Κυπριακό: Μια άβολη πραγματικότητα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Κυπριακό: Μια άβολη πραγματικότητα

Ποια λύση μπορεί να είναι βιώσιμη

Είναι κοινό μυστικό ότι ο πολιτικός έλεγχος της Κύπρου, αποτέλεσε το μήλο της έριδος για την Ελλάδα και την Τουρκία. Το Κυπριακό πρόβλημα είναι ένα από τα χρονίζοντα εθνοτικά ζητήματα στην Ευρώπη. Αποτελεί μια διακοινοτική διαμάχη, που ξεκίνησε στην δεκαετία του 1950 σχεδόν ταυτόχρονα με τον αγώνα για την ανεξαρτησία από την Βρετανία, κράτησε όλη την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και εξακολουθεί να είναι ενεργή και στην δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα. Γεωπολιτική, διεθνές δίκαιο, διεθνής πολιτική, δημογραφία, ανθρώπινα δικαιώματα και ιστορία, αναμίχθηκαν σε μια μακροχρόνια διένεξη μεταξύ εθνοτήτων, με συνεχείς διακυμάνσεις μέχρι τώρα. Το Κυπριακό περιλαμβάνει πάνω από εβδομήντα (70) χρόνια εθνοτικών συγκρούσεων, στρατιωτικών μαχών, πολιτικών διαφωνιών και αμοιβαίας δυσπιστίας.

Κατά την διάρκεια αυτών των ετών, αναπτύχθηκαν στην Κύπρο δύο αντικρουόμενες εθνοτικές φιλοδοξίες. Οι Έλληνες οραματίστηκαν την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και οι Τούρκοι ζήτησαν την διχοτόμηση του νησιού. Έχει κάποιος αναρωτηθεί εάν μετά από τόσες θυσίες του ελληνισμού στην Κύπρο, ποιος τελικά είναι πιο κοντά με τις αρχικές πολιτικές του επιδιώξεις; Ποια εθνική κοινότητα βρίσκεται στην δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, πλησιέστερα στην υλοποίηση των αρχικών της στόχων; Η απάντηση είναι προφανής και για αυτό το λόγο, ίσως η ερώτηση αυτή δεν αναφέρεται συχνά ως όφειλε στον δημόσιο διάλογο για την Κύπρο. Η απόκρυψη όμως της αποτυχίας ή ο στρουθοκαμηλισμός πίσω από διακηρύξεις για ανάγκη εφαρμογής του διεθνούς δικαίου, είναι εθνικά επωφελής τακτική για τον ελληνισμό;

Μια σημαντική χρονιά για την Κύπρο ήταν το 1959, όταν η Κύπρος με τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου του 1959, προβλεπόταν να ανακηρυχθεί ανεξάρτητο κράτος, γεγονός που πραγματοποιήθηκε στις 16 Αυγούστου 1960. Ποιά όμως ήταν τα πραγματικά κίνητρα που ώθησαν την Ελλάδα τότε να αποδεχθεί την κυπριακή ανεξαρτησία, με τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, εκ των οποίων η μια θα ήταν η Τουρκία; Είναι σχεδόν αυταπόδεικτο ότι η Κύπρος κηρύχθηκε ανεξάρτητη με αυτούς τους όρους, περισσότερο ως πολιτικός συμβιβασμός παρά ως πολιτικό αίτημα των ίδιων των Κυπρίων. Δεδομένου ότι ήταν απαράδεκτο για τους Τούρκους να αποδεχθούν την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, όπως αναλόγως ήταν απαράδεκτη από τους Έλληνες η διχοτόμηση της Κύπρου, η ανεξαρτησία φαινόταν να είναι η επόμενη πιο αποδεκτή κατάσταση για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.

27122016-1.jpg

Ένας άνδρας περπατά ανάμεσα στους τάφους των στρατιωτών που σκοτώθηκαν στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, στο στρατιωτικό κοιμητήριο Τύμβος Μακεδονίτισσας στην Λευκωσία, στις 19 Ιουλίου 2016. REUTERS/Yiannis Kourtoglou
-------------------------------------------------------------------------------

Απέκλειε τυπικά και τις δύο εθνοτικές επιδιώξεις και έδινε ταυτόχρονα πολιτική λύση και στο αίτημα για λήξη του αποικιακού καθεστώτος. Η καθοριστική χρονιά όμως για την Κύπρο, δεν ήταν το 1959, αλλά το 1974. Στις 20 Ιουλίου 1974 η Τουρκία εκμεταλλευόμενη την ελληνική παρέμβαση στην Κύπρο και το υποστηριζόμενο από την Ελλάδα πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου 1974 για την ανατροπή της εκλεγμένης κυβέρνησης της Κύπρου και φοβούμενη ότι αυτό θα οδηγήσει σε πλήρη έλεγχο της Κύπρου από την Ελλάδα, άσκησε το δικαίωμα της να παρέμβει, ως μια από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις του νησιού. Με μια επιτυχημένη για τα τουρκικά συμφέροντα στρατιωτική επιχείρηση που έγινε σε δύο στάδια, τα τουρκικά στρατεύματα πήραν τον έλεγχο ολόκληρου του βόρειου τμήματος του νησιού. Ως αποτέλεσμα αυτού, η Κύπρος έκτοτε είναι χωρισμένη de facto σε δύο πολιτικές οντότητες. Ένα τμήμα είναι υπό ελληνοκυπριακό έλεγχο και περιλαμβάνει περίπου το 59% της έκτασης του νησιού. Ένα άλλο τμήμα είναι κάτω από τον τουρκοκυπριακό έλεγχο και περιλαμβάνει περίπου το 37% της έκτασης του νησιού. Οι δύο κυρίαρχες βρετανικές βάσεις στην Κύπρο, καταλαμβάνουν περίπου το 2,8% της έκτασης του νησιού. Υπάρχει επίσης και μια ουδέτερη ζώνη υπό τον έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών. Επιπλέον στις 15 Νοεμβρίου 1983, οι Τουρκοκύπριοι ανακήρυξαν την Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου, η οποία αναγνωρίζεται επίσημα μόνο από την Τουρκία.

Η ΑΝΑΓΚΗ ΑΝΑΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ

Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός είχε πει το απόφθεγμα ότι «το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές». Τίποτε καλύτερο από αυτό δεν θα μπορούσε να ισχύει για την περίπτωση της Κύπρου. Ενδεχομένως μια ριζικά ανασχεδιασμένη προσέγγιση στο πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου, η οποία να καθοδηγείται από τις αρχές του πολιτικού ρεαλισμού ως υφίσταται σαν επιστημονικό παράδειγμα στην θεωρία και την μεθοδολογία της επιστήμης των διεθνών σχέσεων, να μπορέσει να ανατρέψει την στασιμότητα και τα ευχολόγια στα οποία έχει περιπέσει η ελληνική εξωτερική πολιτική ειδικά μετά το 1974. Μια ρεαλιστική win-win προσέγγιση που θα μεταβάλλει τα ισχύοντα στερεότυπα στην καθιερωμένη προσέγγιση του ελληνισμού στο Κυπριακό, ίσως να συμβάλλει καλύτερα σε μια αξιοπρεπή για τον ελληνισμό και επομένως αποδεκτή λύση του πολιτικού προβλήματος της Κύπρου. Δηλαδή, κυρίως μια ανασχεδιασμένη πολιτική χωρίς στόχους ανέφικτους και μη συμβατούς με την υφιστάμενη πραγματικότητα και τις δυνατότητες του ελληνικού έθνους συνολικά.

Η υφιστάμενη ελληνική πολιτική που αντιμετωπίζει το Κυπριακό κυρίως υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου και της παραβίασής του από την τουρκοκυπριακή πλευρά, σε κάθε περίπτωση έχει εξαντλήσει την δυναμική της και ό,τι τυχόν μπορούσε να αποφέρει. Η περαιτέρω συνέχισή της, δεν είναι εθνικά επωφελής. Επίσης η εσκεμμένη αγνόηση της γεωπολιτικής σε ένα ζήτημα που έχει βαθιά γεωπολιτική διάσταση, σε έναν αντικειμενικό παρατηρητή δείχνει είτε αδυναμία κατανόησης του διεθνούς συστήματος είτε προσπάθεια απόκρυψης του ελλείμματος ισχύος της αδύναμης ή της ηττημένης πλευράς.

Μια win-win προσέγγιση, θα πρέπει να δει τι μπορεί να ενσωματώσει στην πολιτική της από τις θέσεις του αντιπάλου, ώστε να καθησυχάζει τις ανησυχίες της άλλης πλευράς χωρίς να υπονομεύει τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα αλλά και να έχει πραγματικές πιθανότητες αποδοχής από τον συνομιλητή της. Επίσης, για να έχει πιθανότητες αποδοχής από την τουρκική πλευρά η οποία έχει και το συγκριτικό πλεονέκτημα μετά το 1974, και λαμβάνοντας υπόψη ως δεδομένο ότι η ελληνική πλευρά έχει αποκλείσει την στρατιωτική επιλογή (αλλά και να μην την είχε αποκλείσει, το φανερό και αντικειμενικό έλλειμμα ισχύος δεν επιτρέπει τέτοιες σκέψεις), η όποια νέα ελληνική πολιτική θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τις εμπειρίες και τις θέσεις και της άλλης πλευράς προκειμένου να μπορέσει να παρακάμψει αντικειμενικές δυσκολίες και παγιωμένες καταστάσεις που υπάρχουν και στην τουρκοκυπριακή πλευρά.

Σε γενικές γραμμές οι κυρίαρχες προσεγγίσεις των δύο κοινοτήτων από το 1974 έως σήμερα παραμένουν σταθερές και έχουν αποκρυσταλλωθεί στα παρακάτω βασικά σημεία:

Ελληνοκυπριακές βασικές θέσεις:

-Υψηλή προτεραιότητα σε θέματα όπως η ελευθερία της μετακίνησης, της ιδιοκτησίας και εγκατάστασης.
-Πρόταξη ζητημάτων όπως η επιστροφή ιδιοκτησιών και κατεχόμενων περιοχών
-Άρση κάθε είδους εγγυήσεων από άλλες χώρες προς τις κοινότητες του νησιού ή το κυπριακό κράτος
-Ομοσπονδιακή διζωνική λύση με ισχυρή κεντρική εξουσία και αδύνατα κρατίδια

Τουρκοκυπριακές βασικές θέσεις:

-Συνομοσπονδιακή λύση με ισχυρά ομόσπονδα κρατίδια και αδύνατη κεντρική εξουσία
-Εγγυήσεις ασφάλειας για την τουρκοκυπριακή κοινότητα από την Τουρκία
-Αναγνώριση πολιτικής ισότητας μεταξύ των δύο κοινοτήτων της Κύπρου
-Συνεκμετάλλευση των υποθαλάσσιων φυσικών πόρων της Κύπρου και από τις δύο κοινότητες (προστέθηκε τα τελευταία χρόνια).

ΕΛΛΕΙΨΗ ΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

Στην Κύπρο, η γεωπολιτική επικράτησε έναντι κάθε άλλης προσέγγισης. Η γεωγραφία ήταν υπέρ της Τουρκίας και η ιστορία και η δημογραφία ήταν υπέρ της Ελλάδας. Τοπικά, οι Ελληνοκύπριοι ήταν πιο ισχυροί από ό, τι οι Τουρκοκύπριοι συμπατριώτες τους, αλλά αυτό ανατρέπονταν από την ισχυρότερη δύναμη του μητρικού έθνους των Τουρκοκυπρίων, δηλαδή της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας, καθώς και από την τουρκική εγγύτητα στην Κύπρο. Το Κυπριακό, ο ελληνισμός το αντιμετώπισε εξαρχής ως μια ουτοπία. Δεν έκανε σωστή εκτίμηση της διεθνούς πολιτικής. Το αντιμετώπισε έως και απλοϊκά ως μια επιβράβευση των θυσιών του στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή ως μια επικράτηση του αισθήματος δικαίου στο διεθνές σύστημα, όπου η αναγνώριση της διαχρονικής προσφοράς του ελληνισμού στον παγκόσμιο πολιτισμό, θα επέφερε περίπου ως αυτοδίκαια την ικανοποίηση των ελληνικών εθνικών δικαίων. Όμως, το νόμισμα των διεθνών σχέσεων είναι η ισχύς. Εξαρχής οι πολιτικοί στόχοι των Ελληνοκύπριων ήταν πέρα από τις στρατιωτικές τους δυνατότητες. Στο γεωπολιτικό τετράγωνο Τουρκία – Ελλάδα – Τουρκοκύπριοι - Ελληνοκύπριοι, η ισορροπία δυνάμεων ήταν διαχρονικά συνολικά υπέρ της τουρκικής πλευράς. Η τουρκική απειλή για εισβολή στην Κύπρο το 1964 αποφεύχθηκε από τον ξένο παράγοντα, όχι από την ελληνική προβολή ισχύος. Αντίστοιχα η ελληνική στρατιωτική αντίσταση το 1974 δεν ήταν ικανή για να προστατέψει την Κύπρο από την εχθρική εισβολή, ούτε και εν συνεχεία να αντιστρέψει τα αποτελέσματά της.

Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004 και η ένταξη από 1ης Ιανουαρίου 2008 της Κύπρου στην ζώνη του Ευρώ, αποτέλεσαν σημαντικά πολιτικά ορόσημα στην ιστορία της Κύπρου και τα δύο σημαντικότερα επιτεύγματα της ακολουθούμενης έως τώρα εθνικής πολιτικής στο Κυπριακό. Όμως η αδυναμία συνδυασμού τους με την αντίστοιχη στρατιωτική ισχύ και η εμμονή σε ανέφικτους πολιτικούς στόχους δεν ήταν δυνατό να επιφέρουν σημαντικότερα ευεργετικά αποτελέσματα, καθώς από ελληνικής πλευράς δεν υφίσταντο άλλα μέσα και περαιτέρω δυνατότητες για να αντιστραφεί η αρνητική μετά το 1974 κατάσταση. Όμως, ο χρόνος που διανύεται άπρακτα δεν είναι μακροπρόθεσμα προς όφελος των ελληνικών συμφερόντων.

Επιπρόσθετα, δεν υπάρχουν ορατές ενδείξεις που να δημιουργούν αξιόπιστες προσδοκίες για βελτίωση των δεικτών ισχύος του ελληνικού έθνους μακροπρόθεσμα ώστε να βελτιωθεί η διαπραγματευτική του ικανότητα στο άμεσο μέλλον ή σε διάστημα μιας ή δύο γενεών.

Η πραγματικότητα είναι ότι ο ελληνισμός υπολείπεται σχεδόν σε όλους τους δείκτες ισχύος από την Τουρκία. Η διαφορά αυτή, με το πέρασμα του χρόνου, στην καλύτερη περίπτωση θα παραμένει σταθερή, διαφορετικά θα διευρύνεται υπέρ της Τουρκίας.

Η Ελλάδα υστερεί δημογραφικά τόσο πληθυσμιακά όσο και από πλευράς δημογραφικής πυραμίδας και κατανομής ηλικιών πληθυσμού, υστερεί σε στρατηγικό βάθος ενδοχώρας, υστερεί σε στρατιωτική ισχύ τόσο από αριθμό μεγέθους στρατεύματος όσο και από αριθμό πολεμικών μέσων όπως και κρίσιμων σύγχρονων μέσων όπως π.χ, άρματα μάχης, μαχητικά αεροπλάνα κλπ, και υστερεί και από πλευράς οικονομικών δυνατοτήτων. Δεν είναι δυνατόν κάποιος να πιστεύει αξιόπιστα ότι μια χώρα που η οικονομία της είναι οριακή και η πορεία αποπληρωμής των υποχρεώσεων της προς εξωτερικούς οφειλέτες είναι προδιαγεγραμμένη λόγω δικών της προγενέστερων λαθών για το μεγαλύτερο μέρος του 21ου αιώνα, έχει πραγματική οικονομική ισχύ και κυρίως σε βαθμό τέτοιο ώστε να μπορεί να υποστηρίξει μια αξιόπιστη αποτροπή. Η παραδοχή ότι ο ελληνισμός δεν διαθέτει την αναγκαία ισχύ για μια πολιτική λύση του Κυπριακού κατά το δοκούν και η παραδοχή ότι ο ελληνισμός δεν διαθέτει την απαιτούμενη ισχύ για να αντιστρέψει τα αποτελέσματα της αποφασιστικής τουρκικής στρατιωτικής νίκης του 1974, ίσως να αποτελεί μια απαιτούμενη και γενναία πράξη ειλικρινούς πατριωτισμού, για μια ρεαλιστική λύση του πολιτικού προβλήματος της Κύπρου. Εφόσον ο ελληνισμός έχει από καιρό αποκλείσει την στρατιωτική επιλογή για ανάκτηση των καταληφθέντων το 1974 κυπριακών εδαφών, η επόμενη επιλογή που μένει είναι η διπλωματία, δηλαδή η διαπραγμάτευση με την άλλη πλευρά. Αλλά εφόσον το ελληνικό έθνος δεν δύναται να διαπραγματευτεί υπό όρους ισχύος και εφόσον η διαιώνιση της σημερινής κατάστασης δεν ευνοεί την ελληνική πλευρά, αναγκαστικά ως κύρια επιλογή γίνεται ο συμβιβασμός. Τουλάχιστον, ας είναι έντιμος και αξιόπιστος.

Σε αντίθετη περίπτωση το πιθανότερο θα είναι η διαιώνιση της υφιστάμενης κατάστασης και η παγίωσή της με το πέρασμα του χρόνου, ως η δοθείσα εκ των πραγμάτων λύση στο Κυπριακό. Ο χρόνος θα καθιερώσει το υφιστάμενο status quo, το οποίο όμως θα το έχει χαράξει μόνο η μια πλευρά, αυτή δηλαδή η οποία νίκησε στην στρατιωτική σύγκρουση του 1974, κάτι που κρίνεται αρνητικό για τον ελληνισμό.

ΜΙΑ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Η έννοια του κοινού εθνικού κυπριακού αισθήματος για όλους τους Κυπρίους είναι ένα ανεξερεύνητο σημείο στην περίπτωση της Κύπρου. Υπάρχει περισσότερο από μια γενιά Κυπρίων που έχουν γεννηθεί και ανατραφεί ως μέλη μόνο της δικής τους εθνικής κοινότητας και οι οποίοι μεταφέρουν στις μνήμες τους πάνω από μισό αιώνα εθνοτικών συγκρούσεων. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι αυτοί οι άνθρωποι, εξαιτίας και μόνο του γεγονότος ότι ζουν στο ίδιο νησί και οι πρόγονοι τους ζούσαν επίσης στο ίδιο νησί, διέπονται από ένα αμοιβαίο αίσθημα υπέρ ενός κοινού εθνικού κυπριακού αισθήματος, ίδιου για κάθε Κύπριο.

Ιστορικά ο εθνικισμός ως κοινωνικό και πολιτικό κίνημα, έχει ασκήσει την δική του σημαντική επίδραση στην διεθνή πολιτική. Η δύναμη του εθνικισμού στην διαδικασία σχηματισμού κρατών, δεν είναι εύκολο να αγνοηθεί. Ο εθνικισμός μπορεί να δημιουργήσει, να ενσωματώσει ή να διαλύσει ένα κράτος. Η αίσθηση της κοινής εθνικής ταυτότητας είναι μια κινητήρια δύναμη στην διαδικασία οικοδόμησης του έθνους. Η ίδια η διαδικασία οικοδόμησης του έθνους, αποδίδει μεγάλη έμφαση στην δημιουργία μιας ιδιαίτερης εθνικής ταυτότητας για τα μέλη του και στην ενοποίηση στο μέγιστο δυνατό βαθμό όλων των ανθρώπων στο εσωτερικό του κράτους, με την αποδοχή και αφομοίωση αυτής της κοινής εθνικής ταυτότητας. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί τελικά ένα ομοιογενές κράτος που θα είναι πολιτικά ισχυρό και θα διαθέτει ενοποιητικά στοιχεία που θα του επιτρέπει να επιβιώνει στο μέλλον και να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τους όποιους εμφανιζόμενους κινδύνους για την ύπαρξη του.

Αυτό το στοιχείο δεν υπάρχει στην περίπτωση της Κύπρου. Δεν υφίσταται κοινή εθνική κυπριακή ταυτότητα η οποία να δρα ενοποιητικά για όλους τους Κυπρίους και να αποτελεί το κοινό πλαίσιο αναφοράς τους. Στην περίπτωση της Κύπρου, ο εθνικισμός δρα ως ένα στοιχείο αποσύνθεσης και όχι ως ένα στοιχείο ενσωμάτωσης.

Δεν υπάρχει κοινή ελληνική και τουρκική εθνική ταυτότητα, ούτε και υπήρξε ποτέ στο παρελθόν. Δεν υπάρχει ανάλογο ιστορικό προηγούμενο ούτε κάποια ανάλογη θετική ιστορική εμπειρία. Πώς είναι δυνατό κάποιος να θεωρεί ότι θα υπάρξει και θα λειτουργήσει δημιουργικά στην περίπτωση της Κύπρου;

Μια ρεαλιστική προσέγγιση θα διαπίστωνε πως είναι προφανές ότι στην Κύπρο δεν υπάρχει ή υπήρξε ποτέ η έννοια μιας κοινής κυπριακής ταυτότητας για όλους τους Κυπρίους. Κάθε μια από τις δύο κοινότητες της Κύπρου προσδιορίζεται περισσότερο με βάση την δική της μητρική πατρίδα-έθνος, παρά με ό,τι την συνδέει με την άλλη κοινότητα στην Κύπρου.

Ειδικότερα μια ρεαλιστική προσέγγιση μπορεί να παρατηρήσει ότι:

-Η έννοια της ύπαρξης μιας κοινής εθνικής κυπριακής ταυτότητας για όλους τους Κυπρίους, στην περίπτωση της Κύπρου, δείχνει να είναι περισσότερο επιδίωξη παρά πραγματικότητα.
-Υπάρχουν διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις και οράματα από κάθε κοινότητα στην Κύπρο, όσον αφορά στο πώς προσβλέπουν στο κοινό τους μέλλον.
-Υπάρχει στο νησί, μια αμφιλεγόμενη γεωπολιτική κατάσταση με ερωτηματικά ως προς την δυνατότητα διαιώνισής της.
-Υπάρχει στην πραγματικότητα η άρνηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης στον Κυπριακό λαό. Η Κύπρος ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος, περισσότερο ως αποτέλεσμα πολιτικού συμβιβασμού και αντικρουόμενων φιλοδοξιών.
-Υπήρξε η εγκαθίδρυση άλλων χωρών (Ηνωμένο Βασίλειο, Τουρκία και Ελλάδα) ως εγγυητών ενός ανεξάρτητου κράτους (Κύπρος). Η έννοια της εγγυήτριας δύναμης μιας χώρας δεν συμβαδίζει με την πραγματική ανεξαρτησία. Τείνει περισσότερο προς προτεκτοράτο.
-Ισχύει ένα αυξημένο ποσοστό (37%) του ελεγχόμενου από τους Υουρκοκυπρίους κυπριακού εδάφους σε σύγκριση με το ποσοστό του πληθυσμού τους (18%), μετά τα γεγονότα του 1974.

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΜΕ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

Ως εκ τούτου θα πρέπει να χαραχθεί μια νέα ρεαλιστική προσέγγιση για μια συνολική επίτευξη λύσης στην Κύπρο, η οποία θα βασίζεται στην λογική ότι όλες οι πλευρές κερδίζουν από την λύση (win – win) και θα προσφέρει αξιοπρέπεια σε όλους τους Κυπρίους. Βασικό της στοιχείο θα πρέπει να είναι τι θεωρεί η κάθε κοινότητα στην Κύπρο από μόνη της ως απαραίτητο στοιχείο λύσης και όχι τι θεωρεί η κάθε πλευρά ως καλό και για την άλλη.

Επιπλέον, θα πρέπει να αντλεί διδάγματα από την επιστήμη των διεθνών σχέσεων, την γεωγραφία και την ιστορία και να λαμβάνει υπόψη της τα γεωπολιτικά προτάγματα είτε μας αρέσουν είτε όχι. Μια ανασχεδιασμένη ελληνική θέση θα πρέπει να δημιουργεί ένα πλαίσιο αρχών που θα βασίζεται σε απλές και λειτουργικές, κατανοητές από όλους τους Κυπρίους αρχές. Τυχόν περίπλοκες καταστάσεις και σύνθετες νομικές και διοικητικές διευθετήσεις, θα έχουν τον σπόρο της μελλοντικής διαφορετικής ερμηνείας και θα υποσκάπτουν την όποια προσέγγιση μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Η ελληνική πλευρά μπορεί εξ’ ορισμού να πορεύεται σε συμβιβασμό, δύναται όμως εντός ενός ρεαλιστικού σχεδιασμού να λάβει στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, ανταλλάγματα τέτοια που θα τον καθιστούν ως συμβιβασμό, έντιμο, αξιοπρεπή και αποδεκτό. Θα πρέπει οπωσδήποτε να εστιάσει σε βασικά γεωπολιτικά προστάγματα αφήνοντας στην άκρη τα επουσιώδη: Δεν υπάρχει περιθώριο για συναισθηματικά κριτήρια και δεν υπάρχει χώρος για ανέφικτους μεγαλοϊδεατισμούς αλλά ούτε και για ιδεαλισμούς και ουτοπίες. Για παράδειγμα, όπως η σύγχρονη Ελλάδα ως συνέπεια της στρατιωτικής της ήττας του 1922 έχει αποδεχθεί το γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη δεν μπορεί πλέον να αποτελεί την πρωτεύουσα της Ελλάδας όσους αρχαιολογικούς, ιστορικούς και εθνικούς τίτλους και να επικαλείται, έτσι πρέπει η σύγχρονη Ελλάδα να αποδεχθεί ότι ως συνέπεια της στρατιωτικής ήττας του 1974, ότι δεν δύναται πλέον να ασκεί τον πολιτικό της έλεγχο επί του συνόλου του νησιού. Καλύτερα στην πορεία του ένα έθνος να έχει την ωριμότητα να πάρει αποφάσεις γενναίες αλλά ρεαλιστικές, παρά να παραμένει άτολμο να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα και να βαδίζει στο κενό παρασυρόμενο από εθνικούς μύθους και ουτοπίες ασύμβατες με την πραγματικότητα.

Υπενθυμίζεται ότι στην γεωπολιτική:

-Κενό ισχύος δεν νοείται
-Η στρατιωτική ισχύς είναι κορυφαία μορφή ισχύος
-Δεν υπάρχει υποκατάστατο για την νίκη
-Στην διεθνή πολιτική έχεις τόσο δίκαιο όσο μπορείς να επιβάλεις
-Η ισχύς προσδιορίζει την ηθική και το δίκαιο στις διεθνείς σχέσεις.

Κατά συνέπεια, κυρίαρχος στόχος θα πρέπει οπωσδήποτε να είναι η διασφάλιση της απρόσκοπτης παρουσίας του ελληνισμού στην Κύπρο καθώς και η διασφάλιση συνθηκών ασφάλειας και ευημερίας για τους Ελληνοκυπρίους. Ο ελληνισμός σαν έθνος θα είναι τραγικό να θρηνεί νέες χαμένες πατρίδες. Το 1922 ο ελληνισμός έχασε και την δυτική Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη. Εγκατέλειψε γη στην οποία υπήρχε διαχρονική ελληνική παρουσία περίπου για 3.000 χρόνια.

Ήταν, όμως, η συνέπεια της στρατιωτικής του ήττας τον Αύγουστο του 1922 και των συνθηκών υπό την οποία αυτή η ήττα διαμορφώθηκε. Άφησε γη προς όφελος ενός συγκάτοικου, στην συγκεκριμένη περίπτωση της Τουρκίας, που είχε πολύ μικρότερη ιστορική παρουσία σε αυτά τα εδάφη. Τώρα, στην περίπτωση της Κύπρου, ο ελληνισμός δεν είναι ανάγκη να τα χάσει πάλι όλα. Ένα τέτοιο γεγονός, αν τυχόν συμβεί αναλογικά ξανά, θα αποτελεί μια σημαντική γεωπολιτική συρρίκνωση του ελληνισμού και σημαντική περιθωριοποίησή του στην Ανατολική Μεσόγειο.

Θα πρέπει να διασφαλιστεί ένα αξιοπρεπές και σχετικά αναλογικό με το ποσοστό των Ελληνοκυπρίων ποσοστό εδάφους, ως αποκλειστική ελληνοκυπριακή διοίκηση. Δεν έχουν νόημα οι κοινές χρήσεις γης και ιδιοκτησιών. Καλύτερα κάτι λιγότερο αλλά ξεκάθαρα ελληνικό και μόνο ελληνικό. Ένα αξιοπρεπές ποσοστό της κυπριακής γης που θα έχουν δημόσια και επίσημα με διεθνή συμφωνία αναγνωρίσει ως ελληνοκυπριακή γη και οι Τουρκοκύπριοι και η ίδια η Τουρκία. Δηλαδή, ένα τμήμα κυπριακής γης που θα έχει προϋπολογισμό, θεσμούς, δομές και δημόσια διοίκηση, αποκλειστικά ελεγχόμενη από Ελληνοκυπρίους. Χωρίς εγγυήσεις καμίας χώρας και ιδιαίτερα της Τουρκίας και χωρίς έμμεση έστω και συμβολική ακόμη τουρκοκυπριακή εξουσία σε επίπεδο Τούρκου προέδρου ή αναπληρωτή πρόεδρου ενός ομοσπονδιακού κυπριακού κράτους.

27122016-2.jpg

Υποστηρικτές του Τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν ανεμίζουν τουρκικές σημαίες στο Μνημείο για την Δημοκρατία στην πλατεία Ταξίμ στην Κωνσταντινούπολη, στις 16 Ιουλίου 2016. REUTERS/Alkis Konstantinidis
-----------------------------------------------------

Ενδιάμεσες λύσεις στην λογική της κοινής πατρίδας και της αμοιβαίας πρόσβασης σε όλο το νησί, είναι ουτοπικές και θνησιγενείς. Στην πορεία του χρόνου θα αποδειχθούν ανεφάρμοστες και είναι αμφίβολο αν οι Τουρκοκύπριοι μακροπρόθεσμα θα τις εφαρμόσουν πιστά. Με τι πειθώ θα πείσουν οι Ελληνοκύπριοι τους Τουρκοκύπριους σε τήρηση των συμφωνημένων αν τα αθετούν ή τα καταχρώνται; Επιπρόσθετα, η διαμόρφωση της πληθυσμιακής πυραμίδας και οι δημογραφικοί δείκτες των Τουρκοκύπριων είναι πιο δυναμικοί μακροπρόθεσμα από τους αντίστοιχους ελληνοκυπριακούς. Αν υποθετικά τους κατοχυρώνονται δικαιώματα που θα τους απορρέουν από διεθνή συνθήκη επί ολόκληρης της νήσου, γιατί αυτό θα το δικαιούνται ως ενιαία κοινή πατρίδα, πώς θα αντικρουστεί η τουρκοποίηση ή η ισλαμοποίηση ολόκληρης της Κύπρου; Με επίκληση του διεθνούς δικαίου και καταγγελίες στον ΟΗΕ και την Ευρωπαϊκή Ένωση; Αυτά πράττουν οι Έλληνες και τώρα, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα. Εξάλλου, αν ο ελληνισμός ήθελε να μοιράζεται κοινή πατρίδα με τους Τούρκους, τότε γιατί έγινε η επανάσταση του 1821, η Κρητική Επανάσταση του 1866-1869, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912 - 1913 και ο Απελευθερωτικός Αγώνας της Κύπρου της περιόδου 1955-1959;

Συνεπώς, είναι καλύτερα να επιδιωχθεί μια λύση που θα έχει διακριτές εδαφικές και κρατικές οντότητες στην Κύπρο για τις δύο κοινότητες, παρά μια τεχνητή με αυστηρά χαρακτηριστικά ομοσπονδία. Η θέση αυτή μπορεί να παραξενεύει αρχικά ή και να ξενίζει. Είναι όμως προϊόν ρεαλισμού και όχι ιδεολογικών αγκυλώσεων ή ουτοπικών επιδιώξεων.

Δεν είναι ανάγκη στις πλάτες του ελληνισμού να δοκιμαστεί ξανά η αποτελεσματικότητα από ιδεολογήματα που μπορεί ενδεχομένως και κάποια από αυτά να είναι εξαιρετικά ως νοητικές συλλήψεις του ανθρώπινου πνεύματος, έχουν όμως πάντοτε το μειονέκτημα ότι χάνουν στην πράξη, ίσως γιατί και να προσκρούουν στους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης.

Ας δοθεί αλλού η ευκαιρία να δοκιμαστεί εκ νέου στην πραγματική ζωή και το «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» και το «κοινό ευρωπαϊκό σπίτι» και οτιδήποτε άλλο προβάλλεται είτε ως ουτοπία είτε ως ανώτερη πραγματικότητα.

ΕΝΑ ΡΕΑΛΣΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΠΙΔΙΩΞΕΩΝ

Είναι γεγονός ότι για δεκαετίες η ελληνική πλευρά επιδίωκε λύση ομοσπονδίας και η τουρκοκυπριακή πλευρά λύση που θα προσομοίαζε περισσότερο με συνομοσπονδία. Όμως, η διεθνής πολιτική δεν έχει ούτε στερεότυπα ούτε συναισθηματικές προσεγγίσεις. Όπως π.χ. 5+3=8 αλλά και 7+1=8, δηλαδή υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις για να φτάσει κάποιος ορθολογικά στο ίδιο λογικό τελικό συμπέρασμα και κανένας από τους διαθέσιμους τρόπους εφόσον είναι λογικός δεν αποκλείει τον άλλο, έτσι και στην διεθνή πολιτική η εμμονή σε μια μόνο σκέψη όσο λογική και αν φαίνεται, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ορθολογικά η μόνη αποδεκτή.

Η λύση της συνομοσπονδίας κρύβει πλεονεκτήματα και για την ελληνική πλευρά. Μακροπρόθεσμα είναι σίγουρα πιο επωφελής εθνικά. Διασφαλίζει στο μέλλον ένα τμήμα της Κύπρου ως πλήρως και αναμφισβήτητα ελληνικό. Καλό θα ήταν να το διασφάλιζε όλο. Όμως, για λόγους ισορροπίας δυνάμεων που έχουν αναλυθεί ανωτέρω, αυτό είναι ανέφικτο και δεν προβλέπεται με λογικούς όρους μελλοντική αντίστροφη των γεωπολιτικών δεδομένων και των δεικτών ισχύος Ελλάδας - Τουρκίας. Επομένως, αυτό είναι η αμέσως καλύτερη επιλογή για τον ελληνισμό. Εξάλλου, δεν είναι εύκολο οι πράξεις να αντιστρέφονται με λόγια.

Πάρα το αρνητικό ισοζύγιο της ισορροπίας δυνάμεων, υπάρχουν δύο στοιχεία τα οποία ο ελληνισμός της Κύπρου μπορεί να χρησιμοποιήσει ως συγκριτικά πλεονεκτήματα στην διαπραγμάτευση με τους Τουρκοκύπριους προκειμένου να επιτύχει έναν αποδεκτό συμβιβασμό. Τα δυο πλεονεκτήματα αυτά είναι η διαπραγμάτευση πάνω στην αρχή «γη έναντι αναγνώρισης» και η διαπραγμάτευση γύρω από τα έσοδα από την εκμετάλλευση των υποθαλάσσιων φυσικών πόρων της Κύπρου. Τα δυο αυτά ζητήματα είναι από μόνα τους πολύ σημαντικά και με ιδιαίτερο ειδικό βάρος.

Είναι ζητήματα για τα οποία η τουρκοκυπριακή κοινότητα έχει επιδείξει ήδη έμπρακτα ενδιαφέρον αλλά και στην υποθετική αντίθεση περίπτωση, δύσκολα μπορεί πραγματικά να τα αγνοήσει. Στα δυο αυτά ζητήματα τουλάχιστον επί του παρόντος η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκει στην ελληνοκυπριακή πλευρά.

Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, η αναγνώριση της πολιτικής ισότητας των δυο κοινοτήτων αποτελεί θεμελιώδες και πάγιο τουρκοκυπριακό αίτημα, τουλάχιστον από το 1974. Ο πολιτικός αποχαρακτηρισμός τους από κάθε έννοια μειονότητας και η αναγνώριση των Τουρκοκυπρίων ως ισότιμο συστατικό τμήμα του Κυπριακού λαού, είναι τουρκική επιδίωξη που ανάγεται από τις αρχές του Κυπριακού ζητήματος και αποκρυσταλλώθηκε σε κυρίαρχη τουρκοκυπριακή θέση, από το 1963-1964. Τα διεθνή και πολιτικά πλεονεκτήματα που προσφέρει στην τουρκοκυπριακή πλευρά η αναγνώριση της πολιτικής ισότητας είναι προφανή και δεν χρειάζεται περαιτέρω επιχειρηματολόγηση στο πλαίσιο αυτού του κειμένου.

Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, αυτό δηλαδή των υποθαλάσσιων φυσικών πόρων της Κύπρου που τώρα τελούν υπό τον έλεγχο των Ελληνοκυπρίων, η γεωπολιτική αξία στον 21ο αιώνα του ελέγχου πηγών ενέργειας, της συνεκμετάλλευσης υποθαλάσσιων πηγών υδρογονανθράκων και της πρόσβασης στα έσοδα που αποφέρουν, είναι επίσης αυταπόδεικτη.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί αυτά τα δύο στοιχεία για την επίτευξη του κύριου στόχου της. Αυτός θα πρέπει να είναι η όσο το δυνατόν περισσότερη αντιστροφή των γεγονότων του 1974 και η μεγαλύτερη δυνατή επιστροφή κατεχόμενων εδαφών στην ελληνοκυπριακή πλευρά ως αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης. Ένας ρεαλιστικός στόχος είναι η επίτευξη συμφωνίας που θα παραχωρεί ένα ποσοστό 71,5%-72% σε αποκλειστική ελληνοκυπριακή κατοχή και διοίκηση. Ποσοστό επί της εδαφικής επικράτειας της Κυπρίων γύρω στο 71,50% επί του συνολικού εδάφους της Κύπρου προέβλεπε και το σχέδιο του Κόφι Ανάν το 2004. Οι εδαφικές προβλέψεις, ιδιαίτερα όπως αποτυπώνονταν στον Χάρτη Β´ του σχεδίου Ανάν, με την επιστροφή της περιοχής της Αμμοχώστου - Βαρόσι και της περιοχής της Γιαλούσας και του Ριζοκάρπασου συν όλο το βόρειο τμήμα της χερσονήσου της Καρπασίας στην ελληνοκυπριακή διοίκηση, παρέχουν τα εχέγγυα για μια αξιοπρεπή εθνικά αποδεκτή λύση στο Κυπριακό ζήτημα και για έναν έντιμο συμβιβασμό με την άλλη πλευρά που δεν θα υποτιμά τους Ελληνοκυπρίους. Σε μια ρεαλιστική ανάλυση κόστους - οφέλους, είναι καλύτερα να επικεντρωθεί ο ελληνισμός στην διασφάλιση ορισμένων περιοχών της Κύπρου με ιδιαίτερα συμβολική, εθνική ή ιστορική σημασία, παραχωρώντας τμήμα της Κύπρου για να ζήσει και η άλλη πλευρά υπό αντίστοιχες συνθήκες και με όρους αμοιβαιότητας.

Σε διαφορετική περίπτωση αν αναζητηθούν ανεφάρμοστες πρακτικά λύσεις του τύπου τα «σύνορά μας είναι στην Κερύνεια», ή ουτοπικές του τύπου «Κύπρος κοινή πατρίδα όλων των Κυπρίων», ενυπάρχει ο σοβαρός κίνδυνος της διαιώνισης του σημερινού status quo που είναι διαμορφωμένο από τον νικητή του 1974 και σύμφωνα με τους δικούς του όρους ως αποτέλεσμα της δικής του στρατιωτικής νίκης.

Ο ελληνισμός έχει πικρή εμπειρία και από τις δύο αυτές προσεγγίσεις. Ο υπερ-πατριωτισμός της ΕΟΚΑ Β’ και το πραξικόπημα της 15.7.1974, με όλα όσα ακολούθησαν έδειξαν το ανέφικτο του πρώτου συνθήματος. Η συνεχιζόμενη απρόσκοπτη τουρκική κατοχή του 37% της Κύπρου έως τώρα δείχνει τα όρια της ελληνικής ισχύος και το απραγματοποίητο αυτού του συνθήματος.

Η αδελφοσύνη και η αλληλεγγύη μεταξύ των δύο κοινοτήτων δεν επιβεβαιώθηκε κατά το διάστημα της Κυπριακής ανεξαρτησίας από το 1960 έως σήμερα. Η δράση τουρκοκυπριακών εξτρεμιστικών οργανώσεων εναντίον της ΕΟΚΑ και όχι εναντίον των Άγγλων αποικιοκρατών κατά την δεκαετία του 1950, οι 13 προτάσεις του Μακαρίου το 1963 για την αλλαγή του Κυπριακού Συντάγματος , οι διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963-1964, οι τουρκικοί βομβαρδισμοί στην Κύπρο το 1964, τα γεγονότα στα Κόκκινα του 1963-1964, η απαγόρευση εισόδου στην Κύπρο από την κυβέρνηση του Μακαρίου στον εκπρόσωπο των Τουρκοκυπρίων, Ραούφ Ντενκτάς, από το 1964 έως το 1968, η κατάσταση ακήρυχτης σύγκρουσης το 1971-1972 και η τουρκική εισβολή το 1974, δεν παρέχουν τα καλύτερα εχέγγυα για ειρηνική συνύπαρξη στο μέλλον των δύο κοινοτήτων και καταδεικνύουν το ουτοπικό του δεύτερου συνθήματος.

Όλα τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντες στόχοι και τυχόν επικέντρωση και σε άλλα σημεία εκτός από το εδαφικό, θα αποτελεί σπατάλη δυνάμεων και διαπραγματευτικού κεφαλαίου. Για παράδειγμα ας σκεφτεί κάποιος από την σκοπιά των ελληνικών συμφερόντων και με πνεύμα ρεαλισμού σε τι πρακτικά ωφελεί τους Ελληνοκυπρίους αν η συζήτηση π.χ. επικεντρωθεί στις εγγυήσεις της Τουρκίας προς τους Τουρκοκυπρίους. Ας εγγυηθεί ό,τι θέλει η Τουρκία στους δικούς της ομοεθνείς. Στην πράξη, οι εγγυήσεις της Τουρκίας θα υπάρχουν για αυτούς πάντοτε όποτε χρειαστεί, είτε καταγραφούν είτε όχι. Εξάλλου, πρόκειται ποτέ να αναληφθεί στρατιωτική δράση από ελληνικής πλευράς προς ανατροπή της όποιας ειρηνευτικής συμφωνίας επιτευχθεί, ώστε να ενεργοποιηθούν οι εγγυήσεις της Τουρκίας; Ούτε ο συσχετισμός δυνάμεων το επιτρέπει ούτε και ως έσχατη σκέψη δεν υπάρχει αυτό από ελληνικής πλευράς. Αν όμως υπάρχει ένα τμήμα της Κύπρου ξεκάθαρα ελληνικό, που θα είναι ανεξάρτητο και χωρίς καμία τουρκική ανάμιξη ή έμμεση ή υποκρυπτόμενη τουρκική συναρμοδιότητα και το οποίο η Τουρκία θα έχει επίσημα με διεθνή συμφωνία αναγνωρίσει ότι δεν ασκεί επί αυτού κανένα δικαίωμα, οι όποιες τουρκικές εγγυήσεις επί των Τουρκοκυπρίων για την δική τους κρατική οντότητα απλά θα είναι αδιάφορες για την ελληνοκυπριακή πλευρά.

Μια συνομοσπονδιακού τύπου λύση, όπου όλα θα είναι ξεκάθαρα και η κάθε κοινότητα θα έχει πραγματική αυτοδιάθεση και ένα απόλυτα δικό της τμήμα εδαφικής επικράτειας, θα δύναται να προσφέρει στον ελληνισμό της Κύπρου καλύτερη ασφάλεια και σταθερότητα και συνεπώς καλύτερες προοπτικές για το μέλλον και την ευημερία του. Καλύτερα χωριστά, διακριτά και ειρηνικά, παρά «και μαζί και χώρια», μέσα σε ένα γκρίζο πολιτικό τοπίο που θα έχει τον σπόρο της δημιουργίας αμφισβητήσεων και μπερδέματος αρμοδιοτήτων και θεσμών με τις επακόλουθες εθνοτικές τριβές που αναπόφευκτα θα εμφανιστούν ξανά με το πέρασμα του χρόνου.

Copyright © 2015 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition