Ψήφος υπέρ της δικτατορίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ψήφος υπέρ της δικτατορίας

Το δημοψήφισμα της Ταϊλάνδης ενισχύει την χούντα
Περίληψη: 

Η Ταϊλάνδη έχει περισσότερα πραξικοπήματα και συντάγματα [3] από το 1932 από όσα οποιαδήποτε άλλη χώρα στην γη: Για λόγους που παραμένουν κάπως ασαφείς, κάθε νέα στρατιωτική χούντα καταργεί αμέσως το παλιό σύνταγμα και ξεκινά την διαδικασία της γραφής ενός εντελώς νέου.

Ο DUNCAN MCCARGO είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Leeds και επισκέπτης καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Columbia.

Στις 7 Αυγούστου, οι Ταϊλανδοί ψηφοφόροι επέλεξαν να υποστηρίξουν την στρατιωτική δικτατορία. Για να είμαστε ακριβείς, έδωσαν την έγκρισή τους για ένα νέο σύνταγμα που συντάχθηκε από μια επιτροπή διορισμένη από την χούντα, η οποία είχε καταλάβει την εξουσία με πραξικόπημα τον Μάιο του 2014 [1]. Ο [συνταγματικός] χάρτης προτείνει μια διορισμένη Γερουσία με έξι από τις θέσεις να είναι κρατημένες για ανώτερους διοικητές ασφαλείας, καθώς και διατάξεις για έναν μη εκλεγμένο πρωθυπουργό. Με την έγκριση αυτού του εγγράφου, οι δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων 20 ετών σε μεγάλο βαθμό αφανίστηκαν. Η ιδέα της τακτοποίησης ενός ισχυρού κοινοβουλευτικού συστήματος, ένα βασικό στοιχείο του καινοτόμου «συντάγματος του λαού» του 1997, όχι μόνο έχει ξεχαστεί αλλά πράγματι εξοβελίστηκε.

Το δημοψήφισμα στις αρχές Αυγούστου είχε πολλές ομοιότητες με την ψηφοφορία που πραγματοποιήθηκε σχετικά με το σχέδιο συντάγματος το 2007, το οποίο γράφτηκε επίσης υπό στρατιωτική κηδεμονία, αλλά ήταν πολύ πιο φιλελεύθερο από ό, τι η τελευταία του μετενσάρκωση. Πράγματι, η όλη κατάσταση μοιάζει οικεία [2]. Η Ταϊλάνδη έχει περισσότερα πραξικοπήματα και συντάγματα [3] από το 1932 από όσα οποιαδήποτε άλλη χώρα στην γη: Για λόγους που παραμένουν κάπως ασαφείς, κάθε νέα στρατιωτική χούντα καταργεί αμέσως το παλιό σύνταγμα και ξεκινά την διαδικασία της γραφής ενός εντελώς νέου. Όπως ήταν αναμενόμενο, στα δημοψηφίσματα τόσο του 2007 όσο και του 2016, στις περιοχές της χώρας που είναι υπέρ του κατεστημένου (όπως η Μπανγκόκ, η κεντρική περιοχή, και η ανώτερη νότια περιοχή) ψήφισαν κυρίως προς υποστήριξη των νέων συνταγμάτων, ενώ οι ψηφοφόροι στα βορειοανατολικά της Ταϊλάνδης -οι οποίοι εξακολουθούν να είναι κατά κύριο λόγο πιστοί στον αυτο-εξόριστο πρώην πρωθυπουργό Τακσίν Σιναουάτρα [4]- απέρριψαν το σχέδιο συντάγματος. Και στις δύο περιπτώσεις, η προσέλευση ήταν ακριβώς κάτω από το 60%.

Παρά το γεγονός ότι το ευρύτερο μοτίβο της ψηφοφορίας του 2016 -61% Ναι και 38% Όχι- έμοιαζε πολύ με την αναλογία 58/42 του 2007, τα λεπτομερή αποτελέσματα αποκάλυψαν μερικές ενδιαφέρουσες αλλαγές. Μόνο 22 από τις 77 επαρχίες απέρριψαν πλήρως το σχέδιο, σε σύγκριση με 24 το 2007. Ωστόσο, άλλες πέντε επαρχίες ψήφισαν Όχι σε μια συμπληρωματική ερώτηση για το αν οι ψηφοφόροι ενέκριναν μια νέα διαδικασία για την επιλογή του πρωθυπουργού με κοινή συνεδρίαση του κοινοβουλίου. Αυτή η κοινή συνεδρίαση θα ενισχύει την 250μελή μη εκλεγμένη γερουσία εις βάρος της εκλεγμένης Κάτω Βουλής. Τα ποσοστά έγκρισης για την συμπληρωματική ερώτηση ήταν συνήθως μεταξύ 3% και 5% χαμηλότερα από ό, τι για το ίδιο το σύνταγμα.

Μια άλλη τάση που παρατηρείται στην ψηφοφορία ήταν η μειούμενη πόλωση: Το 2007, ορισμένες νότιες επαρχίες ψήφισαν κατά 90% υπέρ του νέου συντάγματος. Αλλά τέτοια επίπεδα ενθουσιασμού δεν ταιριάζουν στο 2016, ίσως επειδή ο Abhisit Vejjajiva, ο ηγέτης του κυρίαρχου σε περιφερειακό επίπεδο Δημοκρατικού Κόμματος, είχε καλέσει τους υποστηρικτές του να απορρίψουν το σχέδιο. Την ίδια στιγμή, παρά τις εκκλήσεις από πολιτικούς φίλα προσκείμενους στο κόμμα του Τακσίν, Pheu Thai, να ψηφίσουν αρνητικά για τον χάρτη, το υψηλότερο ποσοστό από αρνητικές ψήφους στα βορειοανατολικά ήταν κάτω από το 60% -πολύ χαμηλότερα από τα ποσοστά απόρριψης 75% που καταγράφηκαν στις επαρχίες όπως η Roi-Et το 2007. Με λίγα λόγια, η Ταϊλάνδη εξακολουθεί να είναι τρομερά πολωμένη και βαθιά διαιρεμένη κατά μήκος περιφερειακών και ιδεολογικών γραμμών, αλλά η πόλωση είναι τώρα αισθητά λιγότερο ακραία.

Μια άλλη εντυπωσιακή εξέλιξη αυτό το καλοκαίρι ήταν μια ισχυρή αλλαγή στάσης κατά του σχεδίου στις μουσουλμανικής πλειοψηφίας νότιες συνοριακές επαρχίες [5], όπου οι ψηφοφόροι αντέδρασαν οργισμένα στις συνταγματικές ρήτρες που προωθούν τον Βουδισμό ως de facto εθνική θρησκεία. Ένας αριθμός ψηφοφόρων που συνάντησα στο Πατάνι την ημέρα των εκλογών ήταν εξοργισμένοι από αυτό που εξέλαβαν ως αντι-μουσουλμανικό περιεχόμενο του [συνταγματικού] σχεδίου, και αντιτάχθηκαν σε αυτό μαζικά. Αλλά αυτή ήταν μια σπάνια περίπτωση κατά την οποία το περιεχόμενο της χάρτας είχε σημαντικό αντίκτυπο στα μοτίβα της ψηφοφορίας. Ως επί το πλείστον, οι Ταϊλανδοί απλά δεν είχαν διαβάσει το νέο σύνταγμα. Ακόμη και αν το ήθελαν, ήταν πολύ δύσκολο να βρουν αντίγραφα. Αντί για αυτό, βασίστηκαν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και την επίσημη προπαγάνδα που στόχευαν κυρίως στην κινητοποίηση μιας ψήφου υπέρ του Ναι.

Επιπλέον, μια πρόσφατα εφαρμοσθείσα νομοθεσία κάνει τις επικρίσεις στο σχέδιο συντάγματος δυνητικά παράνομες, με αποτέλεσμα να γίνει πρόχειρη και μονόπλευρη κάλυψη. Οι πολιτικοί και οι ακτιβιστές που προσπάθησαν να κάνουν ενοχλητικές ερωτήσεις σχετικά με το κείμενο βρέθηκαν να υπόκεινται σε παρενόχληση από το κράτος και ακόμη και σύλληψη.

ΟΙ επαρχιακές εκλογικές επιτροπές υποτίθεται ότι έπρεπε να οργανώσουν ενημερωτικά σεμινάρια, προσκαλώντας ομιλητές οι οποίοι θα υποστήριζαν και τις δύο πλευρές της ψηφοφορίας: Ωστόσο, η άδεια για να διεξαχθούν τα σεμινάρια δινόταν μόνο την τελευταία στιγμή, έτσι ώστε στις περισσότερες επαρχίες πραγματοποιήθηκε μια μόνο συνεδρία. Για να κάνουν τα πράγματα χειρότερα, μερικές επαρχιακές επιτροπές εμπόδισαν πρώην βουλευτές και πολιτικούς από το να συμμετάσχουν, ενώ σε επαρχίες όπως η Ubon Ratchathani, απαγορεύτηκε σε δημοσιογράφους να μεταδώσουν τις εργασίες του σεμιναρίου. Σε ορισμένα σημεία, πανεπιστήμια ή ομάδες της κοινωνίας των πολιτών προσπάθησαν να διοργανώσουν τις δικές τους εκδηλώσεις, αλλά συνάντησαν αντίσταση από συντηρητικούς ή υπερβολικά επιφυλακτικούς πρυτάνεις πανεπιστημίων ή τοπικούς γραφειοκράτες.