Οι ρίζες της ισχύος των γκιουλενιστών στην Τουρκία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι ρίζες της ισχύος των γκιουλενιστών στην Τουρκία

Το πραξικόπημα και μετά από αυτό
Περίληψη: 

Η αλόγιστη συμπεριφορά της κυβέρνησης του ΑΚΡ μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα υπηρέτησε τους πολιτικούς σκοπούς της, αλλά μείωσε την αξιοπιστία της. Το ότι η κυβέρνηση του ΑΚΡ είναι εγγενώς αναξιόπιστη, όμως, δεν την καθιστά εντελώς λάθος. Λίγοι αμφισβητούν τις προσπάθειες του κινήματος του Gulen να εισέλθει στην δομή της στρατιωτικής ισχύος από την δεκαετία του 1980 και μετά.

Ο JOHN BUTLER είναι ανεξάρτητος αναλυτής με δεκαετή εμπειρία ειδικά για την Τουρκία.
Ο DOV FRIEDMAN είναι ειδικός για την Τουρκία και το Κουρδιστάν. Εργάζεται ως διευθυντής για τις ΗΠΑ στην Middle East Petroleum, μια βρετανο-τουρκική ενεργειακή εταιρεία. Οι απόψεις που παρατίθενται στο παρόν κείμενο ανήκουν προσωπικά στους αρθρογράφους.

Δύο εβδομάδες μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία [1], εξακολουθούν να υπάρχουν ερωτήματα σχετικά με την πλήρη έκταση της συνωμοσίας και με το ποιοί, ακριβώς, είχαν εμπλακεί. Παρ’ όλα αυτά, είναι δυνατόν να γίνουν κάποιες βάσιμες εικασίες.

Το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) έχει κατηγορήσει τον –διαμένοντα στην Πενσυλβάνια των ΗΠΑ- ιεροκήρυκα Fethullah Gulen και τους οπαδούς του. Η συνεχιζόμενη πάλη για την εξουσία μεταξύ του AKP και των γκιουλενιστών καθιστά αυτήν την κατηγορία ύποπτη, αν και αυξανόμενες αποδείξεις δείχνουν ότι υψηλόβαθμοι οπαδοί του Γκιουλέν ήταν στενά συνδεδεμένοι με τον σχεδιασμό και την εκτέλεση της απόπειρας πραξικοπήματος. Οι αποδείξεις θέτουν έτσι ακανθώδεις προκλήσεις για την Τουρκία και τον εταίρο της, τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Τουρκία θα φιλοτεχνήσει την αντίδρασή της για να μεγιστοποιήσει τα εγχώρια πολιτικά πλεονεκτήματα, αν και οι αποφάσεις της θα έχουν ίσως μεγαλύτερη συνέπειες για τις συγκρούσεις με το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (ΡΚΚ) και την Συρία. Εν τω μεταξύ, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να συμβιβαστούν με έναν επιχειρησιακό συνεργάτη [που βρίσκεται] σε αναβρασμό και την πιθανότητα ότι το πραξικόπημα είχε διαταχθεί ή εμπνευσθεί στο έδαφος των ΗΠΑ από έναν μόνιμο κάτοικο.

Η περίπλοκη ιστορία της κυβέρνησης του ΑΚΡ με το κίνημα Gulen [2] έχει ξανακερδίσει την προσοχή μετά την απόπειρα πραξικοπήματος. Ξεκινώντας το 2002, τα δύο διαφορετικά πολιτικά ισλαμιστικά κινήματα ένωσαν τις δυνάμεις τους για να ηγηθούν της Τουρκίας σε πολιτικό επίπεδο, να επανδρώσουν την γραφειοκρατία της, και να υποτάξουν τον υπερδραστήριο στρατό σε πολιτικό έλεγχο. Η πάλαι ποτέ συμμαχία λειτούργησε καλά. Ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, άσκησε την πολιτική εξουσία και οι γκιουλενιστές οχυρώθηκαν στις δημόσιες υπηρεσίες, την αστυνομία, τις εισαγγελικές Αρχές και την δικαστική εξουσία. Εν τω μεταξύ, το κίνημα Γκιουλέν σκάρωσε δίκες για το θεαθήναι για να καθαρίσει τον στρατό και την γραφειοκρατία από τους πιο ριζοσπαστικούς αντιπάλους του κοινού τους πολιτικού σχεδίου. Ωστόσο, αποκλίνοντα συμφέροντα και ανταγωνιστικά σχέδια στην εξουσία οδήγησαν σε σύγκρουση. Οι γκιουλενιστές ξεκίνησαν έρευνες για διαφθορά εναντίον των κορυφαίων του ΑΚΡ. Ο Ερντογάν ανταπέδωσε με την εκκαθάριση των γκιουλενιστών από την γραφειοκρατία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τον επιχειρηματικό κόσμο - μια προσπάθεια που ήταν σε εξέλιξη όταν πυροδοτήθηκε η απόπειρα πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου.

04082016-1.jpg

Μέλη του Πατριωτικού Κόμματος φωνάζουν συνθήματα καθώς διαδηλώνουν κατά της επίσκεψης του Αμερικανού αρχηγού του Γενικού Επιτελείου στρατηγού Joseph F. Dunford μπροστά από την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Άγκυρα, την 1η Αυγούστου 2016. UMIT BEKTAS / REUTERS
---------------------------------------

Η αλόγιστη συμπεριφορά της κυβέρνησης του ΑΚΡ μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα υπηρέτησε τους πολιτικούς σκοπούς της, αλλά μείωσε την αξιοπιστία της. Μέσα σε λίγες ώρες από την έναρξη της απόπειρας πραξικοπήματος, ο Ερντογάν και ανώτερα κυβερνητικά στελέχη είχαν ήδη κατηγορήσει τον Γκιουλέν για την ενορχήστρωση της συνωμοσίας [3] -μια αναμενόμενη κίνηση που, ωστόσο, δημιουργεί αμφιβολίες για την αξιοπιστία της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση στην συνέχεια διεύρυνε και ενέτεινε τις εν εξελίξει εκκαθαρίσεις της. Εκτός από τους 8.600 στρατιωτικούς που συνελήφθησαν επίσημα [4] και τους 15.000 που κρατούνται [5], η κυβέρνηση απέλυσε δεκάδες χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους [6] ισχυριζόμενη ότι είχαν διασυνδέσεις με το κίνημα.

Η κυβέρνηση υπονόμευσε επίσης την αξιοπιστία της λόγω της μεταχείρισης των κρατουμένων. Ο αντισυνταγματάρχης Levent Türkkan, κορυφαίος βοηθός του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Hulusi Akar, ομολόγησε ότι ήταν ένας γκιουλενιστής [7] και ότι το κίνημα ήταν πίσω από το πραξικόπημα. Ωστόσο, φωτογραφικές αποδείξεις φαίνεται να δείχνουν ότι ο Türkkan είχε βασανιστεί ενώ κρατείτο –στιγματίζοντας την ομολογία και καθιστώντας την άκυρη. Πράγματι, η Διεθνής Αμνηστία έχει λάβει πολλές αναφορές για συστηματική βάναυση μεταχείριση κρατουμένων [8] γεγονός που υπονομεύει την αξιοπιστία της τουρκικής κυβέρνησης.

Το ότι η κυβέρνηση του ΑΚΡ είναι εγγενώς αναξιόπιστη, όμως, δεν την καθιστά εντελώς λάθος.

Λίγοι αμφισβητούν τις προσπάθειες του κινήματος του Gulen να εισέλθει στην δομή της στρατιωτικής ισχύος από την δεκαετία του 1980 και μετά. Το περιοδικό Nokta -μια έκδοση σθεναρά ευθυγραμμιζόμενη με τον Κεμαλισμό, την κοσμική, ιδρυτική ιδεολογία του τουρκικού κράτους- δημοσίευσε μια έκθεση της διείσδυσης των γκιουλενιστών στον στρατό το 1986. «Σφίξτε τα δόντια σας και κρύψτε τον εαυτό σας μέχρι να είστε επιτελείς», φέρεται να δήλωσε ένας παλαιότερος γκιουλενιστής σε έφηβους στρατιωτικούς μαθητές που είχε υπό την ευθύνη του. «Προσευχηθείτε [μόνο] με τα μάτια σας. Από την δεκαετία του 2000, η Τουρκία θα είναι στο χέρι μας».

Καθώς οι γκιουλενιστές αυξήθηκαν μέσα στις τάξεις του στρατού κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1980 και του 1990, το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο άρχισε να χρησιμοποιεί τις εξαμηνιαίες συναντήσεις σχεδιασμού για να ξεριζώνει υπόπτους ως γκιουλενιστές από το σώμα των αξιωματικών. Αυτές οι απομακρύνσεις ήταν ένα ακατέργαστο μέσο, καθώς αναμφίβολα παραβλέπονταν πολλοί υποστηρικτές του κινήματος και μπορεί να ενέπλεκαν κακώς άλλους.