Το πρόβλημα της Ευρώπης με την απολυταρχία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το πρόβλημα της Ευρώπης με την απολυταρχία

Οι τελευταίες ημέρες της πολωνικής δημοκρατίας;

Η συνταγματική τάξη της Πολωνίας κλειδώθηκε έτσι σε μια αντιπαράθεση, βάζοντας το Κοινοβούλιο και τον πρόεδρο απέναντι στο Συνταγματικό Δικαστήριο: Το Κοινοβούλιο έχει ορίσει πέντε δικαστές που το Συνταγματικό Δικαστήριο δεν αναγνωρίζει, ενώ το Δικαστήριο αναγνωρίζει τρεις δικαστές που έχουν διοριστεί νόμιμα από την προηγούμενη κυβέρνηση, τους οποίους ο πρόεδρος και το κοινοβούλιο αρνούνται να αναγνωρίσουν με την σειρά τους. Ο Κατσίνσκι δεν έκρυψε την ατζέντα πίσω από την επίθεση του PiS στο Δικαστήριο: Σε ένα συλλαλητήριο στα μέσα Δεκεμβρίου [4], δήλωσε ξεκάθαρα ότι έβλεπε το Δικαστήριο ως πιθανό εμπόδιο για την εκπλήρωση των προεκλογικών υποσχέσεων του PiS, οι οποίες περιλαμβάνουν δημοφιλή οικονομικά μέτρα που θα αυξήσουν τις οικογενειακές παροχές και την μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης. Αλλά οι βαθύτεροι στόχοι πίσω από την επίθεση του κόμματος στο Δικαστήριο είναι πιθανόν πιο εκτεταμένοι και ανησυχητικοί: Να προετοιμάσουν το έδαφος για ένα σύνολο νόμων που θα περιορίσουν τα ατομικά δικαιώματα και θα νοθεύσουν τους δημοκρατικούς θεσμούς, γεγονός που θα καθιστά δύσκολο να ανατραπεί το PiS από την εξουσία.

Η ΒΟΥΔΑΠΕΣΤΗ ΣΤΗΝ ΒΑΡΣΟΒΙΑ

Με το να αψηφήσει το Συνταγματικό Δικαστήριο, αποδυναμώνοντας την εντολή του, και προσπαθώντας να το γεμίσει με πιστούς του κόμματός του, ο Κατσίνσκι και το κόμμα του Νόμος και Δικαιοσύνη ακολουθούν το παράδειγμα που έθεσε ο Όρμπαν της Ουγγαρίας και το κόμμα του, Fidesz [5], οι οποίοι μετέτρεψαν την Ουγγαρία σε μια ημι-αυταρχική πολιτεία κάτω από τη μύτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης [6]. Αφότου το Fidesz ανήλθε στην εξουσία το 2010, η κυβέρνηση Orban ξεκίνησε μια συνταγματική επανάσταση για την εξάλειψη των ανεξάρτητων ελέγχων στην εξουσία του και την εδραίωση της κυβέρνησης του Fidesz για τα επόμενα χρόνια. Το ισχυρό Συνταγματικό Δικαστήριο της Ουγγαρίας, όπως και της Πολωνίας, αποτελούσε απειλή για τα σχέδια αυτά και έγινε ένας από τους πρώτους στόχους του Όρμπαν. Το 2010, η κυβέρνηση Όρμπαν αλλάξει την διαδικασία διορισμού των δικαστών για να επιτραπεί στην κυβερνητική πλειοψηφία να προβεί σε διορισμούς χωρίς διαβούλευση με την αντιπολίτευση. Την επόμενη χρονιά, το 2011, η κυβέρνηση ενέκρινε ένα νέο σύνταγμα το οποίο διεύρυνε την σύνθεση του Συνταγματικού Δικαστηρίου από 11 σε 15 δικαστές, επιτρέποντας στον Orban να το γεμίσει με νομιμόφρονες του Fidesz. Όταν το Δικαστήριο, ωστόσο, συνέχισε να δηλώνει ως αντισυνταγματικές μερικές από τις πιο σκανδαλώδεις πράξεις του Όρμπαν -μεταξύ των οποίων ένας νόμος για την ποινικοποίηση των αστέγων και ένας άλλος που απαιτεί από τις εκκλησίες να εξασφαλίσουν επίσημη αναγνώριση μέσα από μια ψηφοφορία στο κοινοβούλιο- η κυβέρνησή του απάντησε με τροποποίηση του Συντάγματος το 2013, έτσι ώστε να περιορίζει περαιτέρω την εξουσία του Δικαστηρίου, δίνοντας συνταγματικό καθεστώς σε μια σειρά νόμων που το Δικαστήριο είχε κηρύξει αντισυνταγματικούς, εκμηδενίζοντας περισσότερα από 20 χρόνια νομολογίας του Δικαστηρίου και εδραιώνοντας περαιτέρω τον έλεγχο του πολιτικά διορισμένου επικεφαλής του Εθνικού Δικαστικού Γραφείου της Ουγγαρίας, επί της δικαστικής Αρχής.

12012016-2.jpg

Ο Γιάροσλαβ Κατσίνσκι μιλάει με τον Πολωνό πρόεδρο Andrzej Duda στο προεδρικό μέγαρο στην Βαρσοβία, τον Νοέμβριο του 2015. KACPER PEMPEL / REUTERS
-----------------------------------

Αλλά ο Όρμπαν δεν σταμάτησε στα δικαστήρια. Διεκδίκησε επίσης τον έλεγχο των ανεξάρτητων δημόσιων οργανισμών που θα μπορούσαν να ελέγξουν την εξουσία της κυβέρνησης, αναδιοργανώνοντας και αντικαθιστώντας τον επικεφαλής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τον Συνήγορο του Πολίτη για την προστασία των δεδομένων, την Εθνική Εκλογική Επιτροπή και το Εθνικό Συμβούλιο Μέσων Ενημέρωσης˙ διεκδίκησε τον πολιτικό έλεγχο επί των δημόσιων και ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης˙ επιτέθηκε στις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των εκκλησιών και των επικριτικών προς την κυβέρνησή του ΜΚΟ˙ και αναθεώρησε το εκλογικό σύστημα της Ουγγαρίας, έτσι ώστε να ευνοεί το Fidesz. Παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρώπης έχουν προσβάλει μια σειρά από ενέργειες της κυβέρνησης Όρμπαν, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ έχουν αποτύχει μέχρι στιγμής να σταματήσουν την μετατόπιση της Ουγγαρίας προς τον αυταρχισμό.

ΟΙ πρόσφατες επιδόσεις του PiS, δείχνουν ότι έχει κατά νου την Ουγγαρία. (Στις 6 Ιανουαρίου, Κατσίνσκι και Όρμπαν συναντήθηκαν ιδιωτικά [7] στη νότια Πολωνία για περίπου έξι ώρες). Εκτός από την επίθεση στο Συνταγματικό Δικαστήριο, η κυβέρνηση της Πολωνίας έχει επίσης περάσει μια σειρά νόμων που θα ενισχύσει την λαβή του PiS στην εξουσία και θα υπονομεύσει την δημοκρατία στην χώρα. Στις 30 Δεκεμβρίου, το κοινοβούλιο ψήφισε ένα νομοσχέδιο, το οποίο καταγγέλθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση και οργανισμούς των δικαιωμάτων των μέσων μαζικής ενημέρωσης, με το οποίο απολύονται οι νυν επικεφαλής των κρατικών τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών και επιτρέπει στην κυβέρνηση να διορίσει νέους. Ένα άλλο κομμάτι της νομοθεσίας που θεσπίστηκε από τους νομοθέτες του PiS έχει σχεδιαστεί για να επιτρέψει στην κυβέρνηση να απολύει δημοσίους υπαλλήλους κατά βούληση. Οι Πολωνοί νομοθέτες έχουν επίσης εισαγάγει τροποποιήσεις στον νόμο για την αστυνομία και τις ειδικές υπηρεσίες ασφαλείας που θα αυξήσουν σημαντικά την ικανότητα της κυβέρνησης να κάνει υποκλοπές και να κατασκοπεύει τους Πολωνούς πολίτες. Αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό από μια κυβέρνηση υπό την ηγεσία του PiS, η οποία ιστορικά έχει ηγηθεί πολιτικοποιημένων «κυνηγιών μαγισσών» για να χαρακτηρίσει τους αντιπάλους του ως κατασκόπους ή κομμουνιστές.