Ενιαία Κύπρος; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ενιαία Κύπρος;

Μια συμφωνία είναι κοντά αλλά δεν είναι βέβαιη

Αυτό το ζήτημα φούντωσε πιο πρόσφατα το καλοκαίρι του 2014, όταν η Κύπρος αποφάσισε να διεξάγει διερευνητικές αποστολές στα ανοικτά των ακτών της. Σε απάντηση, η Τουρκία έστειλε ερευνητικά σκάφη σε αυτά που –μόνον εκείνη- αναγνωρίζει ως «τουρκοκυπριακά ύδατα». Το κόλπο οδήγησε τους Ελληνοκύπριους ηγέτες να φύγουν από τις διαπραγματεύσεις, οι οποίες επαναλήφθηκαν μόλις τον Μάιο του 2015, αφού η Κύπρος ανέστειλε το πρόγραμμα εξερεύνησης, επίσημα για τεχνικούς λόγους. Αυτή την φορά, ο φόβος είναι ότι ένα παρόμοιο περιστατικό θα μπορούσε να οδηγήσει την Τουρκία ακόμα και να στείλει πολεμικά πλοία για την επιβολή των εδαφικών διεκδικήσεών της. Με τον επόμενο γύρο των γεωτρήσεων να αναμένεται να ξεκινήσει στις αρχές του 2017, οι δύο πλευρές έχουν μόνο μερικούς μήνες για να βρουν μια λύση και να την έχουν εγκρίνει με δημοψήφισμα, πριν οι εντάσεις φουντώσουν και πάλι.

Ωστόσο το ενεργειακό δεν είναι μόνο μια απειλή για την επανένωση της Κύπρου˙ είναι επίσης ο τομέας στον οποίο η αποτυχία να επιτευχθεί μια διευθέτηση θα έχει τις πιο καταστροφικές συνέπειες για την ευρύτερη περιοχή.

Στην ανατολική Μεσόγειο [4], οι επικαλυπτόμενες εδαφικές διεκδικήσεις και η σύνθετη γεωγραφία σημαίνουν ότι η οποιαδήποτε ανάπτυξη των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων απαιτεί την συνεργασία μεταξύ πολλών χωρών. Τα σχέδια να σταλεί φυσικό αέριο από το Ισραήλ προς την Τουρκία, για παράδειγμα, απαιτούν την κατασκευή ενός αγωγού φυσικού αερίου μέσω της ΑΟΖ της Κύπρου. Ο αγωγός είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα απαιτούσε την έγκριση της κυπριακής κυβέρνησης, η οποία είναι απίθανο να την χορηγήσει χωρίς μια διευθέτηση που θα εξομάλυνε τις σχέσεις της με την Τουρκία [5]. Τα σχέδια για την αποστολή κυπριακού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω της Ελλάδας θα απαιτήσουν επίσης η Κύπρος, η Ελλάδα και η Τουρκία να διευθετήσουν τα θαλάσσια σύνορά τους, μια πράξη που θα απαιτούσε επίσης διπλωματική ομαλοποίηση. Στην πραγματικότητα, χωρίς την συνεργασία μεταξύ της Κύπρου, της Αιγύπτου, του Ισραήλ και της Τουρκίας, το μεγαλύτερο μέρος του φυσικού αερίου στην ανατολική Μεσόγειο, σύμφωνα με τον Αμερικανό απεσταλμένο Amos Hochstein, απλά «θα μείνει στο υπέδαφος».

Το συνεχιζόμενο αδιέξοδο έχει μια σειρά από άλλες αρνητικές επιπτώσεις. Κατ’ αρχήν, στέκεται στον δρόμο των φιλοδοξιών της Τουρκίας να ενταχθεί στην ΕΕ: Η Κύπρος, ήδη κράτος-μέλος, έχει σταθερά μπλοκάρει τις κινήσεις προς την ένταξη της Άγκυρας, και θα συνεχίσει να το πράττει. Επιπλέον, πλοία υπό κυπριακή σημαία σήμερα εμποδίζονται από το να χρησιμοποιήσουν τουρκικά λιμάνια –κάτι αρνητικό και για τις δύο πλευρές, καθώς η Κύπρος έχει τον δέκατο μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στον κόσμο. Και η βόρεια Κύπρος, από την πλευρά της, παραμένει σχεδόν πλήρως απομονωμένη από τις ευρωπαϊκές επενδύσεις που έχουν εισρεύσει στην νότια Κύπρο.

ΚΑΚΟΙ ΓΕΙΤΟΝΕΣ

Υπάρχει ακόμη ένας λόγος για τον οποίο οι διαπραγματευτές θα κάνουν καλά να οριστικοποιήσουν μια συμφωνία σύντομα: Η Άγκυρα κινείται για να διεκδικήσει τον έλεγχο της ΤΔΒΚ με τρόπους που θα μπορούσαν, σε περίπτωση επιτυχίας, να μειώσουν σοβαρά τις πιθανότητες ενοποίησης στο μέλλον.

Η βόρεια Κύπρος, βέβαια, είναι οικονομικά και στρατιωτικά εξαρτημένη από την Τουρκία εδώ και πολλά χρόνια. Ωστόσο, πρόσφατα, ο τουρκικός έλεγχος έχει γίνει πιο πλήρης και με πολιτικά κίνητρα. Από νωρίτερα φέτος, η Τουρκία προμηθεύει με νερό τα βόρεια, μέσω υποθαλάσσιου αγωγού, και είναι τώρα στην διαδικασία να τα συνδέσει με το τουρκικό δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας επίσης. Η Άγκυρα θα μπορούσε σύντομα να είναι υπεύθυνη για τις περισσότερες βασικές υποδομές της ΤΔΒΚ. Υπάρχει επίσης ένα αίσθημα μεταξύ των Τουρκοκυπρίων ότι οι ηπειρωτικές τουρκικές εταιρείες θα κυριαρχήσουν στην οικονομία του βορρά, ενώ επίσης χρησιμοποιούν την έλλειψη διεθνούς αναγνώρισης της ΤΔΒΚ -και ως εκ τούτου, κανονισμών- για να εκμεταλλευτούν τόσο την τοπική όσο και την εισαγόμενη εργασία.

Η κυβέρνηση στην Άγκυρα αλλάζει επίσης την κουλτούρα της βόρειας Κύπρου με έναν τρόπο για τον οποίο πολλοί από τους κατοίκους του νησιού δυσανασχετούν. Οι επιχορηγήσεις που κάποτε εκταμιεύονταν από την Τουρκία για τις τουρκοκυπριακές κεντρικές Αρχές πλέον συχνά δίνονται στους δήμους, και ευνοούν έργα που κλίνουν προς την κυβέρνηση Ερντογάν και την φιλο-ισλαμική ατζέντα της [6]. Για τους Τουρκοκύπριους, οι οποίοι είναι πιο κοσμικοί από τους περισσότερους άλλους Τούρκους και που γενικά αντιτίθενται στον Ερντογάν, η ξαφνική έκρηξη των υποστηριζόμενων από το καθεστώς τζαμιών και η οικοδόμηση μεντρεσέδων ήταν ανησυχητική. Έτσι, ο Ακιντζί μίλησε εξ ονόματος πολλών όταν σχολίασε πρόσφατα ότι χωρίς μια διευθέτηση, οι Ελληνοκύπριοι θα μπορούσε σύντομα να «γίνουν γείτονες με την Τουρκία σε αυτό το νησί».

Η αποτυχία, λοιπόν, είναι μια ευδιάκριτη δυνατότητα. Ωστόσο, ίσως να είναι η απειλή της αποτυχίας που θα μπορούσε να βοηθήσει τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους να φθάσουν τελικά σε συμφωνία. Σύμφωνα με τον Κώστα Αποστολίδη, έναν ειδικό στην επίλυση συγκρούσεων από το κοινό μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Πανεπιστήμιο της Μάλτας και του Πανεπιστημίου George Mason, πολλοί Ελληνοκύπριοι πιστεύουν λανθασμένα ότι «μπορούμε να συνεχίσουμε ακριβώς όπως είμαστε». Ωστόσο, οι βαθιές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα σήμερα στο νησί σημαίνουν ότι αυτό ίσως πλέον να μην είναι αληθές. Με τις δύο πλευρές να είναι έτοιμες να ωφεληθούν από μια διευθέτηση -και εν γνώσει των ολοένα και πιο δυσάρεστων εναλλακτικών λύσεων- ίσως να εμπνευστούν για να επιτύχουν μια συμφωνία για την ενοποίηση πριν να είναι πολύ αργά.

Copyright © 2016 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/cyprus/2016-10-27/one-cyprus