Μεταξύ Άγκυρας και Rojava | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μεταξύ Άγκυρας και Rojava

Καθόλου ήσυχα στο κουρδικό μέτωπο
Περίληψη: 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, είτε το επεδίωξαν είτε όχι, εκμαίευσαν την Rojava και αντιστοίχως, το ιρακινό Κουρδιστάν. Και δεν μπορούν να συνεχίσουν να στρατολογούν τους Κούρδους ως προπύργια των περιφερειακών συμφερόντων των ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα καταστέλλουν τις επιθυμίες τους για ανεξαρτησία. Εάν οι Κούρδοι της Συρίας και του Ιράκ θέλουν να είναι ανεξάρτητοι, η Ουάσιγκτον δεν θα πρέπει να τους σταματήσει.

Ο STEVEN A. COOK είναι βασικός συνεργάτης στην έδρα Eni Enrico Mattei για Μεσανατολικές και Αφρικανικές Σπουδές στο Council on Foreign Relations. Το νέο του βιβλίο Thwarted Dreams: Violence and Authoritarianism in the New Middle East θα εκδοθεί από τον οίκο Oxford University Press.

Σχεδόν πριν από επτά χρόνια, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα ταξίδεψε στην τουρκική πρωτεύουσα, την Άγκυρα, για να απευθυνθεί στο κοινοβούλιο της χώρας. Η Τουρκία [1] ήταν η δεύτερη μετά την Ρωσία που χρειαζόταν μια «επανεκκίνηση». Ο πόλεμος στο Ιράκ είχε βλάψει τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Άγκυρα [2], η οποία είχε προειδοποιήσει για τους κινδύνους της εισβολής των ΗΠΑ και πλήρωσε κάποιο κόστος για τις αποσταθεροποιητικές συνέπειες της. Η λεπτεπίλεπτη ρητορική του νέου προέδρου των ΗΠΑ ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης για το πώς οι Τούρκοι και οι Αμερικανοί στρατιώτες στάθηκαν πλάι-πλάι «από την Κορέα ως το Κοσσυφοπέδιο και την Καμπούλ» [3] και ο θαυμασμός του για την «δημοκρατία της Τουρκίας» φαινόταν να χτυπά ακριβώς τις σωστές χορδές. Ήταν η αυγή μιας νέας εποχής στην οποία οι στενές σχέσεις με μια μεγάλη, ευημερούσα, εκδημοκρατιζόμενη, κυρίως μουσουλμανική χώρα θα γινόταν το παράδειγμα μιας πιο εποικοδομητικής, λιγότερο εμπόλεμης πορείας της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.

Τώρα, στο τελείωμα της εποχής εκείνης, η Ουάσιγκτον φαίνεται να μην έχει πάει πουθενά με την Άγκυρα. Τα ζητήματα που διακυβεύονται είναι διαφορετικά, αλλά η διχόνοια και η δυσπιστία χαρακτηρίζουν αυτό που υποτίθεται ότι ήταν μια «συνεργασία-πρότυπο» βασισμένη στα κοινά συμφέροντα και τις αξίες αμφοτέρων. Τι συνέβη;

Κατά μια έννοια, τίποτα. Παρά τον τρόπο που οι ελίτ της εξωτερικής πολιτικής έχουν μιλήσει για την Τουρκία –υπερμαχόμενες του Δυτικού προσανατολισμού της εξωτερικής πολιτικής της- η σχέση ήταν πάντα μια άσκηση στην απογοήτευση. Υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο χωρών για την απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ John F. Kennedy να αποσύρει τους πυραύλους Jupiter από την Τουρκία μετά την κουβανική κρίση των πυραύλων, για την τουρκική εισβολή και κατοχή της βόρειας Κύπρου το 1974 που οδήγησε σε ένα αμερικανικό εμπάργκο όπλων, για τις σχέσεις της Άγκυρας με την Αθήνα, για την γενοκτονία των Αρμενίων, και για την θέση της Τουρκίας σχετικά με την εισβολή στο Ιράκ. Ακόμη και κατά την διάρκεια των πρώτων ετών του Ομπάμα, οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ υπέστησαν οδυνηρό μαστίγωμα. Ένα χρόνο μετά την εμφάνιση του Ομπάμα στο τουρκικό κοινοβούλιο, η Άγκυρα άσκησε βέτο σε ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για την επιβολή κυρώσεων κατά της Τεχεράνης˙ διαπραγματεύτηκε μια πυρηνική συμφωνία με το Ιράν (και την Βραζιλία)˙ και ενεργοποίησε τον διαβόητο Στόλο της Ελευθερίας που προσπάθησε να σπάσει τον ισραηλινό ναυτικό αποκλεισμό στην Λωρίδα της Γάζας και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο εννέα ανθρώπων πάνω στο τουρκικής σημαίας πλοίο, το Mavi Marmara [4].

16032016-1.jpg

Κούρδος, μέλος των Δυνάμεων Αυτοάμυνας βρίσκεται κοντά στα σύνορα Συρίας-Τουρκίας στην συριακή πόλη αλ-Derbasiyah, την 9η Φεβρουαρίου 2016. RODI SAID / REUTERS
------------------------------------------------

Αφότου ο Ομπάμα και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος ήταν τότε πρωθυπουργός και τώρα είναι πρόεδρος της Τουρκίας, καθάρισε την ατμόσφαιρα σε μια ιδιωτική συνάντηση στην σύνοδο κορυφής του G-20 τον Σεπτέμβριο του 2010, τα πράγματα φάνηκε και πάλι να βρίσκουν τον δρόμο τους. Η νέα «χρυσή εποχή» στις σχέσεις κορυφώθηκε με την Αραβική Άνοιξη. Παρά τις στενές σχέσεις της Άγκυρας με τον Σύριο Μπασάρ αλ-Άσαντ και τον Λίβυο Μουαμάρ αλ-Καντάφι, η κυβέρνηση Ομπάμα (όπως και το σύνολο της ελίτ της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ) θεωρούσε την Τουρκία ως πρότυπο για τον αραβικό κόσμο και έβλεπε προς τους Τούρκους για να διευκολύνουν «ήπιες προσγειώσεις» [5 ] και μεταβάσεις στην δημοκρατία.

Ωστόσο, ήταν επίσης η Αραβική Άνοιξη [6], συγκεκριμένα η εξέγερση στην Συρία και η διασταύρωσή της με την τουρκική εσωτερική πολιτική, που ανανέωσε την ένταση στις αμερικανο-τουρκικές σχέσεις. Οι διαμαρτυρίες που ξεκίνησαν τον Μάρτιο του 2011 στην νότια συριακή πόλη Deraa φάνηκαν μια τέλεια ευκαιρία για την Άγκυρα ώστε να επιδείξει την ηγετική της θέση στην Μέση Ανατολή. Ο Ερντογάν θα μπορούσε να αντλήσει από την επένδυσή του σε χρόνο και πολιτικό κεφάλαιο στις σχέσεις του με τον Άσαντ κατά την διάρκεια των προηγούμενων πέντε ετών (απέναντι σε μια σκεπτική κυβέρνηση Μπους και μια πιο δεκτική κυβέρνηση Ομπάμα [7], ο Ερντογάν είχε αφήσει να εννοηθεί ότι δούλευε για να τραβήξει την Δαμασκό μακριά από την Τεχεράνη) ώστε να επηρεάσει την συμπεριφορά του Σύριου ηγέτη.

Όταν οι συριακές δυνάμεις ασφαλείας απάντησαν στην εξέγερση στην Deraa με σκληρό τρόπο, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας ταξίδεψε στην Δαμασκό για να συμβουλεύσει προσοχή και μεταρρυθμίσεις. Ο Άσαντ προφανώς συμφώνησε, αλλά παρ’ όλα αυτά συνέχισε τις προσπάθειές του για να καταστείλει την εξέγερση. Οι νέες τουρκικές παρακλήσεις απορρίφθηκαν προς όφελος των ιρανικών συμβουλών. Αφότου μεγάλος αριθμός προσφύγων άρχισε να ρέει κατά μήκος των τουρκικών συνόρων αναζητώντας ασφάλεια από τον συριακό στρατό και τα τάγματα θανάτου του καθεστώτος, η Άγκυρα παραιτήθηκε από τον κάποτε σύμμαχό της. Ήταν μια θέση αρχής, αλλά ο Ερντογάν ήταν ακόμη απρόθυμος να ηγηθεί της προσπάθειας εκδίωξης του δικτάτορα, προτιμώντας αντ’ αυτού να ενθαρρύνει, να δελεάσει, ακόμη και να ντροπιάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες για μια άλλη σύγκρουση στην Μέση Ανατολή -αλλά εις μάτην.