Η αποτυχία της «στροφής» της Μόσχας προς την Κίνα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η αποτυχία της «στροφής» της Μόσχας προς την Κίνα

Και πώς αυτό ωφελεί την Ευρώπη

Κατά την διάρκεια του περασμένου έτους, η Κίνα και η Ρωσία έκαναν κάποιες συμφωνίες που τράβηξαν την προσοχή. Τον Δεκέμβριο του 2014 εν όψει των Δυτικών κυρώσεων, η Κίνα βοήθησε την Ρωσία προσφέροντας μια μεγάλη ανταλλαγή συναλλάγματος για να βοηθήσει την παροχή ρευστότητας στο διμερές εμπόριο. Το 2014, η Κίνα έγινε ο μεγαλύτερος δανειστής της Ρωσίας, δανείζοντάς της 11,6 δισεκατομμύρια δολάρια. Αλλά σε μια πιο προσεκτική ματιά, αποδεικνύεται ότι οι τρέχουσες κινεζικές πιστωτικές ροές, ή αλλιώς οι διαθέσιμες πιστώσεις, ανέρχονται μόνο στις μισές από εκείνες που το Ηνωμένο Βασίλειο παρείχε στην Ρωσία το 2013, πριν επιβληθεί το καθεστώς κυρώσεων της ΕΕ.

Η συμφωνία ανταλλαγής συναλλάγματος, επίσης, απέτυχε να κάνει πολλά για να βοηθήσει την Ρωσία ή ακόμα και να προωθήσει -όπως τα ρωσικά μέσα ενημέρωσης θα ήθελαν να εννοηθεί- το τέλος της κυριαρχίας του αμερικανικού δολαρίου. Θα μπορούσε να βοηθήσει την χρηματοδότηση του διμερούς εμπορίου και, επομένως, την τόνωση της ρωσικής οικονομίας, αλλά υπήρξε ασήμαντη ζήτηση από ρωσικές εταιρείες για το είδος της βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης σε κινεζικά γουάν που προέβλεπε η συμφωνία ανταλλαγής. Περαιτέρω, από το 2006, το ρωσικό μερίδιο των κινεζικών άμεσων επενδύσεων στο εξωτερικό έχει μειωθεί σταδιακά. Με άλλα λόγια, δεν προκάλεσε έκπληξη το γεγονός ότι οι δύο χώρες έχασαν κατά πολύ το στόχο τους των 100 δισ. δολαρίων για τις σινο-ρωσικές διμερείς εμπορικές συναλλαγές το 2015, προσγειωνόμενες σε ένα μέτριο ποσό 64,2 δισ. δολαρίων.

Ακόμα κι έτσι, η Ρωσία κινδυνεύει να γίνει υπερβολικά εξαρτημένη από την Κίνα. Δείτε τη σειρά των σημαντικών δανείων που έχει χορηγήσει το Πεκίνο σε ρωσικές εταιρείες ενέργειας από το ξεκίνημα της οικονομικής κρίσης. Το πιο πρόσφατο, μεταξύ της ρωσικής εταιρείας φυσικού αερίου Gazprom και της Τράπεζας της Κίνας, ήταν για 2 δισ. δολάρια. Η Rosneft, η ρωσική κρατική εταιρεία πετρελαίου, είναι πολύ πιο εκτεθειμένη σε κινεζικά [τραπεζικά] ιδρύματα, έχοντας λάβει περίπου 35 δισεκατομμύρια δολάρια σε προκαταβολές χρεών κατά την διάρκεια των τριών τελευταίων ετών, τα οποία είναι υποχρεωμένη να τα επιστρέψει σε πετρέλαιο. Την ίδια στιγμή, οι κυρώσεις περιορίζουν την πρόσβαση αυτών των στρατηγικών επιχειρήσεων στον Δυτικό δανεισμό. Ήδη, οι επιπτώσεις της εξάρτησης της Ρωσίας είναι ξεκάθαρες. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, την πρόσφατη δήλωση της Μόσχας ότι η «Μια Ζώνη, Ένας Δρόμος» [6], η πρωτοβουλία της Κίνας για να συνδέσει την Ευρασία, και την ρωσική Ευρασιατική Οικονομική Ένωση, θα γίνει ένα ολοκληρωμένο οικονομικό μπλοκ. Μετά από μια συνάντηση με τον Κινέζο πρόεδρο Xi Jinping στην Μόσχα τον Μάιο 2015, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν [7] σημείωσε ότι «η ενοποίηση των σχεδίων της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης και του Δρόμου του Μεταξιού σημαίνει την άφιξη σε ένα νέο επίπεδο εταιρικής σχέσης και στην πραγματικότητα συνεπάγεται έναν κοινό οικονομικό χώρο στην ήπειρο». Δεδομένου ότι το σχέδιο «Μια Ζώνη, Ένας Δρόμος» δεν θα είναι υπό την ηγεσία της Ρωσίας, η δημιουργία ενός τέτοιου χώρου θα αναγκάσει την Μόσχα για να παραχωρήσει στο Πεκίνο πολύ μεγαλύτερη πολιτική ισχύ επί της Κεντρικής Ασίας, και να αποδεχθεί ένα ακόμα υψηλότερο επίπεδο εξάρτησης από την Κίνα.

29042016-2.jpg

Μέλη των ρωσικών και των κινεζικών αντιπροσωπειών, με επικεφαλής τους προέδρους Πούτιν και Xi Jinping, συναντώνται στο περιθώριο της Παγκόσμιας Διάσκεψης για την Κλιματική Αλλαγή κοντά στο Παρίσι, στις 30 Νοεμβρίου 2015. MIKHAIL KLIMENTYEV / KREMLIN VIA REUTERS
-----------------------------

Άλλες αρνητικές τάσεις στις ρωσο-κινεζικές οικονομικές σχέσεις αφθονούν επίσης. Το 2015, ο όγκος των κινεζικών εξαγωγών προς την Ρωσία μειώθηκε κατά 34%. Οι εισαγωγές της Κίνας από την Ρωσία, οι οποίες είχαν ήδη αρχίσει να μειώνονται από το 2012, μειώθηκαν κατά 19%. Η γεωργική συνεργασία, ενισχυμένη από ένα γεωργικό επενδυτικό ταμείο με «προίκα» 2 δισ. δολάρια [8] διαλαλείται τώρα ως η νέα μεγάλη ελπίδα. Ωστόσο, η Ρωσία αντιπροσώπευε μόλις το 1% από τις κύριες εισαγωγές της Κίνας -σόγια και καλαμπόκι- το 2015. Εκτός από το γεγονός ότι η επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης της Κίνας περιορίζει την τάση της για οικονομική γενναιοδωρία, οι κινεζικές εταιρείες εμφανίζονται επιφυλακτικές στο να επενδύσουν στην Ρωσία.

Μέρος αυτής της επιφύλαξης μπορεί να προέλθει από τις μεγάλες πολιτικές διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Η Κίνα αποδοκιμάζει επιδρομές της Ρωσίας στην Γεωργία και την Ουκρανία [9], καθώς και την υποστήριξή της προς τους αυτονομιστές στην περιοχή. Σύμφωνα με την κινεζική οπτική, η συμπεριφορά της Ρωσίας συγκρούεται με την βαθιά ριζωμένη αρχή της μη παρέμβασης, καθώς και τον σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας. Αν και το Πεκίνο αποφεύγει να επικρίνει δημόσια την Ρωσία και συζητά την φαινομενική ιστορική πολυπλοκότητα αυτών των συγκρούσεων ως ένα μέσο για να αποφύγει να ταχθεί με μια πλευρά, δεν ψήφισε και ούτε θα ψηφίσει μαζί με την Ρωσία στα Ηνωμένα Έθνη για τα θέματα αυτά. Για τους ίδιους λόγους, το Πεκίνο δεν συμμερίζεται το ενδιαφέρον του Κρεμλίνου για στρατιωτική επέμβαση στην Συρία.

Τελικά, τα συμφέροντα των δύο εθνών αποκλίνουν πάρα πολύ για να σχηματίσουν μια ισχυρή στρατιωτική συμμαχία, και η σχετική οικονομική θέση τους είναι πολύ ανισόρροπη για να σχηματίσουν ένα σινο-ρωσικό οικονομικό μπλοκ [10] στην Ευρασία. Η Κίνα βλέπει τον εαυτό της σε μεγάλο βαθμό στην θέση του οδηγού, βρίσκοντας λίγους λόγους για να προβεί σε παραχωρήσεις πέραν όσων είναι απολύτως απαραίτητες για την διατήρηση της τρέχουσας σχέσης της με την Ρωσία.

ΤΟ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ