Η θανατηφόρα εξάρτηση της Λατινικής Αμερικής από τα όπλα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η θανατηφόρα εξάρτηση της Λατινικής Αμερικής από τα όπλα

Οι πιο θανατηφόρες εξαγωγές των Ηνωμένων Πολιτειών
Περίληψη: 

Τα τουφέκια και τα περίστροφα από μόνα τους δεν προκαλούν ανθρωποκτονία ή βίαιο έγκλημα. Αλλά, υπάρχουν συντριπτικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η αφθονία όπλων και πυρομαχικών αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο ενός θανατηφόρου αποτελέσματος κατά την διάρκεια βίαιων περιστατικών.

Ο ROBERT MUGGAH είναι ερευνητικός διευθυντής στο Ινστιτούτο Igarapé, ένα ανεξάρτητο think tank με έδρα στο Rio de Janeiro, και του SecDev Foundation στην Ottawa.

Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1980, το Ελ Σαλβαδόρ ήταν ο μεγαλύτερος αποδέκτης αμερικανικού στρατιωτικού υλικού στο δυτικό ημισφαίριο. Κάθε είδους όπλα -συμπεριλαμβανομένων πάνω από 32.500 τυφεκίων M-16 και 270.000 χειροβομβίδων [1]- εισέρευσαν στην χώρα από το 1980 έως το 1993. Τα περισσότερα από αυτά προορίζονταν για την υπό στρατιωτική ηγεσία κυβέρνηση, έτσι ώστε να μπορεί να ξεκινήσει έναν φαύλο πόλεμο εναντίον του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου Φαραμπούντο Μαρτί, ή FMNL. Παρά το γεγονός ότι η ένοπλη σύγκρουση έληξε επίσημα το 1992, τα όπλα, οι χειροβομβίδες και οι σφαίρες υπάρχουν. Αξιωματούχοι [2] εκτιμούν ότι τουλάχιστον τα μισά από τα όπλα που έχουν εμφανιστεί σε σκηνές εγκλήματος στην χώρα μπορούν να αναχθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και είναι πολλές οι σκηνές του εγκλήματος˙ το Ελ Σαλβαδόρ έχει το υψηλότερο ποσοστό δολοφονιών [3] στον κόσμο.

Το Ελ Σαλβαδόρ δεν ήταν ο μόνος αποδέκτης αμερικανικών όπλων. Οι περισσότερες χώρες της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής που είναι ευθυγραμμισμένες με την Δύση ήταν αφοσιωμένοι καταναλωτές στρατιωτικών και μη στρατιωτικών φορητών όπλων και πυρομαχικών φτιαγμένων στις Η.Π.Α. Οι υπόλοιποι εφοδιάζονταν κατά κύριο λόγο με σοβιετικό εξοπλισμό, ιδιαίτερα τα πανταχού παρόντα AK-47. Αυτές οι πελατειακές σχέσεις έχουν αποδειχθεί εκπληκτικά ανθεκτικές. Οι αμερικανικές και οι ρωσικές πωλήσεις συνεχίζουν μέχρι σήμερα, ακόμη και καθώς δεκάδες εξαγωγείς -όπως η Αυστρία, το Βέλγιο, η Κίνα, η Τσεχική Δημοκρατία, η Γερμανία, το Ισραήλ, η Ιταλία, η Ισπανία και η Τουρκία- έχουν επίσης συσσωρευτεί. Πιο πρόσφατα, αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής έχουν οι ίδιες επίσης αναδειχθεί ως παραγωγοί όπλων.

Χάρη στις νόμιμες πωλήσεις και στην παράνομη διακίνηση, οι εγκληματικές οργανώσεις της περιοχής, οι συμμορίες των δρόμων, οι ιδιωτικές εταιρείες ασφάλειας, και οι πολιτοφυλακές (vigilantes) έχουν πρόσβαση σε μια σταθερή προμήθεια όπλων. Με την σειρά τους, οι χώρες και οι πόλεις της Λατινικής Αμερικής είναι οι πιο εκτεθειμένες στην βία που σχετίζεται με τα όπλα. Ο ρυθμός [4] ανθρωποκτονιών στην περιοχή βρίσκεται πάνω από τα 28 ανά 100.000 άτομα, σε σύγκριση με τον παγκόσμιο μέσο όρο που είναι πιο κοντά στα επτά άτομα ανά 100.000. Μόλις τέσσερις χώρες –η Βραζιλία, η Κολομβία, το Μεξικό και η Βενεζουέλα- καταγράφουν περίπου το ένα πέμπτο του συνόλου των θανάτων που σχετίζονται με όπλα στον πλανήτη κάθε χρόνο. Μια πρόσφατη μελέτη [5] αποκαλύπτει, επίσης, ότι 47 από τις 50 πιο δολοφονικές πόλεις του κόσμου βρίσκονται στην Λατινική Αμερική και την Καραϊβική (δύο βρίσκονται στις Ηνωμένες Πολιτείες και μια είναι στην Νότια Αφρική).

30052016-1.jpg

Κατασχεμένα όπλα κρέμονται από έναν μαγνήτη προτού καταστραφούν σε χυτήριο στο Σαντιάγο, στις 19 Δεκεμβρίου του 2012. IVAN ALVARADO / REUTERS
------------------------------------

Εν τω μεταξύ, περίπου το 75% του συνόλου των ανθρωποκτονιών στην Λατινική Αμερική είναι αποτέλεσμα τραυματισμών από σφαίρες [6], σε σύγκριση με τον παγκόσμιο μέσο όρο κάτω του 50%. Η αναλογία των θανάτων από όπλο φτάνει στο 90% στην Βραζιλία, την Κολομβία, το Ελ Σαλβαδόρ, την Γουατεμάλα και την Ονδούρα. Τα τουφέκια και τα περίστροφα από μόνα τους δεν προκαλούν ανθρωποκτονία ή βίαιο έγκλημα. Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες, που κυμαίνονται από τον αδύναμο νόμο και την τάξη μέχρι τις κοινωνικές συνθήκες που ανέχονται την βία και μέχρι τις διαλυμένες οικογένειες. Ακόμα κι έτσι, υπάρχουν συντριπτικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι μια αφθονία όπλων και πυρομαχικών αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο ενός θανατηφόρου αποτελέσματος κατά την διάρκεια φιλονικιών μεταξύ στενών συντρόφων, ληστειών, εισβολών σε σπίτια, και σε διαμάχες συμμοριών.

ΤΡΟΜΕΡΑ ΝΟΜΙΜΟΙ

Ως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας και εισαγωγέας όπλων στον κόσμο [7], οι Ηνωμένες Πολιτείες παίζουν τεράστιο ρόλο στην διασφάλιση της άμεσης προμήθειας πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών στην Λατινική Αμερική. Τα περισσότερα όπλα μεταφέρονται νόμιμα, αν και υπάρχουν επίσης αποδείξεις παράνομης διακίνησης. Κατά γενικό κανόνα, όσο πιο κοντά είναι τα σύνορα μιας χώρας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η εισροή των νόμιμων και παράνομων όπλων. Πάρτε την περίπτωση του Μεξικού, ενός αποδέκτη επιθετικών ελικοπτέρων εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων, Humvees, όπλων, και υψηλής τεχνολογίας εξοπλισμού για επιχειρήσεις κατά των ναρκωτικών. Το 2014, οι Ηνωμένες Πολιτείες μετέφεραν νόμιμα περίπου 28.000 όπλα [8] -τα περισσότερα από αυτά τουφέκια- αποτιμημένα σε περίπου 21,6 εκατ. δολάρια. Εν τω μεταξύ, μέχρι και 212.000 παράνομα όπλα [9] βρίσκουν τον δρόμο τους στο Μεξικό κάθε χρόνο. Τα παράνομα όπλα προέρχονται κυρίως μέσω δολίων αγορών από εμπόρους έχοντες ομοσπονδιακή άδεια στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ομοίως, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εδώ και καιρό εξυπηρετήσει κράτη-πελάτες σε όλη την Αμερική [10]. Από την δεκαετία του 1960 έως την δεκαετία του 1990, αμερικανικές Υπηρεσίες πληροφοριών εφοδίασαν κυβερνήσεις και ομάδες ανταρτών στην Κολομβία, την Κούβα, την Δομινικανή Δημοκρατία, το Ελ Σαλβαδόρ, την Γουατεμάλα, την Αϊτή, την Ονδούρα, το Περού και τη Νικαράγουα. Και οι πωλήσεις συνεχίζονται σε μεγάλο βαθμό σήμερα. Σύμφωνα με στοιχεία που συλλέχθηκαν από την Νορβηγική Πρωτοβουλία για τις Μεταφορές Όπλων (Norwegian Initiative on Small Arms Transfers) [11] και την Τελωνειακή Βάση Δεδομένων του ΟΗΕ [12], οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποστείλει μεταξύ 2000 και 2014 φορητά όπλα, ελαφρύ οπλισμό και πυρομαχικά αξίας πάνω από 1,5 δισ. δολάρια. Η συνολική αξία του εμπορίου όπλων κυμάνθηκε καθ’ όλη αυτή την περίοδο, από ένα χαμηλό των 43,7 εκατ. δολαρίων (2004) και μια αιχμή των 172,7 εκατ. δολαρίων (2010).

30052016-2.jpg