Κυπριακό: Μια άβολη πραγματικότητα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Κυπριακό: Μια άβολη πραγματικότητα

Ποια λύση μπορεί να είναι βιώσιμη

Η Ελλάδα υστερεί δημογραφικά τόσο πληθυσμιακά όσο και από πλευράς δημογραφικής πυραμίδας και κατανομής ηλικιών πληθυσμού, υστερεί σε στρατηγικό βάθος ενδοχώρας, υστερεί σε στρατιωτική ισχύ τόσο από αριθμό μεγέθους στρατεύματος όσο και από αριθμό πολεμικών μέσων όπως και κρίσιμων σύγχρονων μέσων όπως π.χ, άρματα μάχης, μαχητικά αεροπλάνα κλπ, και υστερεί και από πλευράς οικονομικών δυνατοτήτων. Δεν είναι δυνατόν κάποιος να πιστεύει αξιόπιστα ότι μια χώρα που η οικονομία της είναι οριακή και η πορεία αποπληρωμής των υποχρεώσεων της προς εξωτερικούς οφειλέτες είναι προδιαγεγραμμένη λόγω δικών της προγενέστερων λαθών για το μεγαλύτερο μέρος του 21ου αιώνα, έχει πραγματική οικονομική ισχύ και κυρίως σε βαθμό τέτοιο ώστε να μπορεί να υποστηρίξει μια αξιόπιστη αποτροπή. Η παραδοχή ότι ο ελληνισμός δεν διαθέτει την αναγκαία ισχύ για μια πολιτική λύση του Κυπριακού κατά το δοκούν και η παραδοχή ότι ο ελληνισμός δεν διαθέτει την απαιτούμενη ισχύ για να αντιστρέψει τα αποτελέσματα της αποφασιστικής τουρκικής στρατιωτικής νίκης του 1974, ίσως να αποτελεί μια απαιτούμενη και γενναία πράξη ειλικρινούς πατριωτισμού, για μια ρεαλιστική λύση του πολιτικού προβλήματος της Κύπρου. Εφόσον ο ελληνισμός έχει από καιρό αποκλείσει την στρατιωτική επιλογή για ανάκτηση των καταληφθέντων το 1974 κυπριακών εδαφών, η επόμενη επιλογή που μένει είναι η διπλωματία, δηλαδή η διαπραγμάτευση με την άλλη πλευρά. Αλλά εφόσον το ελληνικό έθνος δεν δύναται να διαπραγματευτεί υπό όρους ισχύος και εφόσον η διαιώνιση της σημερινής κατάστασης δεν ευνοεί την ελληνική πλευρά, αναγκαστικά ως κύρια επιλογή γίνεται ο συμβιβασμός. Τουλάχιστον, ας είναι έντιμος και αξιόπιστος.

Σε αντίθετη περίπτωση το πιθανότερο θα είναι η διαιώνιση της υφιστάμενης κατάστασης και η παγίωσή της με το πέρασμα του χρόνου, ως η δοθείσα εκ των πραγμάτων λύση στο Κυπριακό. Ο χρόνος θα καθιερώσει το υφιστάμενο status quo, το οποίο όμως θα το έχει χαράξει μόνο η μια πλευρά, αυτή δηλαδή η οποία νίκησε στην στρατιωτική σύγκρουση του 1974, κάτι που κρίνεται αρνητικό για τον ελληνισμό.

ΜΙΑ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Η έννοια του κοινού εθνικού κυπριακού αισθήματος για όλους τους Κυπρίους είναι ένα ανεξερεύνητο σημείο στην περίπτωση της Κύπρου. Υπάρχει περισσότερο από μια γενιά Κυπρίων που έχουν γεννηθεί και ανατραφεί ως μέλη μόνο της δικής τους εθνικής κοινότητας και οι οποίοι μεταφέρουν στις μνήμες τους πάνω από μισό αιώνα εθνοτικών συγκρούσεων. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι αυτοί οι άνθρωποι, εξαιτίας και μόνο του γεγονότος ότι ζουν στο ίδιο νησί και οι πρόγονοι τους ζούσαν επίσης στο ίδιο νησί, διέπονται από ένα αμοιβαίο αίσθημα υπέρ ενός κοινού εθνικού κυπριακού αισθήματος, ίδιου για κάθε Κύπριο.

Ιστορικά ο εθνικισμός ως κοινωνικό και πολιτικό κίνημα, έχει ασκήσει την δική του σημαντική επίδραση στην διεθνή πολιτική. Η δύναμη του εθνικισμού στην διαδικασία σχηματισμού κρατών, δεν είναι εύκολο να αγνοηθεί. Ο εθνικισμός μπορεί να δημιουργήσει, να ενσωματώσει ή να διαλύσει ένα κράτος. Η αίσθηση της κοινής εθνικής ταυτότητας είναι μια κινητήρια δύναμη στην διαδικασία οικοδόμησης του έθνους. Η ίδια η διαδικασία οικοδόμησης του έθνους, αποδίδει μεγάλη έμφαση στην δημιουργία μιας ιδιαίτερης εθνικής ταυτότητας για τα μέλη του και στην ενοποίηση στο μέγιστο δυνατό βαθμό όλων των ανθρώπων στο εσωτερικό του κράτους, με την αποδοχή και αφομοίωση αυτής της κοινής εθνικής ταυτότητας. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί τελικά ένα ομοιογενές κράτος που θα είναι πολιτικά ισχυρό και θα διαθέτει ενοποιητικά στοιχεία που θα του επιτρέπει να επιβιώνει στο μέλλον και να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τους όποιους εμφανιζόμενους κινδύνους για την ύπαρξη του.

Αυτό το στοιχείο δεν υπάρχει στην περίπτωση της Κύπρου. Δεν υφίσταται κοινή εθνική κυπριακή ταυτότητα η οποία να δρα ενοποιητικά για όλους τους Κυπρίους και να αποτελεί το κοινό πλαίσιο αναφοράς τους. Στην περίπτωση της Κύπρου, ο εθνικισμός δρα ως ένα στοιχείο αποσύνθεσης και όχι ως ένα στοιχείο ενσωμάτωσης.

Δεν υπάρχει κοινή ελληνική και τουρκική εθνική ταυτότητα, ούτε και υπήρξε ποτέ στο παρελθόν. Δεν υπάρχει ανάλογο ιστορικό προηγούμενο ούτε κάποια ανάλογη θετική ιστορική εμπειρία. Πώς είναι δυνατό κάποιος να θεωρεί ότι θα υπάρξει και θα λειτουργήσει δημιουργικά στην περίπτωση της Κύπρου;

Μια ρεαλιστική προσέγγιση θα διαπίστωνε πως είναι προφανές ότι στην Κύπρο δεν υπάρχει ή υπήρξε ποτέ η έννοια μιας κοινής κυπριακής ταυτότητας για όλους τους Κυπρίους. Κάθε μια από τις δύο κοινότητες της Κύπρου προσδιορίζεται περισσότερο με βάση την δική της μητρική πατρίδα-έθνος, παρά με ό,τι την συνδέει με την άλλη κοινότητα στην Κύπρου.

Ειδικότερα μια ρεαλιστική προσέγγιση μπορεί να παρατηρήσει ότι:

-Η έννοια της ύπαρξης μιας κοινής εθνικής κυπριακής ταυτότητας για όλους τους Κυπρίους, στην περίπτωση της Κύπρου, δείχνει να είναι περισσότερο επιδίωξη παρά πραγματικότητα.
-Υπάρχουν διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις και οράματα από κάθε κοινότητα στην Κύπρο, όσον αφορά στο πώς προσβλέπουν στο κοινό τους μέλλον.
-Υπάρχει στο νησί, μια αμφιλεγόμενη γεωπολιτική κατάσταση με ερωτηματικά ως προς την δυνατότητα διαιώνισής της.
-Υπάρχει στην πραγματικότητα η άρνηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης στον Κυπριακό λαό. Η Κύπρος ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος, περισσότερο ως αποτέλεσμα πολιτικού συμβιβασμού και αντικρουόμενων φιλοδοξιών.
-Υπήρξε η εγκαθίδρυση άλλων χωρών (Ηνωμένο Βασίλειο, Τουρκία και Ελλάδα) ως εγγυητών ενός ανεξάρτητου κράτους (Κύπρος). Η έννοια της εγγυήτριας δύναμης μιας χώρας δεν συμβαδίζει με την πραγματική ανεξαρτησία. Τείνει περισσότερο προς προτεκτοράτο.
-Ισχύει ένα αυξημένο ποσοστό (37%) του ελεγχόμενου από τους Υουρκοκυπρίους κυπριακού εδάφους σε σύγκριση με το ποσοστό του πληθυσμού τους (18%), μετά τα γεγονότα του 1974.

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΜΕ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ