Η λάθος δημοκρατία του Brexit | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η λάθος δημοκρατία του Brexit

Τι πραγματικά αποκάλυψε το δημοψήφισμα
Περίληψη: 

Το πραγματικό μάθημα του Brexit είναι ότι υπάρχει ένα επακόλουθο χάσμα μεταξύ των κοσμοπολιτών που βλέπουν το μέλλον με ελπίδα, και όσων έχουν μείνει πίσω και έχουν δει την οικονομική τους κατάσταση και τον τρόπο ζωής τους να επιδεινώνεται. Η ίδια ιστορία μπορεί κάλλιστα να εξελιχθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού, με σημαντικές εκλογικές συνέπειες.

Η KATHLEEN R. McNAMARA είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Georgetown και συγγραφεύς του βιβλίου με τίτλο The Politics of Everyday Europe: Constructing Authority in the European Union [1].

Τα δημοψηφίσματα είναι τρομεροί μηχανισμοί της δημοκρατίας. Ως επί τούτω περίπτωση, το πρόσφατο βρετανικό δημοψήφισμα για την ένταξη του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ ήταν ένα απερίσκεπτο ρίσκο [2] το οποίο πήρε ένα πολύ πραγματικό ζήτημα -την ανάγκη για μια πιο ανοικτή και νομιμοποιημένη συζήτηση στην ΕΕ- και το μετέτρεψε σε μια πολιτική γελοιότητα των ξεδιάντροπα οπορτουνιστικών πολιτικών ελίτ. Η θορυβώδης συζήτηση για την συνεχιζόμενη συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ διχαζόταν με ψέματα και διαστρεβλώσεις, μερικά από τα οποία έχουν τώρα ανατραπεί [3] από τους υποστηρικτές του Brexit˙ ακόμη και ο βρετανικός Τύπος μετανιώνει για την στομφώδη υποστήριξή του στο Brexit [4]. Δυστυχώς, πολλοί Βρετανοί ψηφοφόροι φαίνεται ότι δεν γνώριζαν τι ακριβώς είναι η ΕΕ [5], επικυρώνοντας άλλη πρόσφατη έρευνα που καταδεικνύει την έλλειψη πραγματικών γνώσεων για την Ένωση [6].

Οι παρατηρητές του δημοψηφίσματος θα πρέπει, επομένως, να είναι επιφυλακτικοί σχετικά με την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τις ευρύτερες προσπάθειες της παγκοσμιοποίησης, την Δυτική τάξη, το αναπόφευκτο της ανόδου των λαϊκιστικών κομμάτων κατά της μετανάστευσης ή την βιωσιμότητα του σχεδίου της ΕΕ συνολικά. Η απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε με κομμένη την ανάσα στην εφημερίδα New York Times την Κυριακή [7] –«Ξηλώνεται επίσης η μετά το 1945 τάξη που επιβλήθηκε στον κόσμο από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους;»- είναι απλή. Όχι, δεν ξηλώνεται. Κι όμως, δεν μπορεί και δεν πρέπει να αγνοηθούν τα συναισθήματα και τα πολιτιστικά χάσματα που χρησιμοποιήθηκαν στο δημοψήφισμα του Brexit.

Το πραγματικό μάθημα του Brexit είναι ότι υπάρχει ένα επακόλουθο χάσμα μεταξύ των κοσμοπολιτών που βλέπουν το μέλλον με ελπίδα, και όσων έχουν μείνει πίσω και έχουν δει την οικονομική τους κατάσταση και τον τρόπο ζωής τους να επιδεινώνεται. Η ίδια ιστορία μπορεί κάλλιστα να εξελιχθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού, με σημαντικές εκλογικές συνέπειες. Αλλά η ιστορία του Brexit μιλά επίσης για την μοναδικότητα της ΕΕ ως ένα νέο είδος πολιτείας με μια βαθιά επίδραση στην ζωή όλων μέσα σε αυτήν. Η ιστορία έχει δείξει ότι η ανάπτυξη νέων πολιτικών συνθέσεων σπάνια πηγαίνει ομαλά. Οι διαιρέσεις ανάμεσα σε εκείνους που μπορούν να φανταστούν μια καλύτερη ζωή στο νέο σύστημα και εκείνους που δεν μπορούν, κατά πάσα πιθανότητα θα συνεχίσει να καθοδηγεί την πολιτική [8] στην ΕΕ και αλλού για τα επόμενα χρόνια.

30062016-1.jpg

Μια διαδηλώτρια στέκεται έξω από το κτίριο του Κοινοβουλίου κατά την διάρκεια μιας διαμαρτυρίας με στόχο την επίδειξη της αλληλεγγύης του Λονδίνου στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά το πρόσφατο δημοψήφισμα για την ΕΕ, στο κεντρικό Λονδίνο, στις 28 Ιουνίου του 2016. DYLAN MARTINEZ / REUTERS
--------------------------------------

ΤΑΞΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Παρά το γεγονός ότι το δημοψήφισμα του Brexit ήταν μια πολύ ατελής μορφή δημοκρατικής εκπροσώπησης, τα συναισθήματα [9] που εκφράστηκαν από τους ψηφοφόρους του «εκτός» ήταν πολύ πραγματικά. Αντηχούν σημαντικά και αξιόλογα συναισθήματα άλλων πληθυσμών σε όλες τις Δυτικές δημοκρατίες. Υπάρχουν δύο κόσμοι ανθρώπων, όπως κατέδειξε ξεκάθαρα η ανάλυση των ψήφων του Brexit, οι οποίες χωρίζονται ανάλογα με τις εμπειρίες τους και τα οράματά τους για το μέλλον. Το μορφωτικό επίπεδο [10], η ηλικία και η εθνική ταυτότητα καθόρισαν αποφασιστικά την ψηφοφορία [11]. Οι νεότεροι ψηφοφόροι όλων των οικονομικών επιπέδων και τα άτομα με πανεπιστημιακή εκπαίδευση ψήφισαν με συντριπτική πλειοψηφία υπέρ του «εντός». Οι ηλικιωμένοι ψηφοφόροι, οι άνεργοι, και εκείνοι με μια ισχυρή αίσθηση της αγγλικής εθνικής ταυτότητας επεδίωξαν την έξοδο.

Ένας τρόπος σκέψης σχετικά με τον διχασμό είναι να τον δούμε ως ανταγωνισμό κοσμοπολίτικης έναντι τοπικιστικής σκέψης, με ρίζες σε βαθύτερες κοινωνικές και οικονομικές τάσεις που δημιουργούν την δική τους πολιτιστική δυναμική. Ο κοσμοπολιτισμός, η αίσθηση του ανήκειν σε μια παγκόσμια κοινότητα πέρα από τα άμεσα σύνορα του καθενός, απαιτεί την εμπιστοσύνη στην θέση ενός ατόμου στον κόσμο και συνεπάγεται μια ελπίδα για το μέλλον πέρα από το έθνος-κράτος. Η στενή θεώρηση είναι χρωματισμένη με φόβο γι’ αυτό το μέλλον και μια αίσθηση ότι ο κοινωνιακός μετασχηματισμός θα αφήσει πίσω τον απλό ψηφοφόρο. Εν μέρει, αυτός ο φόβος αντανακλά το άνοιγμα των αγορών, αλλά οφείλεται επίσης σε αλλαγές στην τεχνολογία και στις ευρύτερες αλλαγές στον καπιταλισμό σε απόσταση από την προστασία τόσο της μεσαίας όσο και της εργατικής τάξης. Γι αυτές τις αλλαγές δεν μπορεί να κατηγορηθεί μόνο η παγκοσμιοποίηση˙ έχουν επίσης πολλά να κάνουν με την εγχώρια πολιτική και τις πολιτικές αποφάσεις. Στο Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού, οι πολιτικές επιλογές έχουν επιταχύνει την αποβιομηχάνιση, ενώ αποδεκάτισαν τα δίκτυα κοινωνικής ασφάλειας και έκαναν λίγα για να μπει φρένο στην αύξηση των ανισοτήτων.

Με δεδομένη αυτή την σκληρή πραγματικότητα για τους ανέργους, τους ηλικιωμένους και τους ανεκπαίδευτους, οι προειδοποιήσεις της εκστρατείας υπέρ του Remain για την οικονομική καταστροφή του Brexit είχαν ελάχιστο βάρος˙ πολλοί ψηφοφόροι πίστευαν ότι οι ευκαιρίες τους είχαν στερέψει εδώ και πολύ καιρό. Το έξυπνο μάρκετινγκ της εκστρατείας υπέρ του Brexit, συμπεριλαμβανομένων των συνθημάτων «Take Back Control» (Πάρε πάλι τον έλεγχο) και «Breaking Point»(στμ: σημαίνει οριακό σημείο, αλλά στην αγγλική γλώσσα και στην περίπτωση αυτή υπαινίσσεται το σημείο του χωρισμού), ερέθισε ακριβώς την πολύ πραγματική αίσθηση του αποκλεισμού, αλλά πρόσφερε πολύ λίγες λύσεις˙ η πραγματικότητα είναι ότι οι δυναμικές της βρετανικής πολιτικής, περισσότερο από όσο οι κανόνες της ΕΕ, έχουν δημιουργήσει τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα του Ηνωμένου Βασιλείου.