Επικίνδυνη η ανάκληση στην Βενεζουέλα; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Επικίνδυνη η ανάκληση στην Βενεζουέλα;

Γιατί μια νέα ψηφοφορία θα μπορούσε να γίνει μπούμερανγκ
Περίληψη: 

Αυτό που κάνει την ψηφοφορία ανάκλησης να αξίζει τον κόπο για την αντιπολίτευση είναι ότι αν και ο Maduro μπορεί να έχει τον έλεγχο της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας, η οικονομική κρίση τον έχει κάνει πολιτικά αδύναμο. Αν δεν έχει εκδιωχθεί τώρα, μέχρι την εποχή που θα γίνουν οι επόμενες εκλογές μπορεί να έχει ανακάμψει και να κερδίσει και πάλι.

Ο JOSHUA SPIVAK είναι βασικός συνεργάτης στο Ινστιτούτο Κυβερνητικής Μεταρρύθμισης Hugh L. Carey στο Κολέγιο Wagner. Είναι ο ιδρυτής του μπλογκ Recall Elections.

Αντιμετωπίζοντας μια καταρρέουσα οικονομία και μια αναζωπύρωση της αντιπολίτευσης, ο πρόεδρος της Βενεζουέλας, Nicolás Maduro, δίνει τον αγώνα της πολιτικής ζωής του. Στις 2 Μαΐου, ο συνασπισμός της αντιπολίτευσης υπό την ηγεσία του Enrique Capriles, παρέδωσε ένα αίτημα με 1.850.000 υπογραφές απαιτώντας μια ψηφοφορία ανάκλησης. Οι υποστηρικτές του Maduro στο δικαστικό σώμα και στις ρυθμιστικές Αρχές σήμερα προσπαθούν να απορρίψουν το αίτημα, αλλά η αντιδημοτικότητα του προέδρου [1] -η χώρα αντιμετωπίζει πληθωρισμό στο 700% και μεγάλες ελλείψεις τροφίμων- του δίνουν αρκετούς λόγους να φοβάται μια εκλογική διαδικασία. Κατά ειρωνικό τρόπο, για πολλούς αντιδημοφιλείς ηγέτες που έχουν προηγηθεί του Maduro, η ψηφοφορία ανάκλησης δεν ήταν πάντα κακή είδηση. Στην πραγματικότητα, μια επαναληπτική εκλογή σπάνια κάνει αυτό που επιδιώκει να κάνει –να καθαιρέσει έναν νυν ηγέτη- και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί ακόμη και να αναζωογονήσει το συγκεκριμένο καθεστώς.

Οι ψηφοφορίες ανάκλησης -σε σύγκριση με τη μακρά νομική διαδικασία της μομφής- έχουν γίνει μια δημοφιλής συντόμευση σε όλο τον κόσμο για την απομάκρυνση αντιδημοφιλών ή ανίκανων ηγετών τα τελευταία χρόνια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βοήθησαν να επανέλθει [η διαδικασία] το 2003, όταν ο κινηματογραφικός αστέρας Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ αντικατέστησε τον Gray Davis ως κυβερνήτη της Καλιφόρνια αφότου ο τελευταίος απέτυχε να αντιμετωπίσει άμεσα τόσο μια ενεργειακή όσο και μια δημοσιονομική κρίση. Ήταν η πρώτη φορά που μια ψηφοφορία ανάκλησης πέτυχε να ανατρέψει έναν κυβερνήτη στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1921. Το επόμενο έτος, η Βενεζουέλα πραγματοποίησε ψηφοφορία ανάκλησης κατά του προκατόχου και προστάτη του Maduro, του Ούγκο Τσάβες [2], αφότου εκείνος απέλυσε το διοικητικό συμβούλιο της Petróleos de Venezuela (ή PDVSA), την εταιρεία πετρελαίου της Βενεζουέλας. Αλλά απέτυχε να βγάλει τον Τσάβες από την εξουσία και όντως κατέληξε στην ενίσχυση του καθεστώτος του.

Στην πραγματικότητα, αν και ο Τσάβες ήταν εξαιρετικά αντιδημοφιλής κατά την έναρξη της εκστρατείας της ψηφοφορίας ανάκλησης, τα ποσοστά αποδοχής του ανέκαμψαν τελικά. Στο τέλος, ακόμα κι αν υπήρξαν κάποιες διαφωνίες σχετικά με την αμεροληψία των εκλογών, σχεδόν το 60% ψήφισε για να τον κρατήσει στην εξουσία. Ο Τσάβες χρησιμοποίησε την διαδικασία για να στερεοποιήσει την υποστήριξή του μεταξύ των φτωχών και της εργατικής τάξης, καθώς επίσης και για να τιμωρήσει τους αντιπάλους του, οι οποίοι υπέγραψαν τις αιτήσεις επανάληψης των εκλογών. Αυτές αποδείχθηκαν δημοφιλείς τακτικές και, στις επόμενες εκλογές, κέρδισε το 63% της λαϊκής ψήφου.

Από τότε, ένας αριθμός τόσο εθνικών όσο και τοπικών ηγετών έχουν αντιμετωπίσει ψηφοφορίες ανάκλησης: Το 2011, ο Adolf Sauerland, δήμαρχος του Ντούισμπουργκ, στην Γερμανία˙ το 2012, ο πρόεδρος της Ρουμανίας Τραϊάν Μπασέσκου και ο κυβερνήτης του Ουισκόνσιν, Scott Walker˙ και το 2013, η δήμαρχος της Βαρσοβίας, Hanna Gronkiewicz-Waltz και η δήμαρχος της Λίμα, Susana Villaran. Και σε όλα αυτά, εκτός από την περίπτωση του Duisburg, ο νυν επέζησε της ψηφοφορίας. Άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Αυστραλίας, του Καναδά, της Ινδίας, της Μιανμάρ (ονομάζεται επίσης Βιρμανία), της Ρωσία και του Ηνωμένου Βασιλείου, έχουν εξετάσει την θέσπιση νόμων ανάκλησης έτσι ώστε να μπορούν, επίσης, να αποπέμψουν ηγέτες από την εξουσία πριν την λήξη της θητείας τους.

Ένας από τους βασικούς λόγους για την άνθιση των ψηφοφοριών ανάκλησης είναι ότι η τεχνολογία και τα social media κάνουν πιο εύκολο να συγκεντρωθεί ο αριθμός των υπογραφών που απαιτούνται για τη νομιμοποίηση αυτών των αιτημάτων. Σε πολλά μέρη, οι σχετικές προϋποθέσεις είναι αποκαρδιωτικές, με την Βενεζουέλα να είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Για να πραγματοποιηθεί όντως μια εκλογή, το Εθνικό Εκλογικό Συμβούλιο της Βενεζουέλας πρέπει πρώτα να αποκτήσει 197.978 υπογραφές, ή το 1% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, που να πληρούν τις προϋποθέσεις για την δημιουργία ενός οργανισμού που να μπορεί να καθοδηγήσει την πλήρη προσπάθεια για ψηφοφορία ανάκλησης. Αυτός ο οργανισμός θα πρέπει στην συνέχεια να υποβάλει δεύτερη αίτηση 30 ημέρες αργότερα, που να περιέχει περίπου τέσσερα εκατομμύρια υπογραφές, ή το 20% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων. Αυτή η δεύτερη αίτηση είναι εκείνη που βάζει την ανάκληση σε ψηφοφορία.

17062016-1.jpg

Ο πρόεδρος της Βενεζουέλας, Nicolas Maduro, στις 6 Ιουλίου του 2015. JORGE DAN LOPEZ / REUTERS
-------------------------------------

Στην τελευταία εκστρατεία, οι αιτούντες στην Βενεζουέλα έχουν μαζέψει περίπου 1.850.000 υπογραφές μόνο στην πρώτη φάση, αλλά το Εθνικό Εκλογικό Συμβούλιο έχει σταματήσει την διαδικασία, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν πλαστογραφίες. Αυτό είναι μια κοινή καταγγελία που οι αιρετοί χρησιμοποιούν για να δυσφημίσουν μια τέτοια αίτηση, ακόμη και αν ο αριθμός των πλαστών υπογραφών είναι τόσο χαμηλός ώστε δεν επηρεάζει την νομιμότητα της αίτησης. Για παράδειγμα, κατά την διάρκεια της ανάκλησης του κυβερνήτη του Ουισκόνσιν, Scott Walker, αυτός προσπάθησε να ακυρώσει την διαδικασία επισημαίνοντας ότι υπήρχαν υπογραφές από τον Ντόναλντ Ντακ και τον Μίκυ Μάους, ακόμη και αν υπήρχαν πάνω από 900.000 υπογραφές στην αίτηση. Στην Βενεζουέλα, οι οπαδοί του Maduro υποστηρίζουν ότι έως και 10.000 υπογραφές θα αποτύχουν σε μια επαλήθευση, αλλά ακόμη και αν αφαιρεθούν αυτές οι υπογραφές από τα 1,85 εκατομμύρια νόμιμων υπογραφών, η αίτηση θα εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις για το επόμενο βήμα.