Αλλάζοντας την γνώμη του Πούτιν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Αλλάζοντας την γνώμη του Πούτιν

Πώς ο Trump μπορεί να αναδιαμορφώσει την ρωσική εξωτερική πολιτική

Με μια σύνοδο κορυφής ΗΠΑ-Ρωσίας να φαίνεται σχεδόν βέβαια στον ορίζοντα, ο εκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, θα πρέπει να δράσει τώρα ώστε να δημιουργήσει τον σωστό τόνο για τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Ειδικότερα, θα θέλει να προχωρήσει πέρα από το μοντέλο «Η Ρωσία ενεργεί, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιδρούν» των τελευταίων τεσσάρων ετών και να ενθαρρύνει την Ρωσία να γίνει λιγότερο συγκρουσιακή. Επίσης είναι λογικό ότι ο Trump θα θέλει να τα πετύχει όλα αυτά χωρίς να διακηρύττει (και στην συνέχεια να υποχωρεί από) τελεσίγραφα κόκκινων γραμμών ή να διακινδυνεύσει να καυγαδίσει με το Κρεμλίνο. Ο εκλεγμένος πρόεδρος θα πρέπει να ξεκινήσει δουλεύοντας για να κατανοήσει τα βασικά κίνητρα της εξωτερικής πολιτικής του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν και να τα αποδεχθεί ως μια σκληρή πραγματικότητα, αντί να τα απεύχεται ή να προσποιείται ότι ο Πούτιν μπορεί να ντροπιαστεί με την εγκατάλειψή τους.

Κατά την διάρκεια της προεδρίας Trump, όπως και στην δεύτερη θητεία του απερχόμενου προέδρου των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, τέσσερις παράγοντες θα διαμορφώσουν το στρατηγικό πλαίσιο εντός του οποίου θα ξεδιπλωθεί η διμερής ατζέντα μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσίας: Η έκταση της δέσμευσης του Πούτιν στις ιδεολογικές πεποιθήσεις του και στην αυτοεπιβληθείσα ιστορική αποστολή του να αποκαταστήσει αυτό που θεωρεί νόμιμη θέση της Ρωσίας στον κόσμο˙ η αντίληψη του Πούτιν για τις εγχώριες πολιτικές επιταγές σχετικά με την νομιμοποίηση και την επιβίωση του καθεστώτος του˙ ο βαθμός της λαϊκής υποστήριξης στην εξωτερική πολιτική του˙ και, τέλος, η αντίδραση των ΗΠΑ στην εξωτερική συμπεριφορά της Ρωσίας.

Ο ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ

Σε αντίθεση με την συμβατική σοφία την οποία ενθαρρύνει ο ίδιος ο Πούτιν, η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας -ιδιαίτερα οι σχέσεις της χώρας του με τις Ηνωμένες Πολιτείες- δεν γίνεται ad hoc σε μια έκρηξη οργής, ενόχλησης, ή έξαψης. Αν και οι εκπλήξεις τακτικής είναι σαφώς η προτιμώμενη μέθοδος εφαρμογής της εξωτερικής πολιτικής από τον Πούτιν, τα ιδεολογικά θεμέλια της στρατηγικής του ήταν εμφανή και συνεχή, σχεδόν από την πρώτη ημέρα της προεδρίας του.

Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος διαφημίζει επιμελώς τον εαυτό του ως έναν Ρώσο πατριώτη (και μπορεί όντως να θεωρεί τον εαυτό του ως τέτοιον), αυτό το χαρακτηριστικό είναι σχετικά πρόσφατο. Ο Πούτιν είναι, πρώτα απ’ όλα, ένας ένθερμος σοβιετικός πατριώτης. Με την ιστορία της οικογένειάς του, είναι δύσκολο να δούμε πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά.

16122016-1.jpg

Κούκλες Matryoshka που απεικονίζουν τους Σοβιετικούς ηγέτες Βλαντιμίρ Λένιν, Ιωσήφ Στάλιν και τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν σε μια αγορά στην Αγία Πετρούπολη, τον Δεκέμβριο του 2007. ALEXANDER DEMIANCHUK / REUTERS
--------------------------------------------------------

Ο παππούς του Πούτιν, ένας αρχιμάγειρας, μαγείρευε για τον Λένιν και την σύζυγό του, Ναντέζντα Κρούπσκαγια, καθώς και για την Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Μόσχας. Ο πατέρας του Πούτιν, ο οποίος αγωνίστηκε πίσω από τις ναζιστικές γραμμές με τις αδίστακτες μονάδες δολιοφθοράς και δολοφονίας SMERSH, πληγώθηκε άσχημα στην άμυνα του Λένινγκραντ. Αργότερα έγινε οργανωτής του Κομμουνιστικού Κόμματος σε ένα εργοστάσιο του Λένινγκραντ. Ο νεαρός Πούτιν ενηλικιώθηκε μέσα σε μια σταθερή ροή σοβιετικών θριάμβων: Ο Sputnik, η διαστημική πτήση του Γκαγκάριν, και η πυρηνική ισοτιμία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εργάστηκε εθελοντικά στην KGB στο γυμνάσιο και έγινε δεκτός στο κόμμα ενώ ακόμα ήταν στο κολλέγιο, κάτι που δεν ήταν εύκολο κατόρθωμα στην δεκαετία του 1970.

Έτσι, όταν ο Πούτιν αποκάλεσε την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης ως «την μεγαλύτερη γεωπολιτική καταστροφή του εικοστού αιώνα», και «μια πραγματική τραγωδία», αναφερόταν στην μεγαλύτερη προσωπική τραγωδία της ζωής του. Κατά την διάρκεια της φιλελευθεροποίησης του Σοβιετικού ηγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ο ταγματάρχης (και αργότερα αντισυνταγματάρχης) Πούτιν είχε τοποθετηθεί στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, την χώρα του Συμφώνου της Βαρσοβίας που ήταν η πιο απομονωμένη από την ηθική και πνευματική φλόγα της γκλάσνοστ και της περεστρόικα. Η πιο ζωντανή ανάμνηση του Πούτιν από εκείνη την εποχή είναι ένα εξαγριωμένο πλήθος που περιβάλλει την έδρα της KGB στην Δρέσδη τον Νοέμβριο του 1989, μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Στο εσωτερικό, ο Πούτιν και οι συνάδελφοί του έκαιγαν τα έγγραφα, περιμένοντας να συλληφθούν και να λιντσαριστούν ανά πάσα στιγμή.

Ο Πούτιν δεν έχει πεισθεί ποτέ από την ρητορική της Δύσης και των φιλελεύθερων Ρώσων σχετικά με το ότι δεν υπήρξαν νικητές και ηττημένοι στον Ψυχρό Πόλεμο. Για τον Πούτιν, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ήταν μια ταπεινωτική ήττα ενός μεγάλου και ένδοξου κράτους. Ήταν το ισοδύναμο αυτού που ήταν η Συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919 για την Γερμανία. Ως εκ τούτου, ο πρωταρχικός στρατηγικός στόχος των πολιτικών του Πούτιν, τόσο των εγχώριων όσο και των εξωτερικών, είναι να ανακάμψει και να ανακτήσει τα πολιτικά, οικονομικά και γεωστρατηγικά στοιχεία που χάθηκαν από το σοβιετικό κράτος κατά την πτώση του.

Αυτό το Δόγμα Πούτιν [1], στο οποίο αναφέρθηκα για πρώτη φορά στο Foreign Affairs το 2013, καθοδήγησε τον Ρώσο πρόεδρο από την αρχή της θητείας του το 2000. Στις δύο πρώτες προεδρικές θητείες του, από το 2000 μέχρι το 2008, ο Πούτιν έθεσε σε εφαρμογή το εσωτερικό τμήμα της ατζέντας του δόγματός του: Η εθνική πολιτική, τα δικαστήρια, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (η τηλεόραση πρώτα απ’ όλα), και αυτό που ο Λένιν αποκαλούσε τα «ανώτερα επίπεδα της οικονομίας», για άλλη μια φορά ανήκουν ή ελέγχονται από το κράτος.

Μετά την επιστροφή του στο Κρεμλίνο το 2012, ο Πούτιν μετατόπισε την προσοχή του στην ανάκτηση των στοιχείων της γεωπολιτικής ισχύος που είχε χάσει η ΕΣΣΔ. Υπήρχαν πολλοί λόγοι για αυτή την στροφή, οι οποίοι συνεχίζουν να διαμορφώνουν τις πολιτικές του Πούτιν σήμερα. Κατ’ αρχάς, ο Πούτιν αντιλαμβάνεται την Δύση ως ταλανιζόμενη από οικονομικά και πολιτικά προβλήματα, με αποσπασμένη την προσοχή της λόγω της εκάστοτε εγχώριας ιδεολογικής ατζέντας, σε μεγάλο βαθμό οπαδό του απομονωτισμού, και κυριευμένη από την κατάρρευση των ηθικών βεβαιοτήτων της. Δεύτερον, αν και ένα μεγάλο μέρος έχει κλαπεί ή σπαταληθεί, το ύψους 700 δισεκατομμυρίων δολαρίων πρόγραμμα αμυντικού εκσυγχρονισμού της Ρωσίας επιτέλους έχει αρχίσει να αποδίδει καρπούς, τόσο στους συμβατικούς όσο και, ακόμη πιο σημαντικό, στους στρατηγικούς πυρηνικούς εξοπλισμούς.

Αλλά ο πιο σημαντικός λόγος για μια ακτιβιστική εξωτερική πολιτική ήταν ότι είχε γίνει μια πολιτική επιτακτική ανάγκη για την επιβίωση του καθεστώτος.

ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΠΟΥΤΙΝ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

Μέχρι το 2012, η νομιμοποίηση του καθεστώτος (και στον πυρήνα του η προσωπική δημοτικότητα του Πούτιν) βασιζόταν στην οικονομική πρόοδο και την άνοδο των ατομικών εισοδημάτων. Αλλά μέχρι τότε όλα είχαν προδιαγραφεί: Παρά τις τιμές του πετρελαίου σε ύψος ρεκόρ, το τοξικό εγχώριο επενδυτικό κλίμα επιβράδυνε την ρωσική οικονομία κάνοντάς την να σέρνεται. Αφότου αναδυθεί από την δική της Μεγάλη Ύφεση, η Ρωσία θα είναι τυχερή αν αναπτύσσεται με περισσότερο από 2% το χρόνο, ακόμη και με τις τιμές του πετρελαίου να ανεβαίνουν και πάλι. Οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για την αναζωογόνηση των επενδύσεων ήταν -και είναι- εκτός συζήτησης: Ο πολιτικός και πιθανόν προσωπικός εφιάλτης του Πούτιν είναι η περεστρόικα του Γκορμπατσόφ: Φιλελεύθερες οικονομικές μεταρρυθμίσεις που μορφοποιούνται σε μια μοιραία πολιτική κρίση.

Αντ’ αυτού, το 2012, ο Πούτιν έκανε την πιο προβλεπόμενη επιλογή της πολιτικής ζωής του. Άρχισε να μετατοπίζει την βάση της νομιμοποίησης του καθεστώτος του από την οικονομική ανάπτυξη σε αυτό που ο κορυφαίος Ρώσος πολιτικός κοινωνιολόγος Igor Klyamkin έχει αποκαλέσει «στρατιωτικοποιημένο πατριωτισμό». [2]

Αυτό που ακολούθησε εκείνη την αλλαγή ήταν η προσάρτηση της Κριμαίας, ένας πόλεμος εναντίον της Ουκρανίας, και η παρέμβαση στην Συρία. Η τελευταία κίνηση είναι ιδιαίτερα ενδεικτική της πεποίθησης του Πούτιν ότι η αποκατάσταση της περηφάνιας της υπερδύναμης της Ρωσίας με το να είναι σε θέση να κερδίσει γεωπολιτικά παιχνίδια οπουδήποτε στον κόσμο, είναι απαραίτητη για την νομιμοποίηση του καθεστώς του. Στο κάτω-κάτω, ακόμα και η προπαγάνδα του Κρεμλίνου δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι η ήττα του καθεστώτος του προέδρου της Συρίας, Μπασάρ αλ-Άσαντ, θα μπορούσε να απειλήσει την «κυριαρχία» της Ρωσίας και την «εδαφική ακεραιότητά» της, όπως δήλωσε η Μόσχα αφότου το φιλο-ρωσικό καθεστώς στην Ουκρανία είχε ανατραπεί από μια λαϊκή εξέγερση τον Φεβρουάριο του 2014. Ωστόσο, από την στιγμή που τον Οκτώβριο του 2015, όταν ο Πούτιν έσφιξε τα χέρια [3] με τον Άσαντ στο Κρεμλίνο ζωντανά στην εθνική τηλεόραση και δήλωσε ότι «η συνολική βοήθεια προς την νόμιμη κυβέρνηση της Συρίας» [4] ήταν ο κύριος στόχος της ανάπτυξης των στρατιωτικών δυνάμεων της Ρωσίας εκεί, έκανε την υπεράσπιση του Άσαντ αδιαπραγμάτευτη εγχώρια πολιτική επιταγή.

Το Κρεμλίνο και τα υπό κρατικό έλεγχο μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν εργαστεί σκληρά για να υποστηρίξου το σχέδιο του Πούτιν. Η πρώτιστη εκ των αφηγήσεων που προωθούν είναι ότι η χώρα έχει ξανασηκωθεί από τα γόνατά της και ότι, επειδή έχει γίνει ένας κορυφαίος διεθνής παίκτης, η Δύση, ανίκανη να αντέξει τη νέα κυριαρχία της Ρωσίας, έχει κηρύξει τον πόλεμο στην χώρα. Η πατρίδα βρίσκεται σε κίνδυνο, αλλά ο Πούτιν θα οδηγήσει το έθνος μέσα από τα ταραγμένα νερά, και η Δύση, ειδικά οι Ηνωμένες Πολιτείες, θα φοβηθούν και θα σέβονται και πάλι την Ρωσία. Η ρωσική τηλεόραση, από την οποία ενημερώνεται πάνω από το 90% των Ρώσων, παρουσιάζει την εξωτερική πολιτική του Πούτιν ως μια αδιάσπαστη αλυσίδα λαμπρών επιτυχιών.

Ωστόσο, οι λόγοι της ελκυστικότητας της πολιτικής είναι βαθύτεροι και ευρύτεροι από την απλή επιδέξια και σχεδόν μονοπωλιακή προπαγάνδα. Ως Σοβιετικός πατριώτης μέχρι το κόκκαλο, ο Πούτιν έχει βασίσει τον στρατιωτικοποιημένο πατριωτισμό σε κάτι που οι επαναστάτες υπέρ της δημοκρατίας στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990 είχαν την τάση να αγνοούν: Το βαθύ τραύμα που προέκυψε από την απώλεια της εξαιρετικής θέσης και αποστολής της χώρας τους. Εκατομμύρια Ρώσοι είχαν πιστέψει ότι ο απώτερος σκοπός του να είναι η χώρα τους το αντίβαρο, ηθικό καθώς και στρατιωτικό, στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι το να σώσουν τον κόσμο από την τυραννία, και να προστατέψουν την ειρήνη στην γη.

Υπάρχει μια κλασική Σοβιετική αφίσα από το 1948. Σε αυτήν, ένας όμορφος και με αυτοπεποίθηση Ρώσος στρατιώτης νουθετεί τον «θείο Σαμ». Στο πολύ ευρύ στήθος του είναι το υψηλότερο στρατιωτικό παράσημο της Σοβιετικής Ένωσης, το χρυσό αστέρι του Ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης, και στο χέρι του είναι ένας τόμος της ιστορίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το συμπέρασμα είναι σαφές: Αν και ο εχθρός είναι διαφορετικός, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Ο θείος Σαμ κρατά μια πυρηνική βόμβα και έναν δαυλό, έτοιμος να βάλει φωτιά στον κόσμο. Το άσχημο πρόσωπό του είναι παραμορφωμένο από αδιέξοδο μίσος. Η λεζάντα αναφέρει: «Μην κάνεις βλακείες!».

16122016-2.jpg

Σοβιετική αφίσα του 1948 που απεικονίζει έναν παρασημοφορημένο Σοβιετικό στρατιώτη να επιπλήττει τον θείο Σαμ: «Μην κάνεις βλακείες!».
-------------------------------------------------------

Αυτή είναι η εθνική ευαισθησία που ο Πούτιν επανέφερε: Τον εχθρό, την απέχθεια, το ρίσκο και την υπερηφάνεια. Αυτή η νοοτροπία είναι η πανοπλία του Πούτιν εναντίον των οικονομικών κυρώσεων και της διπλωματικής πίεσης. Και αν η ιστορία είναι ένας κάποιος οδηγός, καμιά τιμωρία δεν είναι πιθανό να αλλάξει την στρατηγική ενός καθεστώτος που βασίζεται στον πατριωτικό πυρετό και την πολεμική υστερία ως το κύριο μέσο για την νομιμοποίηση της εξουσίας του -σίγουρα όχι βραχυπρόθεσμα, ή ίσως ακόμη και μεσοπρόθεσμα.

Ούτε θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι για την «σκανδάλη» της ανάπτυξης των μονάδων του ΝΑΤΟ στην ανατολική πλευρά της συμμαχίας. Η σκανδάλη είναι τόσο καλή όσο και η αντίληψη του παραβάτη για τις συνέπειες της ενεργοποίησής της. Είναι δυνατόν, φυσικά, ο Πούτιν να πιστεύει πως οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ θα πάνε σε πόλεμο με την Ρωσία, για παράδειγμα, σχετικά με μια κατοχή «τύπου Κριμαίας», της εσθονικής συνοριακής πόλης Νάρβα, όπου οι εθνοτικοί Ρώσοι αποτελούν την πλειοψηφία. Δυνατόν, αλλά όχι πιθανόν. Στην πραγματικότητα, η σκανδάλη μπορεί να δελεάσει τον Πούτιν να ρίξει τα ζάρια για να αποσπάσει αυτό που θα ήταν το μεγαλύτερο εγχώριο πολιτικό χτύπημα ως τώρα: Να εκθέσει το ΝΑΤΟ ως έναν χάρτινο τίγρη.

ΑΥΞΗΣΗ ΤΟΥ ΕΓΧΩΡΙΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ

Υπάρχει ένας τρόπος για να αλλάξει πορεία ο Πούτιν. Είναι να αντιστραφεί σταδιακά η συνεχής πολιτική δυναμική του καθεστώτος μεταστρέφοντας την εξωτερική πολιτική του, η οποία σήμερα είναι μακράν η πιο ισχυρή πηγή των επιτυχιών, της νομιμοποίησης, και της λαϊκής υποστήριξης του Κρεμλίνου, σε μια ανεξάντλητη πηγή αμφιβολίας, αμηχανίας και, τέλος, ταπείνωσης και τύψεων.

Η ρωσική ιστορία είναι αρκετά σαφής: Όσο υψηλότερος είναι ο πατριωτικός τόνος, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος της απογοήτευσης και της ανατροπής. Μερικές από τις πιο απότομες αλλαγές καθεστώτος, ακολούθησαν αποτυχίες της εξωτερικής και στρατιωτικής πολιτικής. Η φιλελεύθερη επανάσταση από τα πάνω, ξεκίνησε από τον Αλέξανδρο τον Β’ μετά την ήττα στον Κριμαϊκό πόλεμο (1853-1856). Η επανάσταση το 1905 εξερράγη στον απόηχο του καταστροφικού ρωσο-ιαπωνικού πολέμου. Η καταστροφή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου συνέβαλε σημαντικά στην επανάσταση των Μπολσεβίκων το 1917. Ο Νικίτα Χρουστσόφ εκδιώχθηκε το 1964, μετά την υποχώρηση στην κουβανική κρίση των πυραύλων το 1962. Και η περεστρόικα του Γκορμπατσόφ παρακινήθηκε σε μεγάλο βαθμό από το τέλμα του πολέμου στο Αφγανιστάν (1979-1988).

Ο Πούτιν ξέρει την ιστορία του. Αυτός (ακόμη) δεν είναι ένας τρελός δικτάτορας που πιστεύει στο δικό του αήττητο. Σε περίπτωση που ο ίδιος αντιληφθεί την πιθανότητα ήττας ή πύρρειας νίκης με απώλειες πάνω από εκείνες που οι Ρώσοι είναι πρόθυμοι να ανεχθούν, θα μπορούσε να αρχίσει να προσαρμόζει τις πολιτικές του. Ακόμη και το υπόδειγμα του Πούτιν για την αποφασιστική και πατριωτική ηγεσία, ο Ιωσήφ Στάλιν, μεθυσμένος όπως ήταν από τον θρίαμβό του στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εγκατέλειψε τα σχέδιά του για κράτη σοβιετικού τύπου στην Ελλάδα και στο βόρειο Ιράν αφότου τέθηκε σε εφαρμογή το Δόγμα Τρούμαν.

Μόλις οριστεί η στρατηγική της ραγδαίας αύξησης του εγχώριου πολιτικού κόστους της εξωτερικής πολιτικής του Πούτιν, οι τακτικές δεν θα είναι δύσκολο να βρεθούν.

Κατ’ αρχήν, ανεξάρτητα από το τι λέει ο Πούτιν στα διεθνή ακροατήρια για την νίκη επί του Ισλαμικού Κράτους (ISIS), ο βασικός στόχος της συμμετοχής του στην Συρία έχει παρουσιαστεί εγχώρια ως η αποκατάσταση της νόμιμης κυβέρνησης του Άσαντ. Ως αποτέλεσμα, η αποτροπή μιας τέτοιας «αποκατάστασης» είναι το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του εξαναγκασμού του Πούτιν να κάνει μια σκληρή επιλογή: Να αυξήσει την ρωσική υποστήριξη στον Άσαντ, διακινδυνεύοντας μεγαλύτερες ρωσικές απώλειες και ως εκ τούτου την αύξηση του εγχώριου πολιτικού κόστους, ή να αναζητήσει τρόπους για να αποστασιοποιηθεί από την Δαμασκό (σταδιακά και με την κατά το δυνατόν μικρότερη απώλεια γοήτρου). Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με την χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών και με πυραύλους cruise που θα χτυπούν αεροδρόμια, βάσεις, και θέσεις του πυροβολικού του συριακού στρατού, όπου δεν υπάρχουν παρόντα ρωσικά στρατεύματα, όπως υποστήριξε ο πρώην σύμβουλος του Ομπάμα για τη Μέση Ανατολή, Ντένις Ρος [5], στην εφημερίδα The New York Times˙ πραγματοποιώντας περιορισμένα χτυπήματα με αμερικανικούς πυραύλους cruise για να «τιμωρηθεί» ο Άσαντ (όπως συνιστάται [6] από το Center for American Progress)˙ ή από έναν συνδυασμό αυτών και άλλων μέτρων.

16122016-3.jpg

Ένας Ρώσος στρατιώτης περπατά προς ένα στρατιωτικό όχημα στην ελεγχόμενη από την κυβέρνηση αστική περιοχή Hanono στο Χαλέπι της Συρίας, τον Δεκέμβριο του 2016. OMAR SANADIKI / REUTERS
---------------------------------------------

Στην Ουκρανία, όπως και στην Συρία, το Κρεμλίνο δεν θα σταματήσει τον πόλεμο, εκτός αν το εγχώριο πολιτικό κόστος αρχίσει να αυξάνεται σημαντικά. Η μαχητική ανωτερότητα της Ρωσίας έναντι των αμυνομένων Ουκρανών, καθώς και οι σχετικά μέτριες ανθρώπινες απώλειες, προέρχονται κυρίως από την θανάσιμη αποτελεσματικότητα της «χαλύβδινης βροχής» του πυροβολικού της και της κυριαρχίας της στις ηλεκτρονικές εχθροπραξίες. Το να σταλούν στην Ουκρανία αμυντικά αντιαρματικά και αντιαεροπορικά όπλα, και εξελιγμένα ραντάρ που θα εντοπίζουν το ρωσικό πυροβολικό και τις θέσεις των τανκς, καθώς και η ενίσχυση της ικανότητας του Κιέβου να προστατεύει τις κυβερνητικές και στρατιωτικές επικοινωνίες έναντι της διείσδυσης και του hacking από την Ρωσία, θα μπορούσε να αρχίσει να αλλάζει την τρέχουσα δυναμική της μάχης. Αυτό, όπως και τα μέτρα στην Συρία, θα αναγκάσουν τον Πούτιν να αντιμετωπίσει μια επιλογή μεταξύ της αύξησης των ρωσικών αναπτύξεων -και έτσι των θυμάτων- ή να αναζητήσει μια πραγματική ειρηνευτική συμφωνία που θα αποκαθιστά την κυριαρχία και τον έλεγχο της Ουκρανίας στα σύνορά της.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα μέτρα αυτά διακινδυνεύουν να επιβαρύνουν τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ρωσία και να αποτελέσουν πρόκληση για ρωσικά αντίμετρα. Ωστόσο, η πραγματική στρατηγική επιλογή που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα δεν είναι πλέον ανάμεσα σε μια πιο ενεργή (και ως εκ τούτου, κατά πάσα πιθανότητα, υψηλότερου κινδύνου) πολιτική όπως υποστηρίζεται, για παράδειγμα, από τον Ross ή το Center for American Progress, αφενός, και την φαινομενικά ασφαλέστερη πολιτική μεγαλύτερης διευθέτησης με την Μόσχα, όπως διατυπώνεται, μεταξύ άλλων, από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο των Συνεργατών του Κίσινγκερ, Thomas Graham, και τον Διευθυντή του Κέντρου Kennan, Matthew Rojanksy [7]. Η επιλογή είναι μεταξύ δύο όλο και πιο επικίνδυνων επιλογών: Να αντιμετωπιστεί ο Πούτιν τώρα ή να τον δει κανείς να ενθαρρύνεται μέχρι του σημείου που να προσπαθήσει να αποσταθεροποιήσει -ή ακόμη και να εισβάλει άμεσα σε- ένα κράτος-μέλος στην ανατολική πλευρά του ΝΑΤΟ.

Ο σημερινός συνδυασμός των ήπιων οικονομικών κυρώσεων και της διπλωματικής πίεσης δεν είναι αρκετός για να αλλάξει η στρατηγική της εξωτερικής πολιτικής του Πούτιν στο εγγύς μέλλον. Ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό, είναι να υποβαθμιστεί η εγχώρια υποστήριξή του με το να αυξηθεί το εγχώριο πολιτικό κόστος του. Το πού και πώς θα αντιμετωπιστεί, θα ανασχεθεί και θα αντιστραφεί η τρέχουσα ρωσική εξωτερική πολιτική είναι λιγότερο σημαντικό από την αναγνώριση ότι ο απώτερος στρατηγικός στόχος είναι να αναγκαστεί ο Πούτιν να μετατοπίσει την βάση της νομιμοποίησης του καθεστώτος του από το εξωτερικό στο εσωτερικό: Μακριά από μια ολοένα και πιο επικίνδυνη εξωτερική πολιτική και προς μια πολιτική για να εκκινηθεί η ρωσική οικονομική ανάπτυξη μέσα από θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώσουν το επενδυτικό κλίμα και θα μειώσουν τις εντάσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Copyright © 2016 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/russia-fsu/2016-12-15/changing-p...

Σύνδεσμοι:
[1] http://www.foreignaffairs.gr/articles/69222/leon-aron/to-dogma-toy-poytin
[2] https://www.aei.org/publication/the-kremlins-propaganda-campaign-and-rus...
[3] http://www.reuters.com/article/us-mideast-crisis-assad-putin-idUSKCN0SF0...
[4] https://www.washingtonpost.com/news/worldviews/wp/2015/09/28/read-putins...
[5] http://www.nytimes.com/2016/08/03/opinion/the-case-for-finally-bombing-a...
[6] https://www.washingtonpost.com/politics/washington-foreign-policy-elites...
[7] http://foreignpolicy.com/2016/10/13/americas-russia-policy-has-failed-cl...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition