Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας μετά την Αραβική Άνοιξη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας μετά την Αραβική Άνοιξη

Πώς η Άγκυρα έφθασε να υιοθετήσει μια πολιτική επιλεγμένων εμπλοκών
Περίληψη: 

Σε θεσμικό επίπεδο, δεν υπήρξε κάποια ουσιαστική εκτροπή της Τουρκίας από τον ΝΑΤΟϊκό προσανατολισμό της, αλλά η Άγκυρα δεν έχει πλέον την σαφήνεια του οράματος που είχε κατά την διάρκεια της ακμής των αραβικών εξεγέρσεων. Η προσδοκία της ότι η παλιά περιφερειακή τάξη θα καταρρεύσει και θα αντικατασταθεί με μια νέα, ευνοϊκότερη για τα συμφέροντά της, παραμένει ανικανοποίητη.

Ο GALIP DALAY είναι ερευνητικός διευθυντής στο Al Sharq Forum και βασικός συνεργάτης για τουρκικές και κουρδικές υποθέσεις στο Κέντρο Μελετών Al Jazeera.

Το ερώτημα, τι είναι αυτό που καθοδηγεί την τουρκική εξωτερική πολιτική, είναι γεμάτο αντιθέσεις. Κατά την διάρκεια της πρωθυπουργίας του Αχμέτ Νταβούτογλου, ειδικοί απεικόνιζαν την Άγκυρα ως καθοδηγούμενη από την ιδεολογία, ως επεκτατική και παράτολμη, και ως εκ τούτου, ως δημιουργό σημαντικών εντάσεων με τους γείτονες της χώρας και τις διεθνείς δυνάμεις. Όταν ανέλαβε ο νέος πρωθυπουργός, Μπινάλι Γιλντιρίμ, το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν [1] υιοθέτησαν έναν πιο συμφιλιωτικό τόνο. Ο Ερντογάν περίφημα διακήρυξε [2] τον Απρίλιο του 2016 ότι η Τουρκία χρειάζεται να κάνει περισσότερους φίλους και να μειώσει τον αριθμό των εχθρών της. Η Άγκυρα σύντομα παρουσιαζόταν ως προσεκτική, ρεαλιστική, και ότι αποφεύγει τα ρίσκα. Η δημόσια υποχώρηση των εντάσεων της Τουρκίας με το Ισραήλ και την Ρωσία εκείνη την εποχή έδωσαν αξιοπιστία σε αυτή την ανάγνωση.

Ωστόσο, αυτή η αφήγηση, επίσης, σύντομα έφθασε στα όριά της. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος [3] στις 15 Ιουλίου, η Τουρκία άρχισε να επικρίνει δημοσίως αυτό που είδε ως Δυτική απάθεια προς τα προβλήματα της Άγκυρας. Και έτσι, επανεμφανίστηκε μια μακροχρόνια διαμάχη σχετικά με την αληθινή νομιμοφροσύνη της Τουρκίας -αυτή την φορά η χώρα φαίνεται να απομακρύνεται από την Δύση προς μια υποτιθέμενη συμμαχία με την Ρωσία. Επιπλέον, η Τουρκία διεξάγει την επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη» στο βόρειο τμήμα της Συρίας, η οποία στοχεύει στο να εκδιώξει το ISIS από τις παραμεθόριες περιοχές και να αποτρέψει τις σχετιζόμενες με το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (ΡΚΚ) Μονάδες Προστασίας του Κουρδικού Λαού (YPG) από το να αποκτήσουν τον έλεγχο εκείνης της περιοχής. Επίσης, επέμεινε να ενταχθεί [4] σε οποιαδήποτε επιχείρηση για την απελευθέρωση της Μοσούλης από το ISIS. Αν τις δει κανείς μαζί, αυτές οι ενέργειες δείχνουν ότι η Τουρκία ούτε μειώνει το μέγεθός των φιλοδοξιών της εξωτερικής πολιτικής της ούτε χρησιμοποιεί έναν συμφιλιωτικό τόνο στην περιοχή όταν αισθάνεται ότι τα εθνικά συμφέροντα ασφαλείας της βρίσκονται σε κίνδυνο. Η δήλωση του Ερντογάν [5] για ένα νέο προληπτικό δόγμα ασφάλειας τόσο για εγχώριες όσο και για ξένες απειλές, συνεχίζει αυτή την τάση.

Ο λόγος που οι συνήθεις αφηγήσεις για την τουρκική εξωτερική πολιτική έχουν χάσει όλη την ιστορία, είναι ότι η κάθε μια δίνει υπερβολική έμφαση σε έναν μόνο παίκτη, είτε πρόκειται για τον Ερντογάν είτε για τον Νταβούτογλου. Στην πραγματικότητα, ήταν οι απαιτήσεις της περιφερειακής γεωπολιτικής, σε συνδυασμό με τις εγχώριες πολιτικές ανησυχίες της Άγκυρας και τις προκλήσεις ασφαλείας που έχουν διαμορφώσει τα βασικά περιγράμματα της τουρκικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια.

Η ΑΡΑΒΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ ΕΚΤΡΟΧΙΑΣΤΗΚΕ

Αρχικά, το επίκεντρο των αραβικών εξεγέρσεων ήταν σχετικό με πολιτικά αιτήματα. Με την μεγαλύτερη ιστορία λειτουργικής, αν και μερικές φορές προβληματικής, κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην περιοχή, η Τουρκία ήταν σε θέση να σχετιστεί με τις δημοκρατικές προσδοκίες των αραβικών λαών. Η θρησκευτική ταυτότητα ορισμένων από τις μεγαλύτερες ομάδες στο πλαίσιο αυτών των διαμαρτυριών κινητοποίησε περαιτέρω το ισλαμιστικό ΑΚΡ της Τουρκίας για την υποστήριξή τους, στο μέτρο που πίστευε ότι η κοινή ταυτότητα και τα πολιτικά αιτήματα θα δημιουργούσαν τις βάσεις για συνεργασία μόλις κατακάθιζε η σκόνη στην περιοχή.

Τότε, η Τουρκία θεωρούσε αναπόφευκτη την αλλαγή και έριξε το βάρος της στην υποστήριξη των εξεγέρσεων. Βλέποντας τα γεγονότα με δυαδικούς όρους, υιοθέτησε ένα όραμα συνολικά για την περιοχή, στο οποίο προέβλεπε μια νέα περιφερειακή και δημοκρατική τάξη με την Τουρκία να λάμπει στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Σήμερα, τέσσερα κύρια γεγονότα οδήγησαν την Τουρκία να επανεξετάσει τις υποθέσεις της εξωτερικής πολιτικής της από την εποχή της Αραβικής Άνοιξης: Πρώτα ήταν η μεταμόρφωση της συριακής εξέγερσης σε έναν πλήρως ανεπτυγμένο εμφύλιο πόλεμο το 2012 και στις αρχές του 2013. Στην συνέχεια ήταν το πραξικόπημα στην Αίγυπτο τον Ιούλιο του 2013. Και τα δύο αυτά γεγονότα έδειξαν ότι τα κύματα της αλλαγής που ξέσπαγαν στον αραβικό κόσμο θα μπορούσαν να αντιστραφούν. Τρίτον, η άνοδος του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) στην Συρία και στο Ιράκ από το 2013-14 και μετά, οδήγησε την διεθνή κοινότητα να δώσει προτεραιότητα στην ασφάλεια στην περιοχή και όχι στην στήριξη και την τροφοδότηση των νέων αναδυόμενων δημοκρατικών μεταβάσεων. Επιπλέον, ορισμένες χώρες της περιοχής, όπως η Συρία, η Σαουδική Αραβία και το Ιράν αξιοποίησαν την άνοδο του ISIS για να πολώσουν περαιτέρω τον αραβικό κόσμο κατά μήκος σεχταριστικών γραμμών και να απονομιμοποιήσουν ακόμη και βασικά ισλαμιστικά κινήματα. Στην Δύση, η φιλελεύθερη εκκοσμίκευση τέθηκε ενάντια στην δημοκρατία, κάτι που με την σειρά του μείωσε την Δυτική υποστήριξη στις αραβικές εξεγέρσεις γενικά και στις ομάδες της αντιπολίτευσης της Συρίας ειδικότερα.