Η Ρωσία και η γαλλική δεξιά | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Ρωσία και η γαλλική δεξιά

Πώς η Μόσχα παίζει στις γαλλικές προεδρικές εκλογές

Οι αντιδράσεις αυτές ανέρχονται σε κάτι περισσότερο από μόνο προεκλογικές βολές ή ατομική στόχευση. Αυτά είναι τα συμπτώματα των βαθέων ρηγμάτων στην γαλλική πολιτική τάξη. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, μια σταθερή συναίνεση έχει επικρατήσει στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, αλλά η Ρωσία έχει γίνει μια εξαίρεση. Ακόμα περισσότερο από την κρίση στην Ουκρανία, η πρόσφατη έξαρση σχετικά με την Συρία έφερε αυτά τα ρήγματα στο προσκήνιο και έκανε τις γαλλο-ρωσικές σχέσεις ένα καυτό θέμα στην προεδρική κούρσα.

Για την άκρα δεξιά, οι ιδεολογικοί, θεσμικοί και οικονομικοί δεσμοί [5] μεταξύ της Ρωσίας και του Εθνικού Μετώπου, του ακροδεξιού λαϊκιστικού κόμματος της Γαλλίας, είναι πραγματικοί και έχουν λάβει πολύ δημοσιότητα. Ακόμα κι έτσι, αυτοί οι δεσμοί δεν έχουν επηρεάσει την γαλλική εξωτερική πολιτική, δεδομένου ότι το Εθνικό Μέτωπο παραμένει εκτός των δομών λήψης αποφάσεων. Η Marine Le Pen, η ηγέτις του κόμματος, θα φτάσει ίσως στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών την προσεχή άνοιξη, αλλά είναι απίθανο να κερδίσει. Αντ’ αυτού, ειδικά αν ο αντιδημοφιλής Ολάντ είναι υποψήφιος του Σοσιαλιστικού Κόμματος, ο επόμενος Γάλλος πρόεδρος είναι πιθανό να προέρχεται από τις τάξεις των Ρεπουμπλικανών, οι οποίοι πραγματοποίησαν το πρώτο debate των προκριματικών εκλογών στις 13 Οκτωβρίου.

Σε αντίθεση με την άκρα δεξιά, οι [Γάλλοι] Ρεπουμπλικάνοι δεν έχουν δεσμούς ή συγκρίσιμες συγγένειες με το καθεστώς Πούτιν. Παρ’ όλα αυτά, το κόμμα έχει υποστηρίξει μια διαφορετική διπλωματική πορεία για την Ρωσία. Οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν ζητήσει την άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας που επέβαλε η ΕΕ μετά την κρίση στην Ουκρανία και, ως εκ τούτου, προώθησαν και στήριξαν ένα μη δεσμευτικό ψήφισμα του Κοινοβουλίου [6], που εκδόθηκε τον περασμένο Απρίλιο. Οι Ρεπουμπλικανοί πολιτικοί έχουν επίσης υποστηρίξει τακτικά την μεγαλύτερη δέσμευση και την βαθύτερη συνεργασία με την Ρωσία, κυρίως κατά την διάρκεια της σύγκρουσης στην Συρία.

Αλλά μερικοί από τους κορυφαίους διεκδικητές στις Ρεπουμπλικανικές προκριματικές προχώρησαν ακόμη περισσότερο. Αντίστοιχα καταλαμβάνοντας την δεύτερη και την τρίτη θέση σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις [7], ο Σαρκοζί ενέκρινε σιωπηρά την προσάρτηση της Κριμαίας [8] και ο Φιγιόν έκανε την επαναπροσέγγιση με την Ρωσία μια από τις κεντρικές προτάσεις της εξωτερικής πολιτικής του. Σε αντίθεση, ο πρωτοπόρος, Αλέν Ζιπέ, έχει υιοθετήσει μια γραμμή πιο κοντά σε εκείνη του Ολάντ, παρότι το να είναι στην ίδια πλευρά με την σημερινή κυβέρνηση δεν είναι απαραίτητα ένα πλεονέκτημα για τις προκριματικές.

Συνολικά, ο θαυμασμός προς τους ισχυρούς ηγέτες, η προσκόλληση στις παραδοσιακές αξίες, και, για ορισμένους, ο αντι-αμερικανισμός ή οι δεσμοί με τον επιχειρηματικό τομέα συχνά ευθύνονται για τις θέσεις των Ρεπουμπλικάνων πολιτικών. Σύμφωνα με μια δημοσκόπηση [9] από το 2014, οι δεξιοί ψηφοφόροι τείνουν να έχουν μια πιο θετική άποψη για τον Πούτιν (25%) από ό, τι οι ψηφοφόροι της αριστεράς (4%).

Μετά το διπλωματικό αδιέξοδο σχετικά με την Συρία, ο Πούτιν είδε μάλλον μια ευκαιρία για να ρίξει το βάρος του. Την μέρα μετά την ανακοίνωση της ακύρωσης της επίσκεψής του, επέκρινε την γαλλική κυβέρνηση δηλώνοντας [10] ότι ήταν «δεν είναι σοβαρό» για μια χώρα να «αυτοανακηρύσσεται ως μεγάλη δύναμη», ενώ οι πολιτικές της δεν είναι πλήρως «ανεξάρτητες». Τέτοια ρητορική φαίνεται να έχει σχεδιαστεί για να χτυπήσει μια χορδή στους επικριτές της γαλλικής αντιπολίτευσης που καταγγέλλουν τις θέσεις της χώρας τους για την Ουκρανία ή την Συρία ως πολύ στενά ευθυγραμμισμένες με εκείνες των Ηνωμένων Πολιτειών. Στην ίδια δήλωση, ο Πούτιν εξήρε τις «καλές σχέσεις με τους Γάλλους και την γαλλική επιχειρηματική κοινότητα», φαινομενικά μιλώντας χωρίς να ενδιαφέρεται για τις γαλλικές πολιτικές και διπλωματικές ελίτ.

Το νόημα στην ανάδειξη αυτών των παρεμβολών δεν είναι να προκληθεί μια μόνιμη αγανάκτηση (η ανάμιξη στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών δεν είναι εντελώς ασυνήθιστη στην διεθνή πολιτική) ή να τροφοδοτήσει την παράνοια που βλέπει το χέρι του Ρώσου προέδρου πίσω από κάθε πολιτική εξέλιξη στην Ευρώπη (η εμφανής αδυναμία του Ολάντ στην εσωτερική πολιτική δεν είναι καθόλου κάτι που μπορεί να αποδοθεί εξ ολοκλήρου στον Πούτιν). Είναι, μάλλον, για να εκτιμηθεί κατά πόσον τέτοιες τακτικές, εάν επιδιώκονται, μπορούν να λειτουργήσουν, και αν η Γαλλία μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την πορεία της σχετικά με την Ρωσία μετά τις εκλογές.

Όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, ο Ζιπέ εξακολουθεί να έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να κερδίσει την προεδρία το επόμενο έτος, και οι θέσεις του για την Ρωσία ήταν κοντά στην τρέχουσα διπλωματική γραμμή. Μια προεδρία Ζιπέ θα σήμαινε κατά πάσα πιθανότητα συνέχεια στην πολιτική της Γαλλίας για την Ρωσία. Αν κερδίσει ο Σαρκοζί ή ο Φιγιόν, μια αλλαγή της επίσημης ρητορικής για την Ρωσία είναι δυνατή, αν και δεν μπορεί να πάει τόσο μακριά ώστε να αναπαράγει τις προεκλογικές πλατφόρμες τους. Ο Σαρκοζί, στο κάτω-κάτω, ισχυρίστηκε κατά την διάρκεια της εκστρατείας του 2007 ότι θα αρνηθεί προσωπικά μια χειραψία με τον Πούτιν [11] λόγω των επιδόσεών του στα ανθρώπινα δικαιώματα, πριν υιοθετήσει μια αισθητά διαφορετική στάση μόλις ανέλαβε την εξουσία.