Η Τουρκία ως «τρίτος πόλος» στην Μέση Ανατολή | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Τουρκία ως «τρίτος πόλος» στην Μέση Ανατολή

Οι διεθνείς ανακατατάξεις και η Δύση

Αυτό ακριβώς επιδιώκει η Μόσχα θέλοντας να ανταλλάξει μια διευθέτηση στην Συρία, που πιθανόν να περιλαμβάνει την απόσυρση του Άσαντ μετά από κάποια μεταβατική περίοδο, με την υποχώρηση τουλάχιστον κάποιων ΝΑΤΟϊκών πιέσεων από τα σύνορά της. Σε αυτούς τους υπολογισμούς αποδίδονται και τα διαφαινόμενα ρήγματα στις σχέσεις Μόσχας-Άσαντ [1]. Ο Άσαντ διεκδικεί την παραμονή στην εξουσία απλώς μη αποδεχόμενος έναν μεταβατικό ρόλο, ενώ φιλοδοξεί να ανακαταλάβει όλα τα χαμένα εδάφη της Συρίας. Από την άλλη, η Ρωσία δεν παρουσιάζεται διατεθειμένη να στηρίξει τον Άσαντ σε κάτι τέτοιο και φαίνεται πρόθυμη να συζητήσει την αποχώρησή του, δεδομένου ότι ακόμα και μερικά Δυτικά κράτη είναι ανοιχτά στο ενδεχόμενο ενός μεταβατικού ρόλου για τον Άσαντ.

Έχοντας υπόψη το πώς εξελίσσεται η σχέση μεταξύ του διεθνούς και του περιφερειακού επιπέδου και το πώς αυτή αντικατοπτρίζεται στο παράδειγμα της Συρίας, δεν μπορούμε παρά να τοποθετήσουμε την ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής μέσα σε αυτό το πλαίσιο

ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΣΜΟΣ

Με βάση τους ίδιους διεθνείς και περιφερειακούς όρους, η Τουρκία διεκδικεί τον δικό της ρόλο και, καθώς βρίσκεται στην καρδιά της σύγκρουσης και του ανταγωνισμού, προσπαθεί να παίξει τα χαρτιά της όσο καλύτερα μπορεί – ή όσο καλύτερα νομίζει. Η στάση της είναι αποτέλεσμα μιας καινούργιας τουρκικής εξωτερικής πολιτικής που απορρέει βεβαίως από τον εσωτερικό κοινωνικο-πολιτικό και οικονομικό μετασχηματισμό της χώρας τα τελευταία δέκα και πλέον χρόνια. Ο νέος ρόλος που διεκδικεί στην ευρύτερη περιοχή σε συνάρτηση με το πώς εξελίσσονται οι σχέσεις της με την Δύση αλλά και με την Ανατολή καταδεικνύουν μια προσπάθεια στρατηγικής ανεξαρτητοποίησης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής από την Δύση η οποία αντιμετωπίζει μεγάλα εμπόδια, αντιθέσεις και πισωγυρίσματα.

Ταυτόχρονα, η κρίση στις σχέσεις της Τουρκίας με το «Ανατολικό στρατόπεδο» του οποίου, τουλάχιστον στη Συρία, ηγείται η Ρωσία, τοποθετεί την Άγκυρα μεταξύ συμπληγάδων. Σταδιακά η Τουρκία δεν ταυτίζεται πλήρως με κανένα από τα δύο στρατόπεδα της αντιπαράθεσης. Αυτή η δυναμική σε συνάρτηση με τους δικούς της στόχους, την καθιστά ως έναν επίδοξο «τρίτο πόλο» στην Συρία και την Μέση Ανατολή γενικότερα. Η διαμόρφωση αυτής της πραγματικότητας σηματοδοτεί μια νέα εποχή στην τουρκική εξωτερική πολιτική που χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από ανοικτό αναθεωρητισμό, εφαρμοσμένη μεγαλομανία και πρόκληση αστάθειας.

Η υπάρχουσα τάση για ανεξαρτητοποίηση στην τουρκική εξωτερική πολιτική δεν είναι καινούργια στην σύγχρονη τουρκική ιστορία αλλά ποτέ ξανά δεν ευοδώθηκε με τόση συνοχή και, μέχρι πριν μερικά χρόνια, με τόση επιτυχία. Υπήρξε προϊόν της ανάδειξης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην εξουσία της Τουρκίας από το 2002 μέχρι και σήμερα. Πολιτικοί απόγονοι παραδοσιακών ισλαμιστικών κινημάτων όπως το Κίνημα Εθνικής Άποψης του Νετζμετίν Εμπρακάν, οι ιδρυτές του ΑΚΡ προσπάθησαν να αποστασιοποιηθούν από τις σκληροπυρηνικές θέσεις που τους χαρακτήριζαν παλαιότερα, υιοθετώντας στοιχεία ρητορικής και πολιτικής από το κεμαλικό κατεστημένο. Σε αντίθεση με τον Ερμπακάν, για παράδειγμα, προέβαλαν μια φιλο-Δυτική και φιλο-ευρωπαϊκή στάση χωρίς να κάνουν συμβιβασμούς σε ό,τι αφορούσε τις θρησκευτικές και πολιτισμικές τους αξίες. Αυτή η τακτική τούς βοήθησε να κατευνάσουν μερικώς τους Κεμαλιστές καταφέρνοντας έτσι να παραμείνουν στην εξουσία και να μην ανατραπούν από άλλο ένα πραξικόπημα.

Ενόσω το ΑΚΡ διατηρούσε μια μετριοπαθή στάση κατάφερε μέσα από μεταρρυθμίσεις και συνταγματικές αλλαγές να εκδημοκρατίσει την χώρα και να ενισχύσει την οικονομία της, υποσκάπτοντας παράλληλα τις δομές εξουσίας των Κεμαλιστών και εγκαθιδρύοντας τις δικές του. Στην εξωτερική πολιτική στράφηκε στην Μέση Ανατολή και τον Μουσουλμανικό κόσμο για ιδεολογικούς και οικονομικούς λόγους αλλά και με αφορμή το σχετικά «βολικό» γεωπολιτικό περιβάλλον που την περιέβαλλε, και επίσης την επιδείνωση των σχέσεων της με τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ανέπτυξε σχέσεις οικονομικές και διπλωματικές σε πρωτοφανή βαθμό και διεκδίκησε τον ρόλο της χώρας-μοντέλου για τις υπόλοιπες μουσουλμανικές χώρες της περιοχής, ως πετυχημένο παράδειγμα σύνθεσης δημοκρατικών, φιλελεύθερων και συντηρητικών αξιών. Κατά εκείνη την περίοδο αυτά υπήρξαν τα μέσα με τα οποία η Τουρκία επεδίωκε τους στρατηγικούς της στόχους στην περιοχή.

Η προσέγγιση του ΑΚΡ ήρθε σε ρήξη με την παραδοσιακή εξωτερική πολιτική του – τουλάχιστον μερικού – απομονωτισμού και της διατήρησης του status quo που ακολουθείτο μέχρι τότε, με λίγες μόνο εξαιρέσεις, από το κεμαλικό κατεστημένο. Αποτελεί πλέον κοινοτυπία η αναφορά στο βιβλίο του πρώην υπουργού Εξωτερικών και πρωθυπουργού της Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου, «Στρατηγικό Βάθος» για την απόδειξη του διαφοροποιημένου οράματος που χαρακτηρίζει την εξωτερική πολιτική του ΑΚΡ. Μεταξύ πολλών άλλων ο Νταβούτογλου γράφει: «Η Τουρκία δεν έχει πια την ευχέρεια δημιουργώντας ένα εσωστρεφές σύστημα να διατηρήσει την ύπαρξή της ως ενός απλού μέλους της παγκόσμιας πολιτικής γεωγραφίας. Είτε θα επιδοθεί, λαμβάνοντας υπόψη τις μεγάλες δυσκολίες αυτού του στρατηγικού προσανατολισμού, στην δημιουργία ενός δυναμικού πολιτισμικού άξονα είτε θα αλλοιωθεί η προσωπικότητά της και θα χαθεί η φήμη της ως παθητικοπεριφερειακού στοιχείου ενός πολιτισμικού άξονα, ο οποίος έχει δημιουργηθεί από άλλους» [2].

20072016-2.gif

Ο Τούρκος πρώην πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου σε Συνέντευξη Τύπου στο Ελσίνκι, στην Φινλανδία, στις 6 Απριλίου 2016. REUTERS/Markku Ulander/Lehtikuva
------------------------------------------------