Η ουτοπία του ανεξάρτητου Χονγκ Κονγκ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η ουτοπία του ανεξάρτητου Χονγκ Κονγκ

Τι σημαίνουν οι εκλογές στις 4 Σεπτεμβρίου
Περίληψη: 

Αντί για ένα τεκμηριωμένο σχέδιο οικονομικής πολιτικής, οι οργανώσεις που υποστηρίζουν την ανεξαρτησία του Χονγκ Κονγκ αρκούνται κατά κύριο λόγο σε γενικόλογα σχόλια και ανέφικτες διακηρύξεις.

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΟΥΡΖΙΤΑΚΗΣ εργάζεται στο Υπουργείο Οικονομικών και είναι υποψήφιος διδάκτωρ του Hong Kong Baptist University, Department of Government and International Studies ως υπότροφος του European Union Academic Programme in Hong Kong. Είναι απόφοιτος του Osaka University, School of International Public Policy και ειδικεύεται σε θέματα ενεργειακής πολιτικής της Ε.Ε και της Κίνας.

Η περίοδος μέχρι τις εκλογές της 4ης Σεπτεμβρίου στο Χονγκ Κονγκ για την ανάδειξη του νέου Νομοθετικού Συμβουλίου αποτελεί ακόμη μια υπενθύμιση της πόλωσης στην εσωτερική πολιτική σκηνή του Χονγκ Κονγκ και δεν επιτρέπει αισιοδοξία για το μέλλον του «Ευωδιαστού Λιμανιού» [Τα ιδεογράμματα με τα οποία γράφεται το Χονγκ Κονγκ σημαίνουν «ευωδιαστό λιμάνι»]. Μπορεί τα αιτήματα όσων υποστηρίζουν την ανεξαρτητοποίηση του Χονγκ Κονγκ να αντιμετωπίζονται με δικαιολογημένη συμπάθεια από τον Δυτικό κόσμο, παράλληλα, όμως, θα πρέπει να επισημανθεί η έλλειψη ενός συγκεκριμένου σχεδίου και η λανθασμένη τακτική όσων διεκδικούν την ανεξαρτητοποίηση του Χονγκ Κονγκ, αίτημα το οποίο είναι ουτοπικό.

Στις 4 Σεπτεμβρίου οι κάτοικοι του Χονγκ Κονγκ ψηφίζουν για την ανάδειξη του Νομοθετικού Συμβουλίου το οποίο αποτελεί το βασικό νομοθετικό όργανο της ειδικής διοικητικής ζώνης της Κίνας. Από τις 70 έδρες οι 35 κατανέμονται σε γεωγραφικές περιφέρειες και οι υπόλοιπες σε λειτουργικές περιφέρειες επιτρέποντας έτσι την εκπροσώπηση επιχειρηματικών και κοινωνικών ομάδων. Η εκλογική αναμέτρηση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη εξαιτίας των εντάσεων στην πολιτική ζωή του Χονγκ Κονγκ τα τελευταία δύο χρόνια και της εμφάνισης του κινήματος των «Αυτοχθόνων» του Χονγκ Κονγκ που ενσωματώνει ένα ανομοιογενές σύνολο πολιτικών σχηματισμών με κοινό παρανομαστή το αίτημά τους για ανεξαρτητοποιηση του Χονγκ Κονγκ. Το συγκεκριμένο κίνημα αποτελεί τον τρίτο πόλο στις επικείμενες εκλογές με τους άλλους δύο να είναι τα κόμματα που υποστηρίζουν τις πολιτικές του Πεκίνου και τα φιλοδημοκρατικά κόμματα που υποστηρίζουν την προώθηση της δημοκρατίας στο Χονγκ Κονγκ μέσα στο υφιστάμενο πλαίσιο το οποίο οριοθετείται από την αρχή «Μια Χώρα-Δύο Συστήματα» που θεμελίωσε ο Ντενγκ Σιάοπινγκ και από τον Βασικό Νόμο του Χονγκ Κονγκ. Αν και οι προβλέψεις χαρακτηρίζονται ως παρακινδυνευμένες, τα κόμματα που υποστηρίζουν τις πολιτικές της Κίνας αναμένεται να διευρύνουν την κυριαρχία τους, εκμεταλλευόμενα την ισχυρή τους επιρροή στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, την υποστήριξη που λαμβάνουν από το Πεκίνο και την κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ, και κυρίως την έλλειψη ενότητας στο φιλο-δημοκρατικό στρατόπεδο και στο κίνημα των Αυτοχθόνων οι οποίοι υποστηρίζονται κατά κύριο λόγο από ψηφοφόρους μικρότερης ηλικίας.

Η προεκλογική περίοδος είναι ιδιαίτερα ηλεκτρισμένη καθώς η πόλωση της πολιτικής ζωής στο Χονγκ Κονγκ οξύνεται καθημερινά μετά τις διαδηλώσεις του 2014 και την εμφάνιση του κινήματος «Occupy Central». Ύστερα από τις διαδηλώσεις κατά της απόφασης του Πεκίνου να χειραγωγήσει τη διαδικασία εκλογής κυβερνήτη στο Χονγκ Κονγκ το 2017, η κριτική κατά της κινεζικής ηγεσίας εστιάζει στον συστηματικό περιορισμό των ελευθεριών και στην διαρκή παρέμβασή της σε πολλές εκφάνσεις της ζωής των κατοίκων του Χονγκ Κονγκ. Στην πραγματικότητα, μετά την συμφωνία του 1984, όταν η Μάργκαρετ Θάτσερ και ο Ντενγκ Σιάοπινγκ οριστικοποίησαν την επιστροφή της κυριαρχίας του Χονγκ Κονγκ στην Κίνα, η πόλη έχασε οριστικά την μεγάλη ευκαιρία της ανεξαρτητοποίησης. Κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων, η πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας προσπάθησε [1], χωρίς επιτυχία, να πείσει το Πεκίνο ώστε να συναινέσει σε ένα ανεξάρτητο Χονγκ Κονγκ. Αλλά και ύστερα από το 1997, όταν ολοκληρώθηκε η διαδικασία μεταβίβασης της κυριαρχίας, το «ευωδιαστό λιμάνι» έχασε το στοίχημα να εξελιχθεί σε μια παγκόσμια πόλη που θα στηριζόταν σε μια διαφοροποιημένη οικονομία η οποία δεν θα ήταν τόσο εκτεθειμένη στην οικονομική δραστηριότητα της Κίνας.

Αντί αυτού όμως, στις τρεις δεκαετίες που μεσολάβησαν, το Χονγκ Κονγκ δεν κατάφερε να αντισταθεί στην στρατηγική της «σαλαμοποίησης» που εφαρμόζει το Πεκίνο και η οποία εδράζεται στην αρχή «κρύβε τις αδυναμίες σου και περίμενε την ευκαιρία» (tāoguāng yǎnghuì- 韬光养晦) που εισήγαγε ο Ντενγκ Σιάοπινγκ, καθώς και στην διαρκή προβολή της ειρηνικής ανόδου της Κίνας (zhōngguó hépíng juéqǐ -中国和平崛起). Με σταθερά βήματα, η κινεζική ηγεσία αυξάνει τον έλεγχό της στην οικονομική, πολιτική και ακαδημαϊκή ζωή της πόλης ελέγχοντας παράλληλα την πολιτική ηγεσία της. Ως εκ τούτου, για πολλούς απο τους κατοίκους το Χονγκ Κονγκ, το μέλλον της αγαπημένης τους πόλης διαγράφεται ζοφερό, κάτι που σκιαγραφήθηκε έντονα στην ταινία «Ten Years» η οποία προκάλεσε παγκόσμια συζήτηση και, όπως ήταν αναμενόμενο, απαγορεύτηκε η προβολή [2] της σε όσους κατοικούν βόρεια των συνόρων του Χονγκ Κονγκ.

Η πίεση που ασκείται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης μέσω πολιτικών παρεμβάσεων αλλά και των διαφημίσεων από μεγάλες εταιρείες αυξάνεται συστηματικά. Οι απολύσεις δημοσιογράφων που ασκούν κριτική στο Πεκίνο, πλέον δεν αποτελούν πρωτοσέλιδη είδηση. Η πρόσφατη εξαγορά της South China Morning Post από τον κινεζικό όμιλο Alibaba που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της κινεζικής ηγεσίας θεωρείται ακόμη μια προσπάθεια περιορισμού της ελευθερίας του Τύπου καθώς κατά δήλωση [3] του Τζόζεφ Τσάι, συνιδρυτή και εκτελεστικού αντιπροέδρου του κινεζικού κολοσσού, σκοπός του ομίλου είναι να βελτιώσει την εικόνα της Κίνας στο εξωτερικό. Τα προβλήματα όσον αφορά στην ελευθερία του Τύπου αποτυπώνονται από την θέση του Χονγκ Κονγκ στην σχετική παγκόσμια κατάταξη καθώς η πόλη «έπεσε» [4] από την 18η θέση που είχε το 2002 στην 58η θέση το 2013. Παράλληλα, το κλίμα στα πανεπιστήμια είναι ιδιαίτερα αρνητικό απέναντι στο Πεκίνο αλλά και στην ηγεσία του Χονγκ Κονγκ καθώς οι φοιτητές διαμαρτύρονται για τον συστηματικό περιορισμό των ελευθεριών τους. Οι καταγγελίες για πολιτική παρέμβαση στην σύνθεση των διοικητικών οργάνων των πανεπιστημίων αποτελεί κοινό μυστικό ενώ οι ακαδημαϊκοί με έντονη ακτιβιστική δράση στον χώρο της πολιτικής έρχονται συχνά αντιμέτωποι με εμπόδια στην καριέρα τους.