Πώς η ΤΤΙΡ έχασε την ορμή της | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς η ΤΤΙΡ έχασε την ορμή της

Οι αντιξοότητες για την εμπορική συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ

Αλλά παρ’ όλες τις υποσχέσεις της ΤΤΙΡ, η διοίκηση του προέδρου των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, προσέγγισε διστακτικά την όλη διευθέτηση. Κατ’ αρχήν, η Ουάσιγκτον είδε την επιτυχία της άλλης πολυμερούς εμπορικής συμφωνίας, της εταιρικής σχέσης εκατέρωθεν του Ειρηνικού (Trans-Pacific Partnership, TPP), ως πιο σημαντική για το γεωπολιτικό μέλλον των Ηνωμένων Πολιτειών. Και τότε ανέκυψαν οι πρακτικές δυσκολίες των διαπραγματεύσεων της ΤΤΙΡ, οι οποίες αναμενόταν να είναι τόσο επίπονες που οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι διαπραγματευτές ξόδεψαν ενάμιση χρόνο για να αποφασίσουν αν θα ήταν πρόθυμοι να δεσμευτούν επ’ αυτών. Το να γίνει το καλύτερο για την συμφωνία θα απαιτούσε σκληρή δουλειά για θέματα πέραν των δασμολογικών μειώσεων˙ για να πετύχει, η Ουάσιγκτον θα έπρεπε να συντρίψει μερικές από τις χρυσές αγελάδες μιας σειράς ισχυρών ομάδων συμφερόντων σε τομείς όπως η γεωργική πολιτική, η κανονιστική συνεργασία, και τα ψηφιακά θέματα.

Διαπραγματευτές και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού πίστευαν ότι η μοίρα της ΤΤΙΡ θα αποφασιζόταν στην Ευρώπη. Η πρόκληση του να πεισθούν οι σκεπτικιστές της ηπείρου για να υποστηρίξουν το Σύμφωνο ήταν τεράστια. Ωστόσο, οι κυβερνήσεις της ΕΕ έχουν κάνει μόνο μια απρόθυμη υπεράσπιση των διαπραγματεύσεων, και πολλοί ηγέτες της ΕΕ μέχρι που έχουν αντιταχθεί δημοσίως. Ο Gabriel, του οποίου το πολιτικό μέλλον εξαρτάται από την επιτυχία της CETA, προσπάθησε να αποδεσμεύσει αυτή την συμφωνία από την ΤΤΙΡ χαρακτηρίζοντας την τελευταία ως αποτυχία [8] στα τέλη Αυγούστου. Περίπου την ίδια εποχή, ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ είπε ότι οι θέσεις της Ευρώπης «δεν έτυχαν σεβασμού» και δήλωσε ότι το Παρίσι ήταν έτοιμο να ματαιώσει τις διαπραγματεύσεις για την ΤΤΙΡ. Η πολιτική τάξη της Αυστρίας ακολούθησε το παράδειγμά τους, και οι προεδρικοί υποψήφιοι της χώρας -ο σκληρός δεξιός λαϊκιστής Norbert Hofer και το μέλος του κόμματος των Πρασίνων Alexander Van der Bellen- ανταγωνίζονταν για να διεκδικήσουν τον μανδύα του υποψήφιου κατά της ΤΤΙΡ. Ακόμη και ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Jean-Claude Juncker, ο οποίος ηγείται του σώματος που διαπραγματεύεται την ΤΤΙΡ για την ΕΕ, δεν ανέφερε το Σύμφωνο στην λεπτομερή ομιλία του για την Κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 14 Σεπτεμβρίου.

Σε κάποιο βαθμό, η πρόσφατη ευρωπαϊκή αντιπολίτευση στην ΤΤΙΡ αντανακλά μια προσπάθεια να εξασφαλιστεί μια διαπραγματευτική μόχλευση παρά μια ολοκληρωτική απόρριψη του Συμφώνου. Αλλά υπάρχουν και μια σειρά από άλλοι, πιο ανθεκτικοί λόγοι για την πρόσφατη υποχώρηση των ηγετών της ΕΕ. Κατ’ αρχάς, οι Ευρωπαίοι ηγέτες ήταν απασχολημένοι με μια σειρά από άμεσα προβλήματα: Το δημοψήφισμα του Ηνωμένου Βασιλείου για να αποχωρήσει από την ΕΕ, ο απόηχος της κρίσης στην ευρωζώνη, η σύγκρουση στην Ουκρανία, ο εμφύλιος πόλεμος στην Συρία, η άνοδος της ευρωπαϊκής Δεξιάς και η μεταναστευτική κρίση, μεταξύ άλλων. Στην συνέχεια, πολλοί στην Ευρώπη βλέπουν την αρνητική διάθεση της φετινής προεκλογικής εκστρατείας των ΗΠΑ έναντι της TPP ως σημάδι ότι κάτι παρόμοιο θα συμβεί τελικά για την ΤΤΙΡ και στις Ηνωμένες Πολιτείες επίσης, καθιστώντας την ευρωπαϊκή υποστήριξη για το Σύμφωνο μια χαμένη υπόθεση. Και πολλοί από τους ηγέτες της Ευρώπης είναι πραγματικά αμφίθυμοι σχετικά με την ανάγκη για μια μεγάλη οικονομική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ.

Στην συνέχεια, υπάρχει το πρόβλημα της φήμης της ΤΤΙΡ. Οι διαπραγματευτές προσπάθησαν να κάνουν μια προοδευτική κίνηση για την ΤΤΙΡ, υποστηρίζοντας ότι θα διασφαλίσει τα δικαιώματα των εργαζομένων και το περιβάλλον, μεταξύ άλλων. Ωστόσο, η ΤΤΙΡ έγινε όλο και πιο τοξική, κυρίως χάρη σε παρανοήσεις γύρω από μερικά από τα εν δυνάμει χαρακτηριστικά της συμφωνίας. Οι διαφωνούντες με την ΤΤΙΡ, για παράδειγμα, επιτέθηκαν σε μια δυσνόητη, αλλά όλο και πιο αμφιλεγόμενη διάταξη γνωστή ως «επίλυση διαφορών επενδυτή και κράτους» (investor-state dispute settlement, ISDS), έναν μηχανισμό που θα επιτρέπει στους ξένους επενδυτές και τις επιχειρήσεις να αμφισβητήσουν τις προσπάθειες της κυβέρνησης να επιβάλει στις επιχειρήσεις τους όρους που εκλαμβάνουν ως μεροληπτικές. Για τους επικριτές της ΤΤΙΡ, αυτή η διαδικασία είναι μια εξώδικη και αντιδημοκρατική συντόμευση για τον ιδιωτικό τομέα ώστε να στρέψει την καθημερινή ζωή προς όφελος των ξένων επιχειρήσεων. Ωστόσο, οι διατάξεις, οι οποίες προορίζονται κυρίως για την ενθάρρυνση των ξένων επενδύσεων στα κράτη όπου υπάρχει κάποιο πολιτικό ρίσκο, υπήρξαν ένα στήριγμα στις εμπορικές συμφωνίες από το 1950, και καμία υπόθεση ISDS κατά της Γαλλίας, της Γερμανίας, ή των Ηνωμένων Πολιτειών -οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της ΤΤΙΡ- δεν πέτυχε ποτέ. Οι ακτιβιστές κατά της ΤΤΙΡ ανησυχούν επίσης για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων στην ευρωπαϊκή αγορά, τα ζητήματα προστασίας της ιδιωτικής ζωής [9] και την ασφάλεια των τροφίμων. Οι αξιωματούχοι της βιομηχανίας και του δημοσίου που υποστηρίζουν την συμφωνία άργησαν να συνειδητοποιήσουν πως οι εν λόγω κατηγορίες συντονίζονταν με το ευρωπαϊκό κοινό και απέτυχαν να τις αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά, αντ’ αυτού περιορίζοντας τον εαυτό τους ως επί το πλείστον σε γενικές δηλώσεις υποστήριξης προς τις διαπραγματεύσεις.

Οι πιο ζωηροί σκεπτικιστές σχετικά με την ΤΤΙΡ ανήκουν σε χώρες του πυρήνα της Ευρώπης, έχουν την μεγαλύτερη επιρροή στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, και όμως αντίθετα προς την κοινή λογική βρίσκονται στην κατάλληλη θέση για να κερδίσουν τα μέγιστα από μια επιτυχημένη διαπραγμάτευση. Στην Γερμανία, όπου σχεδόν το ήμισυ του ΑΕΠ και μια στις τέσσερις θέσεις εργασίας εξαρτώνται από τις εξαγωγές, η δημόσια στήριξη για την ΤΤΙΡ έχει πέσει κατακόρυφα, από το 55% το 2014 σε μόλις 17% σήμερα, σύμφωνα με το Bertelsmann Foundation [10]. Εναπόκειται στον εξωτερικό δακτύλιο της Ένωσης –οι σκανδιναβικές χώρες, εκείνες της Βαλτικής, της Κεντρικής Ευρώπης και της Ιβηρικής- να υπερασπιστούν [11] την συμφωνία.

06102016-2.jpg