Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας μετά την Αραβική Άνοιξη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας μετά την Αραβική Άνοιξη

Πώς η Άγκυρα έφθασε να υιοθετήσει μια πολιτική επιλεγμένων εμπλοκών

Τέλος, το ISIS έχει οδηγήσει κουρδικά κινήματα [6] τόσο στην Συρία όσο και στο Ιράκ να επεκτείνουν τα εδάφη που έχουν υπό τον έλεγχό τους, μετά την απόκτηση διεθνούς συμπάθειας, νομιμοποίησης και στρατιωτικής βοήθειας. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση για το θέμα αυτό ήρθε μετά την πολιορκία της συριακής κουρδικής πόλης Κομπανί από το ISIS, τον Σεπτέμβριο του 2014. Με βοήθεια από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις ιρακινές κουρδικές πολιτοφυλακές (πεσμεργκά), το ISIS σύντομα απωθήθηκε. Η νίκη των YPG τους προσέδωσε αναγνώριση ως μια ικανή και νομιμοποιημένη δύναμη μάχης. Η μάχη αναζωογόνησε, επίσης, [7] τα κουρδικά εθνικιστικά αισθήματα στην περιοχή και οδήγησε στην εμφάνιση μιας περιφερειακής κουρδικής δημόσιας σφαίρας. Αξιοποιώντας αυτή την νεοαποκτηθείσα διεθνή συμπάθεια και τη νομιμοποίηση (καθώς και τα κουρδικά εδαφικά κέρδη), το PKK έχει υιοθετήσει μια ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση έναντι της Τουρκίας. Με την κατάρρευση της άλλοτε πολλά υποσχόμενης κουρδικής ειρηνευτικής διαδικασίας και με το PKK να ξεκινά ένα εμπνευσμένο από την Συρία αντάρτικο πόλεων στις κουρδικής πλειοψηφίας ανατολικές και νοτιοανατολικές περιοχές της Τουρκίας φέτος, η Άγκυρα έχει θέσει ως προτεραιότητα την εθνική ασφάλεια πάνω από [τις όποιες] πολιτικές πρωτοβουλίες και έχει προσαρμόσει την περιφερειακή εξωτερική πολιτική της αναλόγως.

Και σαν αυτό να μην ήταν αρκετά κακό, το ISIS χτύπησε επίσης στο εσωτερικό της Τουρκίας. Πρώτον, στόχευσε κουρδικές και αριστερές ομάδες ως μια διάχυση του αγώνα του κατά των YPG στην Συρία, όπως ήταν η περίπτωση με τις επιθέσεις στο Suruc [8], το Ντιγιαρμπακίρ [9] και τον σιδηροδρομικό σταθμό της Άγκυρας [10]. Σε μια δεύτερη κατηγορία επιθέσεων, πραγματοποίησε αποστολές αυτοκτονίας στην περιοχή Sultanahmet [11], στην οδό Istiklal [12] καθώς και στο αεροδρόμιο Ατατούρκ [13]. Αυτές οι τελευταίες επιθέσεις ήταν ως επί το πλείστον εναντίον τουριστών και ξένων, και είχαν πιθανόν ως κίνητρο την ένταξη της Τουρκίας στην διεθνή συμμαχία κατά του ISIS. Αυτά έχουν επιδεινώσει τις εθνικές προκλήσεις ασφαλείας της Άγκυρας, κάτι που με την σειρά του είχε σημαντικές επιπτώσεις στην περιφερειακή πολιτική της Τουρκίας.

ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

Σε μια εποχή που η Τουρκία αισθάνθηκε περισσότερο απειλούμενη από το ΡΚΚ και τις YPG, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι Δυτικοί σύμμαχοί τους φάνηκαν να σιωπούν για τις ανησυχίες της Άγκυρας για (την δέσμευσή της με, και) την υποστήριξη της αδελφής οργάνωσης του ΡΚΚ, YPG, στην Συρία στον αγώνα της κατά του ISIS. Περαιτέρω, παρά την ανησυχία της Τουρκίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν διατηρήσει την συμμαχία τους με τις Δημοκρατικές Δυνάμεις της Συρίας (SDF), μια συμμαχία που περιλαμβάνει τις YPG ως ραχοκοκαλιά της και η οποία χρησιμοποιείται από την Ουάσινγκτον ως η κύρια δύναμη επί του εδάφους για την απελευθέρωση της Ιεράπολης (Manbij), που έδωσε στις YPG άλλη μια ισχυρή θέση στο δυτικό τμήμα του ποταμού Ευφράτη. Αυτό έφερε τις YPG ένα βήμα πιο κοντά στην επίτευξη του απώτερου στόχου τους να καταλάβουν το υπόλοιπο έδαφος μεταξύ Κομπανί και Afrin για να δημιουργήσουν μια πλήρη εδαφική ενότητα μεταξύ των τριών καντονιών τους. Η Τουρκία σύντομα παρενέβη για να αποτρέψει ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Όλα αυτά συνέβαλαν στις ήδη τεταμένες σχέσεις και σε απότομη μείωση του επιπέδου εμπιστοσύνης μεταξύ της Τουρκίας και της Δύσης.

Εν τω μεταξύ, η Τουρκία βρέθηκε σε αντίθεση με το Ιράν. Καθώς η τουρκική περιφερειακή πολιτική έχει ουσιαστικά περιοριστεί στις δραστηριότητές της στο βόρειο Ιράκ και την βόρεια Συρία, η περιφερειακή δύναμη με την οποία κατά κύριο λόγο ανταγωνίζεται για επιρροή και ισχύ είναι το Ιράν. Στο σημερινό περιφερειακό περιβάλλον, η Τουρκία είναι σε μειονεκτική θέση. Η Άγκυρα ήταν καλύτερα εξοπλισμένη για να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα της Αραβικής Άνοιξης, όταν η εστίαση ήταν στα κοινωνικο-πολιτικά και κοινωνικο-οικονομικά αιτήματα. Όταν οι εξεγέρσεις μετατράπηκαν σε εθνο-θρησκευτικούς πολέμους, αυτό ενίσχυσε την λαβή του Ιράν καθώς η Τεχεράνη είχε από καιρό επενδύσει σε σιιτικές πολιτοφυλακές. Σε αντίθεση με την Τουρκία, το Ιράν μετράει μεταξύ των προσηλωμένων συμμάχων του κινητοποιημένες ομάδες πληρεξουσίων και σιιτικές πολιτοφυλακές από το Ιράκ έως την Υεμένη και από την Συρία έως τον Λίβανο. Αυτό δίνει ένα ισχυρό θεμέλιο στην περιφερειακή πολιτική του.

25112016-2.jpg

Ο Ιρανός πρόεδρος Χασάν Ρουχανί σε συνέντευξη Τύπου κοντά στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, τον Σεπτέμβριο του 2016. LUCAS JACKSON / REUTERS
--------------------------------

Για να αντισταθμίσει την αυξανόμενη επιρροή του Ιράν, του οποίου οι στόχοι παραμένουν σε αντίθεση με τους σκοπούς της Τουρκίας, η Άγκυρα επιδιώκει να αναπτύξει τοπικούς και περιφερειακούς συμμάχους. Στην Συρία, επεδίωξε να επιτύχει τους στόχους της υποστηρίζοντας σταθερά τις δυνάμεις κατά του Άσαντ, και ως εκ τούτου κατά του Ιράν, αλλά με περιορισμένη επιτυχία. Στο Ιράκ, έχει προσπαθήσει να περιορίσει σημαντικά την επιρροή του Ιράν σε όλη την χώρα, μέσω συμμαχιών της με την Περιφερειακή Κυβέρνηση του Κουρδιστάν (KRG), και ιδίως το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (KDP), και με Σουνίτες Άραβες. Το σκεπτικό της Τουρκίας στην αναζήτηση ρόλου στην επιχείρηση ανακατάληψης της Μοσούλης από το ISIS, ήταν να περιορίσει το Ιράν (και τον σύμμαχό του, την ιρακινή κεντρική κυβέρνηση), αποτρέποντας οποιαδήποτε δημογραφικά «μαγειρέματα» μέσα και γύρω από την Μοσούλη, και να εμποδίσει το PKK, το οποίο έχει παρουσία ακριβώς δυτικά της Μοσούλης, να επωφεληθεί από μια ενδεχομένως χαοτική επιχείρηση. Σε περιφερειακό επίπεδο, η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία άρχισαν να συνεργάζονται για να αντιταχθούν στην επέκταση της επιρροής του Ιράν.