Ένας καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης του βίαιου εξτρεμισμού | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ένας καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης του βίαιου εξτρεμισμού

Γιατί το «business as usual» δεν θα λειτουργήσει
Περίληψη: 

Οι προσεγγίσεις που έχουν ληφθεί μέχρι στιγμής για την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού ρισκάρουν να υπονομεύσουν τον στόχο αυτό. Πολύ συχνά, οι χορηγοί παρέχουν βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση για να εφαρμοστούν προγράμματα στενής εστίασης που δεν είναι βιώσιμα μόλις λήξουν οι επιχορηγήσεις. Αντ’ αυτού θα πρέπει να στηρίξουν μακροπρόθεσμα έργα. Καλύτερα ακόμα, αντί απλώς να χρηματοδοτούν τοπικές οργανώσεις των οποίων οι ικανότητες είναι συχνά περιορισμένες, οι δωρητές θα πρέπει να εργαστούν για να αναπτύξουν τις ικανότητες αυτών των οργανώσεων να εργάζονται μόνες τους.

Ο KHALID KOSER είναι εκτελεστικός διευθυντής στο Global Community Engagement and Resilience Fund.
Ο ERIC ROSAND είναι διευθυντής στο Prevention Project: Organizing Against Violent Extremism.

Υπάρχει κάτι παράδοξο που αναδύεται γύρω από τις παγκόσμιες προσπάθειες για την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού [1]. Στον απόηχο των τρομοκρατικών επιθέσεων στο Άντεν, στην Βαγδάτη, στην Ντάκα, στην Κωνσταντινούπολη, την Καμπούλ, τη Νίκαια, το Ορλάντο, και αλλού, η δημόσια συνειδητοποίηση του προβλήματος και η ανάγκη για την αντιμετώπισή του δεν ήταν ποτέ μεγαλύτερη. Η σύνοδος κορυφής CVE (Countering Violent Extremism, Αντιμετώπιση του Βίαιου Εξτρεμισμού) που συγκάλεσε ο Λευκός Οίκος [2] το 2015 και οι συνεδριάσεις που ακολούθησαν, μαζί με την δημοσίευση τον Ιανουάριο του 2016 του σχεδίου δράσης του Γενικού Γραμματέα για την αποτροπή του βίαιου εξτρεμισμού [3], έχουν βοηθήσει να δομηθεί υποστήριξη υψηλού επιπέδου για μια αντίδραση με την συμμετοχή κυβερνήσεων, φορέων του ιδιωτικού τομέα και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Χώρες από την Φινλανδία και την Κένυα μέχρι τον Καναδά και τη Νιγηρία έδωσαν προσοχή στην έκκληση που διατυπώνεται στο έγγραφο αυτό, αναπτύσσοντας τα δικά τους εθνικά σχέδια για να κατευθύνουν τους πληθυσμούς τους μακριά από τον βίαιο εξτρεμισμό [4]. Και τον Μάιο, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ και η Αμερικανική Υπηρεσία για την Διεθνή Ανάπτυξη (U.S. Agency for International Development, USAID) δημοσιοποίησαν την πρώτη τους κοινή στρατηγική για την διεθνή CVE [5], κάτι που ενθαρρύνει την χρήση των παραδοσιακών εργαλείων ανάπτυξης [6] για να βοηθήσει τις κοινότητες να εντοπίσουν τα πρώιμα σημάδια της ριζοσπαστικοποίησης και να παρεμβαίνουν πριν ξεσπάσει η βία.

Ωστόσο, ακόμη και καθώς τα κράτη και οι διεθνείς Οργανισμοί έχουν αρχίσει να στρέφουν την προσοχή τους στην πρόληψη του βίαιου εξτρεμισμού, η χρηματοδότηση και οι οργανωτικές αδυναμίες περιορίζουν την πρόοδό τους. Είναι δύσκολο να βρεθεί αξιόπιστη χρηματοδότηση για τα προγράμματα CVE, και οι χορηγοί έχουν γενικά αποτύχει να συντονίσουν τις εισφορές τους και να αγκαλιάσουν την πειραματισμό που οι ειδικοί [7] υποστηρίζουν ότι είναι απαραίτητος για την πλήρη αξιοποίηση των προγραμμάτων CVE. Το αποτέλεσμα είναι ότι η αυξημένη προσοχή του κόσμου στον βίαιο εξτρεμισμό δεν έχει παραγάγει προγράμματα CVE που να είναι τόσο αποτελεσματικά όσο θα έπρεπε. Τα προβλήματα αυτά έχουν κάποιες σαφείς λύσεις, και οι δωρητές θα πρέπει να τις υιοθετήσουν γρήγορα.

ΔΕΙΞΤΕ ΤΟΥΣ ΤΟ ΧΡΗΜΑ

Η πιο άμεση δυσκολία που αντιμετωπίζουν τα προγράμματα CVE (Αντιμετώπισης του Βίαιου Εξτρεμισμού) είναι η έλλειψη χρηματοδότησης. Αυτό το πρόβλημα είναι πιο έντονο σε ορισμένες χώρες στην Αφρική, την Μέση Ανατολή και τη Νότια Ασία -ακριβώς τις περιοχές που έχουν πληγεί περισσότερο από τον βίαιο εξτρεμισμό- και περιορίζει την ικανότητα των κοινοτήτων στις περιοχές αυτές να αναλάβουν δράση κατά του εξτρεμισμού από μόνες τους. Τα περιορισμένα κονδύλια που κατευθύνουν οι δωρητές στα προγράμματα CVE συχνά καταλήγουν σε χώρους όπου έχει ήδη ξεσπάσει ο βίαιος εξτρεμισμός, όπως το Κέρας της Αφρικής, αφήνοντας πίσω χώρες όπου υπάρχουν ευκαιρίες για αποτελεσματικές προληπτικές δράσεις, όπως το Μπουρούντι [8] και η Σενεγάλη .

Η χρηματοδότηση για τα προγράμματα CVE προέρχεται συνήθως από τους προϋπολογισμούς ασφάλειας και ανάπτυξης. Από την πλευρά της ασφάλειας, η συντριπτική πλειοψηφία της χρηματοδότησης εξακολουθεί να υποστηρίζει τις παραδοσιακές Αρχές επιβολής του νόμου και τις προτεραιότητες των Υπηρεσιών πληροφοριών, όπως είναι τα προγράμματα κατάρτισης για τους εισαγγελείς και την αστυνομία. Λίγα κράτη ορίζουν ρητά πόρους για τις προσπάθειες CVE, και η χρηματοδότηση για τους επαγγελματίες που εδρεύουν σε κοινότητες και που βρίσκονται στο επίκεντρο της ατζέντας των CVE -κοινωνικοί λειτουργοί, σύμβουλοι ψυχικής υγείας, θρησκευτικοί ηγέτες, και ούτω καθεξής- έχουν έλλειψη πόρων. Φέτος, για παράδειγμα, το Τμήμα του αμερικανικού Γραφείου Αντιτρομοκρατίας και Καταπολέμησης του Βίαιου Εξτρεμισμού (U.S. Department of State’s Bureau of Counterterrorism and Countering Violent Extremism) αφιέρωσε λιγότερο από το 10% του προϋπολογισμού του για να υποστηρίξει έργα CVE υπό κοινοτική ηγεσία -και σε σχέση με άλλες χώρες, το ποσοστό αυτό είναι υψηλό. Αυτό έχει σημασία, διότι οι κοινότητες είναι πιο πιθανό να παρατηρήσουν τα πρώτα σημάδια της ριζοσπαστικοποίησης από όσο τα ξένα ιδρύματα και μπορούν να κατευθύνουν πιο αποτελεσματικά τους ευάλωτους ανθρώπους μακριά από την βία. Κάνοντας τα πράγματα χειρότερα, σε χώρες όπως η Αίγυπτος, η Αιθιοπία [9] και η Κένυα, οι Δυτικές κυβερνήσεις έχουν εμποδιστεί από αξιωματούχους οι οποίοι φοβούνται ότι τα κεφάλαια για CVE θα καταλήξουν να βοηθήσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Και σε ορισμένες κοινότητες στην Μέση Ανατολή και την Βόρεια Αφρική, οι ντόπιοι ανησυχούν ότι οι Δυτικές πολιτικές, όπως η υποστήριξη σε ορισμένες καταπιεστικές κυβερνήσεις, θα μπορούσαν να καταλήξουν να ενθαρρύνουν την ριζοσπαστικοποίηση που η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της επιδιώκουν να αποτρέψουν.

02082016-1.jpg

Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, σε μια συζήτηση στρογγυλής τραπέζης για την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού, στον Λευκό Οίκο, τον Φεβρουάριο του 2015. THAIER AL-SUDANI / REUTERS
----------------------------------------------