Βασιλιάς της Τουρκίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Βασιλιάς της Τουρκίας

Ο Ερντογάν μετά τον Νταβούτογλου
Περίληψη: 

Η προσωποποίηση της δύναμης και η υπονόμευση των πολιτικών και κοινωνικών θεσμών από τον Ερντογάν θα καταστήσουν την χώρα εξαιρετικά εύθραυστη. Όταν ο Ερντογάν αφήσει την εξουσία (και μια μέρα θα το κάνει) θα έχουν απομείνει λίγα θεσμικά όργανα όρθια για να την κρατήσουν ενωμένη.

Ο SONER CAGAPTAY είναι διευθυντής του Προγράμματος Τουρκικών Ερευνών στο Washington Institute for Near East Policy.

Η παραίτηση του πρωθυπουργού της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου [1] την 5η Μαΐου κατόπιν αιτήματος του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αποτελεί μια περαιτέρω εδραίωση της εξουσίας στα χέρια ενός ανθρώπου που είναι ήδη ο πιο ισχυρός πολιτικός στην Τουρκία [2] από τότε που η χώρα έγινε πολυκομματική δημοκρατία το 1950.

Ο Ερντογάν [3] έχει κυβερνήσει από το 2003, πρώτα ως πρωθυπουργός και αρχηγός του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και στην συνέχεια ως πρόεδρος, μια συνταγματικά μη κομματική θέση στο κοινοβουλευτικό σύστημα της Τουρκίας. Όταν ο Ερντογάν έγινε πρόεδρος το 2014, ο Νταβούτογλου ανέλαβε την θέση του στο AKP και έγινε ο νέος πρωθυπουργός της χώρας. Ο Νταβούτογλου είχε ανέλθει στην πολιτική ως ο επικεφαλής σύμβουλος του Ερντογάν, έχοντας γίνει τελικά υπουργός Εξωτερικών του Ερντογάν το 2009. Οι δύο άνδρες ήταν μαζί στην σύλληψη και την εκτέλεση της στροφής της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας προς την Μέση Ανατολή. Κατά συνέπεια, όταν ο Ερντογάν πρόσφερε στον Νταβούτογλου την προνομιακή θέση του πρωθυπουργού που ήταν βέβαιο ότι θα ήταν κάπως ευνουχισμένη, ο Νταβούτογλου ευχαρίστως αποδέχθηκε.

Στο βαθμό που ο Νταβούτογλου ήταν ένας υποχωρητικός εταίρος του Ερντογάν, για παράδειγμα εργαζόμενος στενά μαζί του για την Συρία όπου οι δύο προσπάθησαν επί χρόνια να εκδιώξουν το καθεστώς του Μπασάρ αλ-Άσαντ, ο Νταβούτογλου ποτέ δεν ικανοποίησε απόλυτα τον Ερντογάν. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο Νταβούτογλου είναι ένα πασίγνωστο όνομα τόσο στην Τουρκία όσο και στο εξωτερικό, κάτι που ενόχλησε τον Ερντογάν, ο οποίος επιδιώκει να εδραιώσει και να προσωποποιήσει την πολιτική εξουσία. Ο Ερντογάν φέρεται να ήταν αναστατωμένος, για παράδειγμα, όταν ο Νταβούτογλου ήθελε να επισκεφθεί την Ουάσιγκτον για να συναντηθεί με τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα λίγες μόνο εβδομάδες αφότου ο Τούρκος πρόεδρος είχε επισκεφθεί την Ουάσιγκτον τον Μάρτιο του 2016 για να κάνει το ίδιο.

Έχοντας πλέον εκπέσει της χάριτος, ο Νταβούτογλου είναι πιθανό να γίνει ένας ήσυχος παρατηρητής της τουρκικής πολιτικής, ακολουθώντας το μονοπάτι των προηγούμενων αποπεμφθέντων στελεχών του ΑΚΡ, συμπεριλαμβανομένου του πρώην προέδρου Αμπντουλάχ Γκιουλ, οι οποίοι έχουν επιλέξει να μην αντιμετωπίσουν τον Ερντογάν αφότου τους πέταξε από την ηγεσία του ΑΚΡ. Από την πλευρά του, ο Ερντογάν είναι έτοιμος να διαλέξει έναν νέο, πιο συγκαταβατικό πολιτικό ως πρόεδρο του ΑΚΡ στο συνέδριο του κόμματος στις 22 Μαΐου. Αυτό το άτομο θα πάρει στην συνέχεια το αξίωμα του νέου πρωθυπουργού της χώρας, και μετά από μερικούς μήνες, λίγοι θα θυμούνται το όνομα του νέου ηγέτη, όπως και στην Ιορδανία ή το Μαρόκο όπου οι πανίσχυροι βασιλιάδες επισκιάζουν τους ελάχιστα γνωστούς πρωθυπουργούς.

Το πρόβλημα για τον πάλαι ποτέ βασιλιά της Τουρκίας ήταν το σύνταγμα της χώρας του, ο στυλοβάτης της τουρκικής πολιτικής από την Συνταγματική Επανάσταση του 1908 που τερμάτισε την απολυταρχική διακυβέρνηση του Οθωμανού σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β’ [4]. Εκείνη την εποχή, οι Νεότουρκοι εξεγέρθηκαν εναντίον του σουλτάνου και τον ανάγκασαν να αναγνωρίσει το σύνταγμα που ο Αμπντούλ Χαμίτ Β’ είχε αναστείλει το 1878. Μετά από εκείνο το σημείο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία έγινε συνταγματική μοναρχία. Όταν η αυτοκρατορία κατέρρευσε στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η σύγχρονη Τουρκία εξελίχθηκε σε μια συνταγματική δημοκρατία το 1923 υπό τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, για να γίνει επιτέλους μια δημοκρατία το 1950. Όσο αμφιλεγόμενη κι αν είναι η πολιτική της Τουρκίας μερικές φορές, όλα τα κέντρα εξουσίας της χώρας έχουν στηρίξει γενικά την συνταγματική πολιτική έκτοτε. Ακόμα και όταν ο στρατός παρενέβη, ισχυρίστηκε ότι το έπραξε για την προστασία του συντάγματος και του κράτους δικαίου.

Αλλά ο Ερντογάν φαίνεται αδιάφορος με αυτή την ιστορία. Μέσα στις επόμενες μέρες, μετά το συνέδριο του ΑΚΡ και τον διορισμό του νέου πρωθυπουργού, είναι πιθανό να ενορχηστρώσει ένα δημοψήφισμα για να αλλάξει το τουρκικό σύνταγμα όπως του αρέσει ώστε να εισαγάγει μια εκτελεστικού στυλ παντοδύναμη προεδρία. Πιο πρόσφατα, στις 6 Ιανουαρίου, ο Ερντογάν έκανε έκκληση για μετάβαση στο προεδρικό σύστημα, λέγοντας ότι αυτό το σύστημα έχει «ρίζες στην ιστορία της χώρας» [5].

Σε αυτή την επιδίωξη, είναι πιθανό να κερδίσει υποστήριξη χάρη στην πρόσφατη σκληρότερη στάση του σχετικά με το κουρδικό ζήτημα. Νωρίτερα στην διακυβέρνησή του, ο Ερντογάν ήταν φιλελεύθερος ως προς το κουρδικό ζήτημα, για παράδειγμα ανοίγοντας ένα κρατικά χρηματοδοτούμενο κανάλι ειδήσεων 24ωρης λειτουργίας στην κουρδική γλώσσα για να αντιμετωπίσει τις πολιτιστικές απαιτήσεις των Κούρδων. Ο Ερντογάν επίσης ήταν επιεικής προς το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK), ξεκινώντας ειρηνευτικές συνομιλίες με αυτό, το οποίο τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Άγκυρα κατηγοριοποίησαν ως τρομοκρατική οργάνωση το 2012. Πρόσφατα, όμως ο Ερντογάν έχει γίνει ένα «γεράκι» για το κουρδικό ζήτημα για να ενισχύσει την δημοτικότητά του. Και για τον σκοπό αυτό, το PKK θα χρησιμεύσει ως ένας ανυποψίαστος συνεργός του.

Τον Ιούλιο του 2015, το PKK τερμάτισε μια κατάπαυση πυρός διάρκειας δύο ετών με την τουρκική κυβέρνηση, ξαναρχίζοντας μια βίαιη εκστρατεία τρομοκρατικών επιθέσεων. Εκείνη την εποχή, το PKK ήλπιζε να πάρει τον έλεγχο των πόλεων στα νοτιοανατολικά της χώρας, σε μια επανάληψη αυτού που το συριακό παράρτημά του, το Κόμμα Δημοκρατικής Ενότητας (PYD), είχε κάνει στην βόρεια Συρία. Το PYD κήρυξε αυτονομία σε αυτές τις περιοχές το 2013 και έχει μείνει έτσι από τότε.