Αυτό που δεν μπορεί να εξηγήσει η επιστήμη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Αυτό που δεν μπορεί να εξηγήσει η επιστήμη

Μια νέα μελέτη αποκαλύπτει την τυφλή πίστη πίσω από τη νευροεπιστήμη

Αν έχετε δει ποτέ ένα βίντεο του TED Talk [1] ή έχετε διαβάσει ένα βιβλίο λαϊκής επιστήμης σχετικά με την ανθρώπινη συμπεριφορά, υπάρχουν πολλές πιθανότητες ότι έχετε ακούσει συναρπαστικές ιδέες για την ανθρωπότητα, που βασίστηκαν στα αποτελέσματα της τεχνολογίας απεικόνισης του εγκεφάλου: Γιατί και πώς ερωτευόμαστε, πώς βιώνουμε την μουσική, πώς λειτουργεί η δημιουργικότητα, και πολλά άλλα. Οι πρόοδοι στη νευρολογία και την τεχνολογία fMRI (μαγνητική τομογραφία) δίνουν στους ερευνητές μια πρωτοφανή ματιά στην χημική και νευρολογική λειτουργία του εγκεφάλου. Έχουν, επίσης, τροφοδοτήσει την λαϊκή νευροεπιστήμη, στην οποία οι σαρώσεις των fMRI φαίνεται να κατέχουν την δύναμη να αποκαλύψουν τα πάντα σχετικά με τον τρόπο που λειτουργούμε. Η γοητεία είναι κατανοητή.

Και πράγματι, είναι εύκολο να υιοθετήσουμε άκριτα τους ισχυρισμούς από τέτοιες μελέτες. Είναι σαρώσεις του εγκεφάλου, στο κάτω-κάτω. Και είναι γοητευτικά απλές: Ούτε χρειάζεται κανείς να είναι σχεδιαστής πυραύλων ούτε νευρο-επιστήμονας για να διακρίνει ότι σε δύο δίπλα-δίπλα φωτογραφίες του εγκεφάλου, αυτή με την ένδειξη «ερωτευμένος» μοιάζει πιο φωτεινή και διαφορετική. Εν τω μεταξύ, η υποκείμενη επιστήμη είναι τόσο αδιαπέραστα σύνθετη ώστε να είναι αδύνατον για θνητούς χωρίς χρόνια εμπειρίας να την αμφισβητήσουν. Η επίκληση των αρχών της νευροεπιστήμης επιτρέπει να κερδηθεί εύκολα οποιοδήποτε επιχείρημα.

Αλλά μια νέα μετα-μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Proceedings of the National Academy of Science (Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών) έχει συγκλονίσει την νευροεπιστήμη μέχρι τον πυρήνα της. Σουηδοί ερευνητές βρήκαν ένα ελάττωμα (bug) στα στατιστικά πακέτα που έχουν συνήθως χρησιμοποιηθεί για σαρώσεις fMRI τα τελευταία 15 χρόνια. Το bug αύξησε το ψευδώς θετικό ποσοστό από το κανονικό όριο του 5% έως και στο 70%. Αυτή η ανακάλυψη δυνητικά αμφισβητεί τα ευρήματα περισσότερων από 40.000 επιστημονικών άρθρων. Και ο αριθμός αυτός δεν έχει καν αρχίσει να περιλαμβάνει όλα τα άρθρα ειδήσεων, τις αναρτήσεις σε blog, τα δελτία ειδήσεων, και άλλες ιστορίες στα μέσα ενημέρωσης που έχουν χρησιμοποιήσει τις μελέτες για να βγάλουν ευρύτερα συμπεράσματα για την ανθρώπινη εμπειρία.

Αυτή η αποκάλυψη καταδεικνύει την τυφλή πίστη που έχει υποστηρίξει την ανάδειξη της νευροεπιστήμης. Υπογραμμίζει, επίσης, έναν πιο γενικό επιστημονισμό [2] που διαποτίζει όλο και περισσότερο τον ακαδημαϊκό, τον δημόσιο, ακόμα και τον επιχειρηματικό διάλογο. Σε όλους τους τομείς, υπάρχει μια σιωπηρή αλλά όλο και περισσότερο ισχυρή πεποίθηση ότι τα μόνα πράγματα που έχουν σημασία είναι αυτά που είναι μετρήσιμα και ότι ο μόνος τρόπος για να βγει νόημα από τον κόσμο είναι μέσω των θετικών («σκληρών») επιστημών και των ποσοτικών, αντικειμενικών δεδομένων [3].

Αλλά αυτή η εμμονή σε ένα μόνο είδος γνώσης –την αντικειμενική γνώση από τις φυσικές επιστήμες- αποκλείει άλλους, λιγότερο απλουστευτικούς τρόπους γνώσης. Είναι σημαντικό να μην αγνοούμε τις πολυπληθείς, ανάγλυφες πληροφορίες που προσφέρουν οι κοινωνικές επιστήμες σχετικά με το πώς οι άνθρωποι βιώνουν τον κόσμο ˙ να μην χάνουμε τις ερμηνευτικές θεωρίες που υπάρχουν ήδη στο πλαίσιο της φιλοσοφίας και ψυχολογίας˙ να μην απορρίπτουμε τις ζωντανές, ζωηρές περιγραφές της ανθρώπινης εμπειρίας που βρίσκονται στις τέχνες. Στην αναζήτηση για όλο και περισσότερο επιστημονικές απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής [4], οι παρατηρητές μπορούν να καταλήξουν με συμπεράσματα που είναι κοινότυπα, που δεν βοηθούν ή είναι εντελώς λάθος.

Εξετάστε το θέμα της αγάπης. Το 2012, το «τι είναι αγάπη;» ήταν η φράση με τις περισσότερες αναζητήσεις στο Google, και προφανώς, οι μαγνητικές τομογραφίες (fMRI) έχουν μια απάντηση. Ξεκινώντας το 2005 με μια πρωτοποριακή μελέτη που διεξήχθη από την Helen Fisher, οι νευροεπιστήμονες έχουν προσπαθήσει να απομυθοποιήσουν μια από τις πιο βασικές και άφατες ανθρώπινες εμπειρίες. Με βάση τα αποτελέσματα των fMRI, η Fisher και οι συνεργάτες της δήλωσαν ότι η ρομαντική αγάπη δεν είναι ένα συναίσθημα, αλλά ένα σύστημα κινήτρων -μια ακούσια χημική αντίδραση. Ερωτευόμαστε γιατί αυτό μας παροτρύνει να συμμετάσχουμε σε σχέσεις με πιθανούς συντρόφους.

Αλλά τι σημαίνει αυτό πραγματικά για το πώς λειτουργεί η αγάπη; Ανεξάρτητα από το αν η μελέτη της Fisher επηρεάστηκε από το σφάλμα στο λογισμικό των μαγνητικών τομογράφων ή όχι, οι τομογραφίες κάνουν ελάχιστα για να εξηγήσουν τις πράξεις ή τις εμπειρίες μας. Ο έρωτας δεν οδηγεί πάντα σε σχέσεις. Όπως γράφει με λεπτομέρειες η συγγραφέας Stephanie Coontz στο Marriage, a History (Γάμος, μια ιστορία), η σύνδεση μεταξύ του γάμου (η θεσμική σφραγίδα της μακροπρόθεσμης δέσμευσης) και της αγάπης είναι μόνο ένα πρόσφατο φαινόμενο. Στην αρχαία Ινδία, το να υπάρχει έρωτας πριν από τον γάμο θεωρήθηκε ως αναστάτωση στον κοινωνικό ιστό, μια αντικοινωνική πράξη. Κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα στην Ευρώπη, ο έρωτας πιστευόταν ότι είναι μια μορφή παραφροσύνης. Τα συναισθήματα του ερωτικού πάθους ήταν αποδεκτά μόνο όταν συνδυαζόταν με την θρησκευτική ρητορική. Ακόμα και σήμερα, η ανάδειξη των δικηγόρων διαζυγίου υποδηλώνει ότι η αγάπη μπορεί να είναι τόσο αποτελεσματική στην καταστροφή των σχέσεων όσο μπορεί να είναι και στην οικοδόμησή τους. Ομοίως, ακόμη και αν η νευροαπεικόνιση δείχνει ότι η ρομαντική αγάπη είναι ένα κίνητρο, δεν θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι το να είσαι ερωτευμένος είναι πάντα μια θετική εμπειρία. Ο συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Neil Gaiman συλλαμβάνει την συχνά κατάφορτη εμπειρία της αγάπης όταν γράφει «Έχετε ερωτευθεί ποτέ; Φρικτό, δεν είναι; Θα σας κάνει τόσο ευάλωτο. Ανοίγει το στήθος σας και ανοίγει την καρδιά σας και αυτό σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να μπει μέσα σας και να σας ανακατέψει».

Εμείς δεν βιώνουμε την αγάπη σε ένα εργαστήριο -ακόμα και αν η απεικόνιση του εγκεφάλου θα μπορούσε να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τις χημικές ουσίες που μας επιτρέπουν να την βιώνουμε, η απεικόνιση δεν μπορεί να βοηθήσει καθέναν να καταλάβει με τι μοιάζει η εμπειρία. Μόνο παρατηρώντας το τι κάνουν και τι βιώνουν οι άνθρωποι στον πραγματικό κόσμο, αποκτώνται πραγματικές ιδέες για το πώς λειτουργεί η αγάπη σε ένα συγκεκριμένο δυνατό πλαίσιο.

Καλά παγιωμένα ευρήματα από την κοινωνική ψυχολογία μας δείχνουν, για παράδειγμα, ότι τα αντίθετα δεν έλκονται, αλλά μάλλον η οικειότητα, η εγγύτητα και η ομοιότητα είναι οι κύριοι παράγοντες πρόβλεψης για το ποιος θα ερωτευτεί με ποιόν στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα. Ή δείτε τα στοιχεία που προέκυψαν από την ID Eva Illouz για το πώς ο μοντερνισμός και η αυξανόμενη πληθώρα των επιλογών στην επιλογή συντρόφου έχουν αλλάξει ριζικά τόσο την εμπειρία όσο και το νόημα της αγάπης. Αυτά και πολλά άλλα στοιχεία που προέκυψαν από όλο το φάσμα των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, έχουν πραγματική επεξηγηματική δύναμη. Αλλά το να μελετά κάποιος το οτιδήποτε στον πραγματικό κόσμο [5] είναι μπερδεμένο. Δεν υπάρχει τίποτα γραμμικό στους ανθρώπους, κι έτσι η μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι μια χρονοβόρα προσπάθεια που απαιτεί αυστηρότητα, ευαισθητοποιημένες αισθήσεις, και εξαιρετικές ικανότητες στην αναγνώριση προτύπων.

Ίσως, ακόμη χειρότερο από το να παραβλεφθούν οι απαντήσεις που μπορούν να παράσχουν οι ανθρωπιστικές επιστήμες είναι ότι, με το να εστιάζουμε αυστηρά στα δεδομένα, μπορούμε να διαβρώσουμε όλο και περισσότερο την ικανότητά μας να παράγουμε γνώση στις ανθρωπιστικές επιστήμες.

Σε εθνικό επίπεδο, η χρηματοδότηση για την έρευνα των ανθρωπιστικών επιστημών έχει μειωθεί απότομα˙ το 2011, ανήλθε σε λιγότερο από το 0,5% των κονδυλίων για την Έρευνα και Ανάπτυξη στην επιστήμη και την τεχνολογία. Και ως άτομα, το συνεχιζόμενο προβάδισμα των μετρήσιμων στοιχείων [6] σημαίνει ότι πολλοί χάνουν σιγά-σιγά όχι μόνο τα εργαλεία, αλλά και την ευαισθησία και την συμπάθεια που απαιτούνται για να κατανοήσουν πραγματικά το κοινωνικό μας κόσμο στο πλαίσιό του. Στον κόσμο των επιχειρήσεων, το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Για να πετύχουν, κορυφαία στελέχη στις σημερινές εταιρείες πρέπει να είναι εξελιγμένοι κοινωνικοί στοχαστές, ικανοί να ζουν σε κόσμους εκτός από τον δικό τους και να κάνουν καλά στοιχήματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Ωστόσο, πολύ συχνά, τα νεότερα στελέχη με εκπαίδευση μηχανικού ή MBA βασίζονται στην μελέτη των αριθμών και μόνο.

Δεδομένου ότι οι χιλιάδες των ευρημάτων της νευροεπιστήμης τίθενται υπό αμφισβήτηση, η νέα μελέτη από την Σουηδία προσφέρει μια ευκαιρία για επανιεράρχηση. Ποιο είδος πληροφοριών παρέχει την πιο εύστοχη περιγραφή του πώς ερωτεύεται κάποιος για πρώτη φορά; Πώς ήξερε ότι ο σύντροφός του είναι ο «ένας και μοναδικός»;

Copyright © 2016 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/world/2016-08-25/what-science-ca...

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.ted.com/talks?sort=newest&q=neuroscience
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/2015-12-12/fourth-industrial-rev...
[3] https://www.foreignaffairs.com/reviews/2015-07-07/more-data-more-problems
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/2013-10-15/biologys-brave-new-world
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/2014-02-12/networking-nature
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/2015-06-25/hardly-academic

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition