. Ομοίως, η αντίσταση στην κινεζική επιθετικότητα στην Ασία θα πείσει την Κίνα να στηρίξει τις ρωσικές αδικοπραξίες. Με άλλα λόγια [10], μην πιέζετε κανέναν από αυτούς ξεχωριστά, γιατί θα πιεστούν να ενωθούν.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται μια νέα προσέγγιση -μια προσέγγιση που θα βασίζεται σε δύο αρχές. Πρώτον, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να επικεντρωθούν στο να απομονώσουν την Κίνα και την Ρωσία μαζί, αντί να προσπαθούν να απομακρύνουν την μια από την άλλη.