Η Κλίντον, ο Τράμπ και το Ριάντ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Κλίντον, ο Τράμπ και το Ριάντ

Πώς βλέπει η Σαουδική Αραβία τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές
Περίληψη: 

Υπό το πρίσμα της αντίληψης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αρχίσει να υποχωρούν από τον παραδοσιακό ρόλο τους ως «αστυνομικοί» της Μέσης Ανατολής, ένας αυξανόμενος αριθμός Σαουδαράβων έχουν υποστηρίξει την μείωση της εξάρτησης του βασιλείου από τις Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα της ασφάλειας. Ωστόσο, λίγοι Σαουδάραβες κάνουν έκκληση για ένα μεγάλο διαζύγιο.

Ο FAHAD NAZER είναι πολιτικός αναλυτής στην JTG, Inc. και εξωτερικός συνεργάτης στο ινστιτούτο των Κρατών του Αραβικού Κόλπου, στην Ουάσινγκτον.

Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε πρόσφατα ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Barack Obama [1], θα επισκεφθεί την Σαουδική Αραβία [2] τον Απρίλιο, ως μέρος μιας περιοδείας στο εξωτερικό, με επιπλέον στάσεις στην Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η δήλωση δεν αποτέλεσε έκπληξη˙ οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι χώρες που αποτελούν το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (Gulf Cooperation Council, GCC) - το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ, το Ομάν, το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα- είχαν συμφωνήσει να συνεδριάσουν κάποια στιγμή φέτος [3], μετά την σύνοδό τους στο Καμπ Ντέιβιντ τον περασμένο Μάιο, κατά την διάρκεια της οποίας εξέδωσαν κοινή δήλωση επιβεβαιώνοντας την δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών στην ασφάλεια του Κόλπου.

Η επίσκεψη, όμως, έρχεται σε μια δύσκολη στιγμή. Στον απόηχο των πρόσφατων δηλώσεων του Ομπάμα και των υποψηφίων στις προεδρικές προκριματικές των ΗΠΑ, η δέσμευση της Ουάσινγκτον στην περιοχή είναι υπό εντεινόμενη αμφισβήτηση. Σε ένα άρθρο του Jeffrey Goldberg τον Μάρτιο στο περιοδικό The Atlantic [4], ο Ομπάμα φέρεται να επικρίνει τις εξωτερικές και τις εγχώριες πολιτικές της Σαουδικής Αραβίας και να αναρωτιέται κατά πόσον η Σαουδική Αραβία εξακολουθεί να είναι φίλη των Ηνωμένων Πολιτειών. Το άρθρο προκάλεσε μια συντριπτικά αρνητική αντίδραση από Σαουδάραβες στα κοινωνικά δίκτυα και τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης.

29032016-1.jpg

Ο υπουργός Εξωτερικών της Σαουδικής Αραβίας, Σαούντ αλ-Φαϊζάλ, η Αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, και ο υπουργός Εξωτερικών του Κουβέιτ, Sheikh Sabah Khalid Al-Hamad Al-Sabah, μιλούν πριν από μια ομαδική φωτογραφία στο φόρουμ του Συμβουλίου Συνεργασίας ΗΠΑ-GCC στο Ριάντ, στις 31 Μαρτίου του 2012. BRENDAN SMIALOWSKI / REUTERS
----------------------------------------

Η πιο αξιοσημείωτη αντίδραση μέχρι στιγμής ήταν του πρίγκιπα Turki al -Faisal, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής των Σαουδικών μυστικών Υπηρεσιών για σχεδόν 30 χρόνια και ήταν πρεσβευτής τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σε ένα καυστικό άρθρο γνώμης στην αγγλόφωνη εφημερίδα Arab News, ο Faisal επέκρινε έντονα την εκτίμηση του προέδρου για την αποτελεσματικότητα των σχέσεων ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας, διαφωνώντας ιδιαίτερα με την εμφανή ένταξη της Σαουδικής Αραβίας από τον Ομπάμα σε έναν κατάλογο συμμάχων που τους χαρακτηρίζει ως «τζαμπατζήδες» (στμ: στα αγγλικά free–riders) [5].

Ο Ομπάμα άφησε να εννοηθεί ότι η Σαουδική Αραβία δεν κάνει αρκετά στην υπό αμερικανική ηγεσία εκστρατεία ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος (επίσης γνωστό ως ISIS) [6]. Υπονόησε επίσης ότι η χώρα συνέβαλε στην αύξηση των ισλαμιστικών μαχητικών ομάδων μέσω της χρηματοδότηση Ουαχαμπιτικών θρησκευτικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σε όλο τον κόσμο. Από την πλευρά τους, οι Σαουδάραβες αξιωματούχοι είναι όλο και πιο απογοητευμένοι με την Δυτική υποτίμηση των εισφορών τους στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, ιδίως δεδομένου του ότι έχουν συλλάβει εκατοντάδες υποστηρικτές του ISIS στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας και έχουν λάβει αυτά που βλέπουν ως επαρκή μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι τα θεσμικά όργανα που υποστηρίζουν στο εξωτερικό -και εγχωρίως- δεν διαδίδουν εξτρεμιστικές ιδεολογίες.

Είτε έτσι είτε αλλιώς, ο Ομπάμα δεν είναι η μόνη προσωπικότητα στις ΗΠΑ που παρακολουθούν οι Σαουδάραβες. Σε όλο τον κόσμο, η ανάδυση του επιχειρηματία Ντόναλντ Τραμπ [7] ως υποψήφιου για την προεδρία έχει εκπλήξει. Στο παρελθόν, υπήρξε μια ευρέως διαδεδομένη αντίληψη μεταξύ των Σαουδαράβων ότι οι Ρεπουμπλικάνοι ήταν ισχυρότεροι υποστηρικτές της Σαουδικής Αραβίας από όσο οι Δημοκρατικοί. Αλλά αυτό το συναίσθημα δεν φαίνεται να επεκτείνεται ως τον Trump. Υπό το φως μερικών από τα σχόλιά του για το Ισλάμ, το οποίο προφανώς θεωρεί ως ένα «πρόβλημα» που μπορεί να μετριαστεί με την θέσπιση μιας απαγόρευσης για Μουσουλμάνους μετανάστες -έχει απεικονιστεί στα βασικά μέσα ενημέρωσης της Σαουδικής Αραβίας ως διχαστική φιγούρα που επιδιώκει να εκμεταλλευθεί τους φόβους και τις ανασφάλειες ενός σχετικά μικρού τμήματος του αμερικανικού πληθυσμού. Παρά το γεγονός ότι ορισμένοι Σαουδάραβες έχουν προτείνει ότι ο Trump θα μπορούσε να μετριάσει τις απόψεις του κατά την διάρκεια των γενικών εκλογών για να διευρύνει την υποστήριξή του, άλλοι φοβούνται ότι η ισλαμοφοβία που συσσωρεύει θα λειτουργήσει σαν μπούμερανγκ και θα ενισχύσει τις τάξεις των μαχητικών ισλαμικών ομάδων σε όλο τον κόσμο.

Εν τω μεταξύ, μερικοί από τους σκληρότερους επικριτές της Ουάσιγκτον έχουν δηλώσει ότι ο Trump, μακράν του να είναι απλώς ένας κυνικός συλλέκτης ψήφων, είναι το αληθινό πρόσωπο της Αμερικής. Το γεγονός ότι ο Trump επέκρινε την Σαουδική Αραβία στον λογαριασμό του στο Twitter σε αρκετές περιπτώσεις -ίσως οδηγημένος εν μέρει από μια διαμάχη του με τον Σαουδάραβα δισεκατομμυριούχο πρίγκιπα Alwaleed bin Talal, με τον οποίο οTrump είχε επιχειρηματικές συναλλαγές στο παρελθόν- επίσης βλάπτει την ελκυστικότητά του.