Ξεπερνώντας την Αίγυπτο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ξεπερνώντας την Αίγυπτο

Ώρα να ξαναμελετηθούν οι σχέσεις

Για δεκαετίες, η συνεργασία μεταξύ της Αιγύπτου και των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν ένας ακρογωνιαίος λίθος του αμερικανικού ρόλου στην Μέση Ανατολή. Σήμερα, είναι ένα απλό απομεινάρι μιας άλλης εποχής. Δεν υπάρχουν πλέον επιτακτικοί λόγοι στην Ουάσιγκτον ώστε να στηρίξει ιδιαίτερα στενούς δεσμούς με το Κάιρο. Αυτό που κάποτε ήταν μια ισχυρή συμβολική συμμαχία με σαφή πλεονεκτήματα για αμφότερες τις πλευρές έχει γίνει μια καθαρή συναλλακτική σχέση -και μια σχέση που ωφελεί τους Αιγυπτίους περισσότερο από τους Αμερικανούς. Έχει έρθει η ώρα και για τις δύο πλευρές να αναγνωρίσουν αυτή την πραγματικότητα, και για τις Ηνωμένες Πολιτείες να μεταβάλλουν ριζικά την προσέγγισή τους [1] προς την Αίγυπτο: Υποβαθμίζοντας την προτεραιότητα που δίνεται στην σχέση, μειώνοντας το επίπεδο της οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης [2] που προσφέρουν στο Κάιρο και δένοντας πιο στενά την βοήθεια που τελικά δίνουν με τις πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις που θα κάνουν την Αίγυπτο πιο αξιόπιστο εταίρο.

Οι σύγχρονες αμερικανο-αιγυπτιακές σχέσεις ξεκίνησαν στον απόηχο του αραβο-ισραηλινού πολέμου το 1973 και διαμορφώθηκαν από την λογική του Ψυχρού Πολέμου, με την Αίγυπτο να μεταβαίνει από το σοβιετικό στο αμερικανικό στρατόπεδο με αντάλλαγμα διάφορα είδη υποστήριξης. Κατά την διάρκεια του τετάρτου του αιώνα από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, άλλοι παράγοντες, όπως η συνεργασία στο πλαίσιο της ειρηνευτικής διαδικασίας στην Μέση Ανατολή και ο αγώνας κατά της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας, έδωσαν νέες αιτίες για την συνέχιση της συνεργασίας. Αλλά σε αυτό το σημείο, μετά από μια λαϊκή εξέγερση που ακολουθήθηκε από μια αυταρχική υποτροπή στο Κάιρο, και με την ειρηνευτική διαδικασία ετοιμοθάνατη και με τον τζιχαντισμό να είναι πλέον μια χρόνια κατάσταση, οι αμερικανο-αιγυπτιακές σχέσεις έχουν γίνει ένας αναχρονισμός που στρεβλώνει την αμερικανική πολιτική στην περιοχή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν παίρνουν τίποτα από την σχέση. Τα αμερικανικά πολεμικά πλοία έχουν άμεση πρόσβαση στην διώρυγα του Σουέζ (έστω και με την καταβολή ακριβών ναύλων) και η Αίγυπτος επιτρέπει στα αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη να πετούν πάνω από τον αιγυπτιακό εναέριο χώρο, πράγματα που βοηθούν την Ουάσιγκτον να προβάλλει ισχύ στην Μέση Ανατολή και να διαχειρίζεται τις στρατιωτικές της αναπτύξεις. Η Αίγυπτος παρέχει επίσης κάποια διπλωματική υποστήριξη στις αμερικανικές περιφερειακές πολιτικές και παραμένει ένας δυνητικά πολύτιμος εταίρος στην καταπολέμηση του αυτοαποκαλούμενου Ισλαμικού Κράτους (επίσης γνωστού ως ISIS), στο οποίο έχουν υποσχεθεί υποταγή μαχητές στην γειτονική Λιβύη και στην Χερσόνησο του Σινά στην Αίγυπτο. Όμως οι παροχές αυτές δεν δικαιολογούν την προσοχή και τους πόρους που χαρίζει η Ουάσιγκτον στην Αίγυπτο, η οποία έχει προγραμματιστεί να λάβει 1,3 δισεκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτική βοήθεια και έως 150 εκατομμύρια δολάρια σε οικονομική βοήθεια από τις Ηνωμένες Πολιτείες φέτος, καθιστώντας την Αίγυπτο τον δεύτερο μεγαλύτερο αποδέκτη της αμερικανικής γενναιοδωρίας. Και ακόμα κι αν η Ουάσιγκτον περικόψει την βοήθειά της, το Κάιρο θα έχει πολλούς λόγους για να συνεχίσει την συνεργασία του.

Σίγουρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επωφελούντο σε μεγάλο βαθμό από τους στενούς δεσμούς με μια ισχυρή, ευημερούσα Αίγυπτο που θα είχε μια αντιπροσωπευτική κυβέρνηση και ικανό στρατό -μια χώρα που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς για τις περιφερειακές προσπάθειες ασφάλειας και αντιτρομοκρατίας, να συμβάλει στην συγκράτηση του Ιράν και να ανταποκριθεί στον ιστορικό της ρόλο ως ηγέτιδας και πρότυπου για τον αραβικό κόσμο. Αλλά μια τέτοια Αίγυπτος δεν υπάρχει σήμερα και φαίνεται απίθανο να αναδυθεί σύντομα [3]. Στα δύο χρόνια από τότε που ηγήθηκε ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος, ο Αιγύπτιος πρόεδρος Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι δεν έχει δώσει κανένα λόγο ελπίδας ότι μπορεί να αναπτύξει βιώσιμα την οικονομία της χώρας ή να βελτιώσει τις βασικές υπηρεσίες και την ασφάλεια. Εν τω μεταξύ, ο ίδιος καταστέλλει [4] σχεδόν όλες τις μορφές των αντιφρονούντων και της αντιπολίτευσης. Το καθεστώς Σίσι απλώς δεν παρέσχε κανέναν αξιόπιστο οδικό χάρτη για το μέλλον της Αιγύπτου.

Όταν ο Σίσι ανέτρεψε τον πρώτο δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο της Αιγύπτου, τον Μοχάμεντ Μόρσι, τον Ιούλιο του 2013, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα αρνήθηκε να ονομάσει την πράξη στρατιωτικό πραξικόπημα, εν μέρει διότι αυτό θα απαιτούσε, σύμφωνα με την νομοθεσία των ΗΠΑ, να κόψει αμέσως την βοήθεια προς το Κάιρο. Ακόμα, σε συνέντευξή του στο CNN τον επόμενο μήνα, ο Ομπάμα παραδέχθηκε ότι η σχέση δεν θα μπορούσε να «επιστρέψει στο business as usual» [5]. Αλλά ως επί το πλείστον, αυτό έχει γίνει. Παρά το γεγονός ότι ο Ομπάμα έχει τερματίσει την ικανότητα της Αιγύπτου να αποκτά στρατιωτικό υλικό με πίστωση και έχει θέσει νέα όρια για το πώς η Αίγυπτος μπορεί να δαπανά την αμερικανική βοήθεια που λαμβάνει, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να παρέχουν στην Αίγυπτο 1,3 δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο για το άμεσο μέλλον, με πολύ λίγες προϋποθέσεις. Τον περασμένο Αύγουστο, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζον Κέρι, ταξίδεψε στο Κάιρο για να λάβει μέρος στον πρώτο «στρατηγικό διάλογο» που είχαν οι Αμερικανοί αξιωματούχοι με τους Αιγύπτιους ομολόγους τους από το 2009, ανακοινώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επαναλάβουν σύντομα κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με την Αίγυπτο, τις οποίες ο Ομπάμα είχε αναστείλει το 2013. Καθώς έφτανε ο Κέρι, η αμερικανική πρεσβεία στο Κάιρο χαιρέτισε δημοσίως την παράδοση των οκτώ αμερικανικής κατασκευής F-16 στην Πολεμική Αεροπορία της Αιγύπτου.

Αυτή η σιωπηρή επανάληψη της προ-πραξικοπήματος σχέσης έχει κάνει ελάχιστα για να ενισχύσει την περιφερειακή ασφάλεια, να δώσει στις Ηνωμένες Πολιτείες πρόσθετη μόχλευση ή να περιορίσει τις αυταρχικές τάσεις του Σίσι. Εν τω μεταξύ, έχει ενοχοποιήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες για την καταστολή των Ισλαμιστών, των κοσμικών ακτιβιστών και των δημοσιογράφων της Αιγύπτου που τόλμησαν να αμφισβητήσουν ή ακόμα και απλώς να επικρίνουν τον Σίσι. Και η Ουάσιγκτον έχει δει σχετική την επίδρασή της στο Κάιρο να μειώνεται ακόμη περισσότερο, καθώς πλούσιες χώρες του Κόλπου έχουν πλημμυρίσει την Αίγυπτο με κατ’ εκτίμηση 30 δισεκατομμύρια δολάρια σε διάφορες μορφές οικονομικής βοήθειας από τότε που ο Σίσι ανέλαβε την εξουσία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει μερικές φορές να κάνουν παζάρια με αυταρχικά καθεστώτα. Και καθώς εξτρεμιστικές δυνάμεις υποδαυλίζουν αναταραχή και χάος στην Μέση Ανατολή, μπορεί να φαίνεται λογικό να βελτιώνονται οι σχέσεις με τους παραδοσιακούς συμμάχους στην περιοχή. Ωστόσο, για να αξίζουν τον κόπο τέτοιου είδους συμβιβασμοί, τα στρατηγικά οφέλη πρέπει να υπερβαίνουν το κόστος, και ο επαναλαμβανόμενος εναγκαλισμός της Ουάσιγκτον προς το Κάιρο δεν περνά αυτή την δοκιμασία. Η συνέχιση της τρέχουσας πολιτικής θα είναι ένας θρίαμβος της ελπίδας επί της εμπειρίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει αντ’ αυτού να αλλάξουν πορεία, να αποκλιμακώσουν [6] το πεδίο της σχέσης τους με την Αίγυπτο και να μειώσουν την υπερβολική προσοχή που δέχεται η χώρα, ενώ θα θέτουν αυστηρότερους όρους για την αμερικανική βοήθεια. Η Ουάσιγκτον δύσκολα χρειάζεται να αποκόψει το Κάιρο, αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να σταματήσουν να το χαϊδεύουν.

11042016-1.jpg

Θα χυθεί αίμα: Ένας υποστηρικτής του Μόρσι χτυπημένος από τα «ΜΑΤ» στο Κάιρο, τον Ιούλιο του 2013. MOHAMED ABD EL GHANY / REUTERS
------------------------------------------------------------------

Ο ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ ΕΧΕΙ ΧΑΘΕΙ

Ο αραβο-ισραηλινός πόλεμος το 1973 και το αραβικό πετρελαϊκό εμπάργκο κατά των υποστηρικτών του Ισραήλ που ακολούθησε, σηματοδότησαν την αρχή μιας ιστορικής αναπροσαρμογής τόσο του κρατικού συστήματος στην Μέση Ανατολή όσο και των αραβικών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή η επανευθυγράμμιση ολοκληρώθηκε με την υπογραφή των συμφωνιών του Camp David το 1978 και μια συνθήκη ειρήνης μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ το επόμενο έτος. Οι υποσχέσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Τζίμι Κάρτερ, για παρατεταμένη αμερικανική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς την Αίγυπτο ήταν ένας βασικός παράγοντας στο να πείσει τον Αιγύπτιο πρόεδρο, Ανουάρ αλ Σαντάτ, να κάνει ειρήνη με το Ισραήλ. Η συμφωνία ήταν μια διπλωματική μαεστρία. Τράβηξε την Αίγυπτο στην τροχιά των ΗΠΑ, εκμηδένισε την πιθανότητα μιας άλλης μεγάλης κλίμακας συμβατικής αραβο-ισραηλινής σύγκρουσης (και ως εκ τούτου τον κίνδυνο σύγκρουσης των μεγάλων δυνάμεων στην περιοχή), και δημιούργησε ένα πιο σταθερό και βιώσιμο πλαίσιο για τις διεθνείς αγορές πετρελαίου, και , κατ’ επέκταση, για την παγκόσμια οικονομία.

Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και κατά την διάρκεια της αμέσως μετά περιόδου, η αμερικανο-αιγυπτιακή συνεργασία και ο συντονισμός σε θέματα ασφάλειας άκμασαν, φθάνοντας στο αποκορύφωμα όταν η Αίγυπτος συμμετείχε στην πολυεθνική προσπάθεια για την απελευθέρωση του Κουβέιτ μετά την εισβολή του Ιράκ το 1990. Και με την έλευση των ανανεωμένων αραβο-ισραηλινών ειρηνευτικών προσπαθειών στις αρχές του 1990, οι αμερικανο-αιγυπτιακές σχέσεις έγιναν ακόμη πιο πολύτιμες στην Ουάσιγκτον, καθώς η Αίγυπτος αναδείχθηκε ως το αραβικό κράτος που συμμετείχε πλήρως στην διαδικασία.

Εν τω μεταξύ, εγχωρίως, το αυταρχικό καθεστώς υπό την ηγεσία του Σαντάτ και στην συνέχεια, μετά την δολοφονία του Σαντάτ το 1981, του διαδόχου του, Χόσνι Μουμπάρακ, εδραιώθηκε. Με την πάροδο του χρόνου, οι υπέρμαχοι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι Αιγύπτιοι διαφωνούντες έκαναν έκκληση στην Ουάσιγκτον να χρησιμοποιήσει την επιρροή της για να πιέσει τον Μουμπάρακ για μεταρρυθμίσεις. Αλλά, καθώς η απειλή της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας μεγάλωσε, ιδιαίτερα στον απόηχο των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ αποφάσισαν να μην πιέσουν πάρα πολύ σκληρά, κάτι που [αν γινόταν] θα μπορούσε να διακυβεύσει την μειωμένη συνεργασία της Αιγύπτου στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας.

Μετά ήρθαν οι αραβικές εξεγέρσεις, κατά τις οποίες ο Μουμπάρακ εκδιώχθηκε στον απόηχο μιας ευρείας λαϊκής κινητοποίησης. Το 2012, μια κυβέρνηση που κυριαρχήθηκε από την Μουσουλμανική Αδελφότητα ήρθε στην εξουσία μέσω δημοκρατικών εκλογών, μόνο για να το παρακάνει καταστροφικά. Η κυβέρνηση αυτή, με επικεφαλής τον Morsi, τελικά ανατράπηκε από ένα πραξικόπημα του στρατού και της ακόμα ισχυρής αυταρχικής δομής ασφάλειας της χώρας –ένα πραξικόπημα που υποστηρίχθηκε από μαζικές διαδηλώσεις κατά της κυβέρνησης Morsi και βοηθήθηκε σε μεγάλο μέρος από την αδιαλλαξία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας έναντι της αντίθεσης του κοινού στην ατζέντα της.

Το αποτέλεσμα της όλης αναταραχής, τόσο στην Αίγυπτο όσο και στην ευρύτερη περιοχή, υπήρξε μια πολύ πιο οργανική ευθυγράμμιση [7] των αιγυπτιακών και των ισραηλινών συμφερόντων από οτιδήποτε θα μπορούσαν να επιτύχουν οι αμερικανικές διπλωματικές δωροδοκίες. Πράγματι, ορισμένοι Αιγύπτιοι και Ισραηλινοί ηγέτες καυχήθηκαν ότι οι μεταξύ τους σχέσεις είναι τώρα ισχυρότεροι από όσο οι δεσμοί τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό θα μπορούσε να είναι υπερβολή, αλλά είναι σαφές ότι η αμερικανική βοήθεια δεν είναι πλέον η κόλλα που συνδέει την σχέση μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ, και ωχριά μπροστά στα ποσά που δίδονται στο Κάιρο από τις ανήσυχες μοναρχίες του Κόλπου.

Επιπλέον, η Αίγυπτος έχει έννομο συμφέρον για την επιδίωξη της αντιτρομοκρατίας [8] για δικούς της λόγους, όχι απλώς από την επιθυμία της να κερδίσει την εύνοια των Ηνωμένων Πολιτειών, και ο στρατός της δεν είναι πλέον ένας σημαντικός παράγοντας σε θέματα ασφάλειας πέρα από τα σύνορά της. Εν ολίγοις, το περιφερειακό τοπίο έχει μεταμορφωθεί, και η Αίγυπτος έχει μείνει πίσω. Παρά τον μεγάλο πληθυσμό της και την ιστορική της σημασία, η Αίγυπτος δεν είναι πλέον ένας ισχυρός περιφερειακός παίκτης. Αντ’ αυτού, είναι ένα πρόβλημα που χρήζει διαχείρισης.

ΑΝΩΔΥΝΗ ΚΡΙΤΙΚΗ

Ακόμα και στο απόγειο της αμερικανο-αιγυπτιακής συνεργασίας, οι δύο χώρες δεν συμφωνούσαν σε πολλά θέματα. Αλλά το σημερινό χάσμα μεταξύ των κοσμοθεωριών και των προτεραιοτήτων τους είναι μεγαλύτερο από ό, τι σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή στο παρελθόν.

11042016-2.jpg

Διαδηλωτές καταστρέφουν την αμερικανική σημαία που κατέβασαν από την πρεσβεία των ΗΠΑ στο Κάιρο, στις 11 Σεπτεμβρίου 2012. MOHAMED ABD EL GHANY / REUTERS
------------------------------------------

Ίσως η πιο ενστικτώδης έκφραση αυτού του φαινομένου είναι ο τρόπος με τον οποίο ο αντιαμερικανισμός -πάντα λανθάνων στην αιγυπτιακή κοινωνία, τα μέσα ενημέρωσης και την πολιτική- εξερράγη πέρα από τα παραδοσιακά όρια για να γίνει ένα κύριο χαρακτηριστικό του πολιτικού λόγου και της επίσημης προπαγάνδας στην Αίγυπτο. Κατά την διάρκεια των ετών του Μουμπάρακ, ο αντιαμερικανισμός ήταν μια κοινή βάση στα συνδεδεμένα με το καθεστώς μέσα ενημέρωσης. Τέτοια επισήμως ή ανεπίσημα ενθαρρυμένη ρητορική χρησίμευσε για να εμβολιάσει το καθεστώς απέναντι σε ένα ευρύ φάσμα επικρίσεων για τις στενές σχέσεις του με τους Αμερικανούς, ιδιαίτερα κατά την διάρκεια της εποχής του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» του Μπους, όταν η υπό αμερικανική ηγεσία εισβολή στο Ιράκ, η χρήση βασανιστηρίων από την CIA, η επ’ αόριστον κράτηση των υπόπτων για τρομοκρατία στο Γκουαντάναμο της Κούβας από την Ουάσιγκτον και η αταλάντευτη υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών προς το Ισραήλ βάθαινε την δημόσια αντιπάθεια προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η κριτική κατά των Ηνωμένων Πολιτειών τονιζόταν, αλλά έμεινε μέσα σε σαφή όρια.

Κατά την διάρκεια του χρόνου του Σίσι στην εξουσία, ωστόσο, ένα κατηγορηματικά διαφορετικό είδος αντιαμερικανισμού -βιτριολικό, παρανοϊκό και στρεβλωμένο από θεωρίες συνωμοσίας- έχει κυριαρχήσει στα αιγυπτιακά μέσα ενημέρωσης. Υποστηριζόμενα από το κράτος μέσα ενημέρωσης έχουν δημοσιεύσει τρελές, παράξενες ιστορίες ισχυριζόμενες εκτεταμένη αμερικανική οικονομική και διπλωματική υποστήριξη στους Ισλαμιστές αντιπάλους του Σίσι, όχι μόνο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, αλλά ακόμη και του ISIS.

Το καθεστώς του Σίσι όχι μόνο ανέχεται τέτοιες θεωρίες συνωμοσίας, αλλά στοιχεία της δομής ασφαλείας μέχρι που τις προωθούν ως μέρος μιας προσπάθειας να διαφημίσουν την Αίγυπτο ως ένα περιφερειακό προπύργιο ενάντια στον υποτιθέμενο στόχο της Ουάσιγκτον να διαιρέσει και να κυριαρχήσει στον αραβικό κόσμο. Νωρίτερα το 2015, ο αντιναύαρχος Mohab Mamish, ο πρώην διοικητής του αιγυπτιακού ναυτικού και νυν επικεφαλής της Αρχής της Διώρυγας του Σουέζ, δήλωσε στην αιγυπτιακή εφημερίδα Al-Masry Al-Youm ότι κατά την διάρκεια της εξέγερσης το 2011 που ανέτρεψε τον Μουμπάρακ, ο αιγυπτιακός στρατός απέτρεψε μια πιθανή στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ. Δύο αμερικανικές φρεγάτες «πολιορκήθηκαν από το ναυτικό και αναγκάστηκαν να αποσυρθούν από τα χωρικά ύδατα [της Αιγύπτου]», ισχυρίστηκε ο Mamish. «Ήταν σημαντικό να δείξουμε στους Αμερικανούς ότι ο αιγυπτιακός στρατός ήταν ιδιαίτερα επιμελής και προετοιμασμένος να αποτρέψει οποιαδήποτε παρέμβαση», εξήγησε [9].

Η εμπρηστική ρητορική όπως αυτή είναι ιδιαίτερα ενοχλητική δεδομένου ότι πολλοί Αιγύπτιοι στρατιωτικοί ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Σίσι, έχουν λάβει εκπαίδευση σε αμερικανικές στρατιωτικές σχολές ως συμμετέχοντες σε ένα πρόγραμμα που έχει σχεδιαστεί για να αυξήσει τον επαγγελματισμό των ενόπλων δυνάμεων των Αμερικανών συμμάχων και εταίρων. Ωστόσο, αυτή η εκτεταμένη, επί δεκαετίες προσπάθεια δεν απέδωσε τα αναμενόμενα για τις δογματικές ή διαρθρωτικές αλλαγές εντός των αιγυπτιακών ενόπλων δυνάμεων, ούτε θα αυξήσει την ικανότητα της στρατιωτικής ηγεσίας της Αιγύπτου. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει πολύ στενή συνεργασία, εμπιστοσύνη ή σιγουριά μεταξύ των δύο στρατών. Αυτό το χάσμα είναι τόσο μεγάλο σήμερα που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έκαναν καμία προσπάθεια να συμπεριλάβουν την Αίγυπτο σε έναν επιχειρησιακό ρόλο στην υπό αμερικανική ηγεσία στρατιωτική εκστρατεία εναντίον του ISIS, παρά την προφανή ανάγκη για Άραβες στρατιωτικούς εταίρους.

11042016-3.jpg

Ένα πόστερ του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι και ένα πανό που γράφει «Η επανάσταση χρειάζεται ισχύ» καθώς διαδηλωτές συγκεντρώνονται για να υποστηρίξουν τον στρατό στην πλατεία Ταχρίρ στο Κάιρο, τον Ιούλιο του 2013. ASMAA WAGUIH / REUTERS
-------------------------------------------------

Πράγματι, όταν πρόκειται για την καταπολέμηση ισλαμιστών εξτρεμιστών, ακόμη και ορισμένα μέλη του αμυντικού κατεστημένου των ΗΠΑ έχουν έρθει να δουν την κατασταλτική τακτική της Αιγύπτου [10] ως αντιπαραγωγική, δεδομένου ότι τείνουν στην περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση των μαχητών και υπονομεύουν τις διεθνείς προσπάθειες για τον περιορισμό της μαχητικότητας στην περιοχή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να ανησυχούν για τις πραγματικές και σοβαρές τρομοκρατικές απειλές που αντιμετωπίζει η Αίγυπτος, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου ότι οι κατά το παρελθόν μη βίαιες ισλαμιστικές ομάδες, όπως η Μουσουλμανική Αδελφότητα η οποία παραιτήθηκε από την ιστορική χρήση της βίας πριν από δεκαετίες, θα μπορούσαν να αλλάξουν πορεία ή να διχαστούν, με τις αποσχισθείσες φατρίες να στρέφονται προς την τρομοκρατία και την αντικρατική βία. Αλλά το καθεστώς Σίσι έχει αποδείξει μια επικίνδυνη αδυναμία ή απροθυμία να κάνει την διάκριση μεταξύ ισλαμιστικών δρώντων, βάζοντας στο ίδιο τσουβάλι τα μέχρι τώρα γενικώς μη βίαια μέλη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας με τους βάναυσους εξτρεμιστές του ISIS. Η μετατροπή οπισθοδρομικών και θρησκευτικών ιδεολογιών όπως της Αδελφότητας σε κύρια τάση, δύσκολα θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες δικαιολογημένα βλέπουν την βίαιη καταστολή της κάθε αντιπολίτευσης [11] από τον Σίσι ως αποσταθεροποιητικό παράγοντα για την περιοχή και ως μια ώθηση στις προσπάθειες ριζοσπαστικοποίησης των μαχητών.

ΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΜΕΝΑ ΡΙΣΚΑ

Αν και η πικρία και οι εντάσεις στις αμερικανο-αιγυπτιακές σχέσεις είναι πλήρως εμφανείς, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι είναι δικαιολογημένα επιφυλακτικοί στο να κάνουν δραματικές αλλαγές στην μακροχρόνια πολιτική των ΗΠΑ στον αραβικό κόσμο, ιδιαίτερα σε μια στιγμή περιφερειακής αταξίας και αστάθειας. Πολλοί στην Ουάσιγκτον μοιράζονται βάσιμες ανησυχίες για τις πιθανές αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις της πολιτικής βίας στην Αίγυπτο˙ μερικοί ανησυχούν ακόμη και για το πιο απομακρυσμένο ενδεχόμενο αποσάθρωσης του κράτους. Αλλά τέτοιοι φόβοι είναι δομημένοι σε υπερβολικές εκτιμήσεις των επιπτώσεων της Ουάσινγκτον στην αιγυπτιακή πολιτική. Οι Αιγύπτιοι ηγέτες έχουν επανειλημμένα απορρίψει τις αμερικανικές συμβουλές καθ’ όλη την διάρκεια της περιόδου μετά τον Μουμπάρακ, και μια αναδιάρθρωση των διμερών σχέσεων είναι απίθανο να έχει σημαντική επίδραση στην εσωτερική σταθερότητα της Αιγύπτου.

Μερικοί υποστηρικτές της διατήρησης του status quo υποστηρίζουν ότι μια αμερικανική στροφή μακριά από την Αίγυπτο θα αποξενώσει ακόμη περισσότερο τους σημαίνοντες Αμερικανούς συμμάχους στον αραβικό κόσμο, πολλοί από τους οποίες είναι αποθαρρυμένοι από την περιορισμένη εμπλοκή της Ουάσινγκτον στον συριακό εμφύλιο πόλεμο και προβληματισμένοι από την ώθηση της πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν από την κυβέρνηση Ομπάμα. Πρόκειται για μια θεμιτή ανησυχία, αλλά οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να περιοριστούν με τον ίδιο τρόπο που οι Ηνωμένες Πολιτείες καθησύχασαν τους Άραβες συμμάχους τους [12] που ανησυχούσαν για την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν: Με την αύξηση της άμεσης συνεργασίας των ΗΠΑ με τα αραβικά κράτη για την ασφάλεια.

Άλλοι υποστηρικτές της συνέχισης της τωρινής πορείας ισχυρίζονται ότι ο Σίσι είναι ένα διαφορετικό είδος Αιγύπτιου ηγέτη, πιο πρόθυμου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του ισλαμιστικού εξτρεμισμού και πιο επικεντρωμένου στην ανάγκη για πραγματική οικονομική μεταρρύθμιση. Τονίζουν τις εκκλήσεις του για μια «θρησκευτική επανάσταση» για την καταπολέμηση του εξτρεμισμού μέσα στο Ισλάμ και ενθαρρύνθηκαν όταν ο Σίσι παρατήρησε ότι είναι «αδιανόητο ότι η σκέψη που [οι Αιγύπτιοι] κατέχουν ως πιο ιερή θα πρέπει να κάνει ολόκληρο το έθνος πηγή άγχους, κινδύνου, θανάτου και καταστροφής για τον υπόλοιπο κόσμο». Αυτά τα λόγια ήταν αξιοσημείωτα, αλλά χρησίμευσαν ως επί το πλείστον για να επισημάνουν την τραγωδία της Αιγύπτου: Η χώρα και η περιοχή στο σύνολό της είναι σε απελπιστική ανάγκη από εναλλακτικές για την οπισθοδρομική και σεχταριστική θεώρηση της πλειονότητας των Ισλαμιστών του αραβικού κόσμου. Αλλά με το να συνδέει την έκκληση για μεταρρυθμίσεις με την καταστολή, τον αυταρχισμό και τον υπερ-εθνικισμό, ο Σίσι απλώς επαναλαμβάνει τα λάθη των προκατόχων του, υποδαυλίζοντας ακριβώς τον ριζοσπαστισμό που επιδιώκει να εξαλείψει. Όσον αφορά την οικονομία, την μεγαλύτερη προτεραιότητα του καθεστώτος, ο Σίσι δεν διαθέτει αξιόπιστα αναπτυξιακά σχέδια που θα δημιουργήσουν ισότιμη ανάπτυξη.

Τα πιο ισχυρά επιχειρήματα κατά την αναδιάρθρωση της σχέσης βασίζονται στον φόβο ότι μια απορριφθείσα Αίγυπτος θα σταματήσει την συνεργασία της με τον στρατό των ΗΠΑ και έτσι θα εμποδίσει την ικανότητα της Ουάσιγκτον να προβάλλει ισχύ στην περιοχή. Σύμφωνα με πολλούς Αμερικανούς αξιωματούχους, τα τελευταία χρόνια, όταν το Κάιρο επεδίωξε να εκφράσει την δυσαρέσκειά του με την Ουάσιγκτον, καθυστερούσε την χορήγηση της αδείας στα αμερικανικά αεροσκάφη να πετούν πάνω από τον αιγυπτιακό εναέριο χώρο, περιπλέκοντας προσωρινά τον αμερικανικό στρατιωτικό σχεδιασμό και την υλικοτεχνική υποστήριξη. Υπό το πρίσμα της συνεχιζόμενης και χωρίς τέλος εκστρατείας των ΗΠΑ εναντίον του ISIS, οι καθυστερήσεις αυτές έχουν πανικοβάλει τους σχεδιαστές του Πενταγώνου, οι οποίοι έχουν συνηθίσει στην προτιμησιακή μεταχείριση. Όμως, αν και το καθεστώς του Σίσι μπορεί να είναι πρόθυμο να αντισταθεί περιστασιακά στις αμερικανικές απαιτήσεις για πρόσβαση, η Αίγυπτος δεν μπορεί να αντέξει να είναι πολύ επιθετική, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα εξοργίσει όχι μόνο τους Αμερικανούς, αλλά και τα κράτη του Κόλπου που έχουν γίνει οι κύριοι προστάτες της Αιγύπτου -και που βασίζονται στην αμερικανική στρατιωτική δύναμη για να προστατεύσει όχι μόνο την περιοχή από το ISIS αλλά επίσης χρησιμεύει ως συνολικός εγγυητής της ασφάλειάς τους. Οι κυβερνήσεις της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, δεν θα μείνουν σιωπηλές εάν η Αίγυπτος κωλυσιεργεί τις αμερικανικές αιτήσεις για υλικοτεχνική υποστήριξη και θέτει σε κίνδυνο τους μηχανισμούς που διασφαλίζουν την ασφάλεια του Περσικού Κόλπου, και ο Σίσι δεν μπορεί να αντέξει να τους ανταγωνίζεται αδικαιολόγητα˙ όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο Σίσι, η ασφάλεια των κρατών του Κόλπου αποτελεί «αναπόσπαστο μέρος της αιγυπτιακής εθνικής ασφάλειας».

ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΑΛΛΑΓΗ

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η στρατιωτική βοήθεια προς την Αίγυπτο έχει από καιρό θεωρηθεί ως ο κεντρικός πυλώνας μιας ευρείας και στενής σχέσης με το πολυπληθέστερο έθνος του Αραβικού κόσμου –ένα μέσο μόχλευσης και μια πηγή επιρροής όχι μόνο στον αιγυπτιακό στρατό αλλά και στο ευρύτερο περίγραμμα της αιγυπτιακής πολιτικής ζωής. Αλλά στην πραγματικότητα, η βοήθεια των ΗΠΑ δεν κατόρθωσε να παράγει έναν επαγγελματικοποιημένο και αποτελεσματικό αιγυπτιακό στρατό. Ούτε έχει ενθαρρύνει τους Αιγύπτιους ηγέτες να μοιράζονται την κοσμοθεωρία ή τις στρατηγικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον. Και σίγουρα δεν είχε μια ιδιαίτερα θετική επίδραση στην πολιτική πορεία της χώρας: Η ξένη στρατιωτική χρηματοδότηση έχει αποδειχθεί πλήρως αναποτελεσματική στην ώθηση της Αιγύπτου προς τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις.

Ως εκ τούτου, στο μέλλον, η αμερικανική βοήθεια πρέπει να είναι στενά εστιασμένη στο να βοηθήσει τον εκσυγχρονισμό και την επαγγελματικοποίηση του αιγυπτιακού στρατού και πρέπει εξ ολοκλήρου να εξαρτάται από την απόδειξη ότι η Αίγυπτος λαμβάνει σοβαρά υπόψη της τα θέματα αυτά. Τον Μάρτιο, η κυβέρνηση Ομπάμα ανακοίνωσε ότι οι μελλοντικές αγορές αμερικανικού στρατιωτικού υλικού από την Αίγυπτο θα πρέπει να συνδέονται ειδικά με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, την προστασία των συνόρων της Αιγύπτου, την καταπολέμηση των μαχητών στο Σινά ή την ασφάλεια στην θάλασσα. Αλλά παραμένει ασαφές το πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες θα καθορίσουν ότι μια δυνητική αγορά [στρατιωτικού υλικού] πληροί αυτά τα νέα κριτήρια.

Η Ουάσινγκτον θα πρέπει να καταστήσει απολύτως σαφές ότι η στρατιωτική βοήθειά της δεν συνδέεται με μια ώθηση προς την Αίγυπτο για να υιοθετήσει πολιτικές μεταρρυθμίσεις, πολύ λιγότερο να εκδημοκρατιστεί. Η πιο στενή στόχευση της ενίσχυσης και η εστίασή της σε σαφείς και σχετικά μετριοπαθείς στόχους θα επιτρέψει στην Ουάσιγκτον να μειώσει σημαντικά το συνολικό ποσό της στρατιωτικής χρηματοδότησης που παρέχει στο Κάιρο. Το ύψος της ενίσχυσης πρέπει να αντικατοπτρίζει με ακρίβεια την τρέχουσα σημασία της διμερούς σχέσης, η οποία βρίσκεται πλέον πολύ κάτω από τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ιορδανία, την Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η μείωση του συνολικού ετήσιου ποσού των 1,3 δισ. δολαρίων σε περίπου 500 εκατομμύρια δολάρια θα εκφράσει την αμερικανική δυσαρέσκεια με το status quo, ενώ θα εξυπηρετεί επαρκώς τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες ασφαλείας των Ηνωμένων Πολιτειών, συνεχίζοντας να σηματοδοτεί μια αμερικανική δέσμευση στην Αίγυπτο και να παρέχει ένα ορισμένο επίπεδο πολιτικού κύρους στην αιγυπτιακή κυβέρνηση και τον στρατό.

Μια τέτοια μείωση δεν θα απειλήσει τις εκπαιδευτικές και τεχνολογικές μεταβιβάσεις που αξιολογεί ο αιγυπτιακός στρατός , ούτε θα βλάψει την συνεργασία πληροφοριών και αντιτρομοκρατίας μεταξύ των δύο χωρών, οι οποίες θα συνεχίσουν στην βάση της αμοιβαίας ανάγκης. Για να μετριαστούν οι επιπτώσεις στους Αμερικανούς κατασκευαστές όπλων που θα συνεπαγόταν μια τέτοια αλλαγή, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να εξετάσουν την εκτροπή μελλοντικής στρατιωτικής βοήθεια σε πιο αξιόπιστους συμμάχους, όπως η Ιορδανία˙ ή στους εταίρους που χρειάζονται βοήθεια πολύ περισσότερο επειγόντως από ό, τι η Αίγυπτος, όπως το Ιράκ˙ ή προς τα κράτη της περιοχής που είναι υπό μετάβαση στην δημοκρατία με μεγαλύτερη επιτυχία, όπως η Τυνησία.

Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να αφήσουν ανοιχτό το ενδεχόμενο ότι η βοήθεια προς την Αίγυπτο θα μπορούσε να αποκατασταθεί στα προηγούμενα επίπεδα εάν η Αίγυπτος προχωρήσει σε σοβαρή πολιτική φιλελευθεροποίηση, αρχίσει αξιόπιστες προσπάθειες για βιώσιμες και χωρίς αποκλεισμούς οικονομικές αλλαγές, και ξεκινήσει ένα πρόγραμμα γνήσιου εκσυγχρονισμού του στρατού. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μια στρατηγική αμερικανο-αιγυπτιακή σχέση και να ενισχύσουν την περιφερειακή ασφάλεια και θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως βάση για μια σταθερή, δημοκρατική, πλουραλιστική και ευημερούσα Αίγυπτο, η οποία θα παρείχε στον αραβικό κόσμο μια πολυπόθητη εναλλακτική στα αποτυχημένα πολιτικά μοντέλα του.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς την Αίγυπτο να κάνει κάποιο από αυτά τα βήματα στο άμεσο μέλλον. Εν τω μεταξύ, αν η Ουάσιγκτον αποφασίσει να προχωρήσει με μια παρωχημένη προσέγγιση προς το Κάιρο, το αποτέλεσμα θα είναι συνεχής ένταση, τριβές και απογοήτευση, καθώς οι προσδοκίες των δύο πλευρών να μένουν ανεκπλήρωτες. Το «business as usual» δεν θα κάνει τίποτα για να αλλάξει την αρνητική τροχιά της Αιγύπτου και θα δεσμεύσει περαιτέρω τις Ηνωμένες Πολιτείες με έναν αναξιόπιστο εταίρο.

Copyright © 2016 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/egypt/getting-over-egypt

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/obama-and-middle-east
[2] http://www.ft.com/intl/cms/s/0/f08ed734-d7f2-11e4-80de-00144feab7de.html...
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/egypt/2015-07-21/egypts-durable-...
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/egypt/2015-04-30/seduced-strongman
[5] http://thehill.com/video/in-the-news/318419-obama-us-cant-return-to-busi...
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2015-10-20/end-pax-a...
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/israel/2015-08-23/trading-peace-...
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/egypt/2015-07-21/egypts-old-stra...
[9] http://www.egyptindependent.com/news/suez-canal-chief-egyptian-navy-held...
[10] https://www.foreignaffairs.com/articles/egypt/2014-02-11/worse-mubarak
[11] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2014-04-01/egypts-ju...
[12] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/bridging-gulf

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition