Το τέλος της απομόνωσης του Ιράν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το τέλος της απομόνωσης του Ιράν

Η αλλαγή ρόλου ενός σημαντικού περιφερειακού παίκτη
Περίληψη: 

Η προσέγγιση μεταξύ του Ιράν και της Δύσης με αφορμή την από κοινού αντιμετώπιση της εξάπλωσης του Ισλαμικού Κράτους στην Μέση Ανατολή, επισφραγίσθηκε με την υπογραφή της συμφωνίας για τους διεθνείς μηχανισμούς ελέγχου επί του αμφιλεγόμενου πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης. Αρχιτέκτονας της νέας, δυτικότροπης, προοπτικής του Ιράν είναι η διακυβέρνηση Ομπάμα –στις επιλογές της οποίας καλούνται να εναρμονισθούν όχι μόνο οι μέχρι πρότινος σταθερές γραμμές της Ισλαμικής Επανάστασης, αλλά και οι παραδοσιακοί σύμμαχοι τόσο του Ιράν όσο και των ΗΠΑ στην κινούμενη άμμο της Μέσης Ανατολής.

Ο ΓΑΒΡΙΗΛ ΧΑΡΙΤΟΣ είναι δικηγόρος, με μεταπτυχιακό στις Διεθνείς, Πολιτικές και Οικονομικές Σχέσεις στη Μεσόγειο από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και υποψήφιος διδάκτωρ του Τμήματος Ευρωπαϊκών και Διεθνών Σπουδών τού Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Η υπογραφή συμφωνίας για τους μηχανισμούς ελέγχου του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν αποτέλεσε γεγονός-σταθμό για την εξωτερική του πολιτική και την θέση του στην Μέση Ανατολή. Καταλυτικό ρόλο για την βαθμιαία επαναπροσέγγιση μεταξύ Ιράν και Δύσης έπαιξε η εξάπλωση του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ και στην Συρία (ISIS), κινητοποιώντας την ιρανική στρατιωτική μηχανή προκειμένου να ανακόψει τετελεσμένα που θα απειλούσαν την σταθερότητα στη μεθόριο με το Ιράκ. Η Τεχεράνη, συνεπής στην συμμαχία της με το καθεστώς Άσαντ, έσπευσε να αποκηρύξει τις ένοπλες επιχειρήσεις των Τζιχαντιστών και ενίσχυσε έμπρακτα τον τακτικό συριακό στρατό με κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή, ανακόπτοντας αποτελεσματικά την τζιχαντιστική προέλαση προς τις δυτικές συριακές επαρχίες. Παράλληλα, ιρανικές στρατιωτικές δυνάμεις συντάχθηκαν με τις δυνάμεις της εξασθενημένης κεντρικής κυβέρνησης του Ιράκ, καταφέρνοντας να ελέγξουν κωμοπόλεις που είχαν περιέλθει στους Τζιχαντιστές. Επιπροσθέτως όμως, οι ως άνω στρατηγικές επιλογές ήταν πλήρως εναρμονισμένες με τα συμφέροντα της Δύσης, η οποία δεν επιθυμεί το Ισλαμικό Κράτος να δρα ανεξέλεγκτα, αναιρώντας την έννοια των μεσανατολικών συνόρων και των υφιστάμενων πλουτοπαραγωγικών ισορροπιών.

Αναλαμβάνοντας αυτές τις δραστικές στρατιωτικές πρωτοβουλίες, ήδη από το φθινόπωρο του 2014 η Τεχεράνη άφηνε να διαφανεί με σαφήνεια η πρόθεσή της να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις της με την Δύση και να βγει από την διπλωματική της απομόνωση. Η Δυτική θετική ανταπόκριση δεν άργησε να εκδηλωθεί, προσδίδοντας θετική δυναμική στις μέχρι τότε άκαρπες διαπραγματεύσεις για το μέλλον του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.

Από ιρανικής πλευράς γινόταν φανερό πως οι αντιδυτικές εμμονές του παρελθόντος επαναξιολογούνταν. Ενδεικτική της νέας αυτής θεώρησης ήταν η εντυπωσιακή σιωπηρή συγκατάβαση της Τεχεράνης ως προς την σύσταση μόνιμης στρατιωτικής βάσης της Βρετανίας στο γειτονικό Μπαχρέιν, τον Δεκέμβριο του 2014. Τα ιρανικά ΜΜΕ δεν έθιξαν καθόλου το γεγονός ότι αυτή η εξέλιξη ενισχύει το Μπαχρέιν, την σουνιτική ηγεσία του οποίου το Ιράν ανέκαθεν κατηγορούσε ότι παραβιάζει συστηματικά τα ανθρώπινα δικαιώματα της σιιτικής/περσόφωνης πλειοψηφίας της χώρας και ότι αποτελεί ένα από τα «απομεινάρια της βρετανικής αποικιοκρατίας στον Περσικό Κόλπο».

24082015-1.jpg

Η Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής Φεντερίκα Μογκερίνι με τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών Τζαβάντ Ζαρίφ σε μια συνεδρίαση στο κτήριο του ΟΗΕ στην Βιέννη, στις 14 Ιουλίου 2015. Leonhard Foeger/Reuters
-----------------------------------------

Μπροστά στον αποσταθεροποιητικό παράγοντα του Ισλαμικού Κράτους, το σιιτικό Ιράν και η Δύση βρήκαν για πρώτη φορά κοινό πεδίο συνεργασίας. Τεχεράνη και Ουάσινγκτον φρόντισαν να αδράξουν αυτήν την ευκαιρία, ώστε να λάβουν τέλος οι αντιπαραθέσεις περί του αμφιλεγόμενου πυρηνικού της προγράμματος. Ύστερα από ψυχρότητα δεκαετιών, οι διαπραγματεύσεις που διεξάγονταν στην Βιέννη μεταξύ του Ιράν και των υπόλοιπων πυρηνικών δυνάμεων καθ’ όλη την διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 2015, έδειχναν πως μια συμφωνία ήταν πια εφικτή. Ωστόσο, το Ιράν ήταν εξίσου σαφές ότι δεν ήταν διατεθειμένο να αναιρέσει τα κεκτημένα του σε περιφερειακό επίπεδο – κεκτημένα που απέκτησε με μεγάλο πολιτικό και οικονομικό κόστος καθ’ όλη την διάρκεια της διπλωματικής του απομόνωσης από το 1979 έως σήμερα.

Κατά την διάρκεια των συνομιλιών, ο ιρανικός παράγοντας φρόντισε να τονίσει την αποτελεσματικότητα των περιφερειακών του συμμαχιών, άλλοτε οξύνοντας τα ανοικτά μέτωπα και άλλοτε επιδεικνύοντας εντυπωσιακή αυτοσυγκράτηση. Έτσι, αφ’ενός η σιιτική οργάνωση Χεζμπολάχ στον Νότιο Λίβανο ενέτεινε τις επιχειρήσεις της κατά των σουνιτικών ανταρτικών δυνάμεων στην Νότιο Συρία, αναπληρώνοντας τις ελλείψεις του καθεστώτος της Δαμασκού στην ανάσχεση του Ισλαμικού Κράτους, αφ’ετέρου όμως το Ιράν φρόντιζε να συστήνει στον ηγέτη της, Χάσαν Νασράλλα, να μην προκαλεί υπέρμετρη ένταση στο βόρειο Ισραήλ. Από την άλλη πλευρά, το Ιράν επιμελήθηκε ώστε να αναζωπυρωθεί το μέτωπο μεταξύ των φιλοϊρανικών ένοπλων ομάδων της Υεμένης και της Σαουδικής Αραβίας, υπενθυμίζοντας προς τα φιλοδυτικά σουνιτικά καθεστώτα του Κόλπου ότι η ελευθερία της ναυσιπλοΐας από και προς την Ερυθρά Θάλασσα είναι αδιανόητη χωρίς την σύμφωνη γνώμη της Τεχεράνης. Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο, που δίνει το στίγμα για τον νέο περιφερειακό ρόλο που καλείται να υπηρετήσει, είναι η περαιτέρω μείωση της ιρανικής επιρροής επί της πολιτικής ηγεσίας της Χαμάς, αφήνοντάς την παραδοθεί στη σφαίρα επιρροής της Τουρκίας.

Οι προσεκτικές αυτές κινήσεις του Ιράν είχαν ως κύριους αποδέκτες όχι μόνο την Ουάσινγκτον, αλλά και το Ισραήλ – ειδικά σε ό,τι αφορούσε τη Χεζμπολάχ και την Χαμάς. Η Τεχεράνη γνώριζε πολύ καλά ότι μια χρονικά άστοχη στρατιωτική ένταση μεταξύ του Ισραήλ και της Χεζμπολάχ ή άλλων φιλοϊρανικών οργανώσεων που δρουν στη Γάζα, θα ενισχύσουν την ισραηλινή επιχειρηματολογία, σύμφωνα με την οποία ο πραγματικός στόχος του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης είναι ο αφανισμός του Ισραήλ και η εκδίωξη της Δύσης από την Μέση Ανατολή. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο αναμφίβολα θα προκαλούσε αμηχανία στην Ουάσινγκτον και θα καθιστούσε ορατό τον κίνδυνο ενός ακόμα αδιεξόδου στις διαπραγματεύσεις για τον έλεγχο του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.