Σώζοντας τον φιλελευθερισμό | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Σώζοντας τον φιλελευθερισμό

Γιατί η ανοχή και η ισότητα δεν αρκούν

Για τις εθνικές πολιτικές, τρία χαρακτηριστικά του othering είναι εμφανή. Κατ’ αρχάς, το «άλλο» πρέπει να είναι επαρκώς στο επίκεντρο των εξωτερικών σχέσεων της χώρας της οποίας η ταυτότητα και η αίσθηση της σωστής συμπεριφοράς μπορεί να σχηματιστεί ως αντίδραση σε αυτό. Για παράδειγμα, όταν αφορά στην Σοβιετική Ένωση, othering σήμαινε ότι οι Αμερικανοί εμβάθυναν την δέσμευσή τους στον καπιταλισμό και την δημοκρατία, αντιστάθηκαν στην άμεση εμπλοκή της κυβέρνησης στην οικονομία (όπως στον τομέα της υγείας, σε μια εποχή που άλλες βιομηχανικές χώρες δημιουργούσαν συστήματα δημόσιας υγείας), και δόμησαν την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ με τρόπους ώστε να προσελκύσουν και να διατηρήσουν άλλες χώρες στην «δική μας πλευρά» της γεωπολιτικής. Δεύτερον, ο «άλλος» μπορεί να πάρει δύο μορφές: «Εχθρός» ή «κατώτερος». Η δεύτερη μορφή, φυσικά, οδηγεί σε μισαλλοδοξία αλλά τείνει να δημιουργεί μικρότερο κίνδυνο διεθνούς πολέμου. Και τρίτον, μια ομάδα από ηγέτες πρέπει να κατασκευάσουν και να ενισχύσουν μια αφήγηση για το πώς οι προκλήσεις και οι ευκαιρίες των Ηνωμένων Πολιτειών σχετίζονται με τον «άλλο».

Αυτά τα τρία χαρακτηριστικά βοηθούν να εξηγηθεί το γιατί, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα μπορούσαν εύκολα να εντοπίσουν ένα νέο «άλλο». Οι Αμερικανοί βλέπουν το Μεξικό ως κατώτερο, αλλά δεν είναι αρκετά κεντρικό για να καθορίσει την αμερικανική ταυτότητα (αν και υπάρχει αφθονία αντιπαλότητας). Από την δεκαετία του 1990, υπήρξαν μόνο δύο πραγματικοί υποψήφιοι. Ο πρώτος είναι το Ισλάμ, χάρη στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Αλλά οι Αμερικανοί ηγέτες αρνήθηκαν αυτή την επιλογή, δικαιολογημένα ανησυχώντας ότι [το Ισλάμ] ήταν υπερβολικά ευρύ και θα οδηγούσε σε ανήθικες διακρίσεις. Δέκα ημέρες μετά από εκείνες τις επιθέσεις, ο πρόεδρος George W. Bush δήλωσε: «Ο εχθρός της Αμερικής δεν είναι οι πολλοί Μουσουλμάνοι φίλοι μας». Ο δεύτερος είναι η Κίνα. Αλλά και πάλι, οι ηγέτες των ΗΠΑ αρνήθηκαν να την πλαισιώσουν ως «άλλο». Ο χαρακτηρισμός του Πεκίνου ως «εχθρός» θα μπορούσε να έχει παρεμποδίσει τις επιχειρήσεις και το εμπόριο και ο χαρακτηρισμός του ως «κατώτερος» απλά δεν λειτούργησε δεδομένου του οικονομικού δυναμισμού του. Χωρίς εξωτερικούς «άλλους», και τα δύο κόμματα στράφηκαν προς τους εγχώριους. Οι Ρεπουμπλικάνοι έστρεψαν όλο και περισσότερο την οργή τους στους μορφωμένους ειδικούς, τους επιστήμονες και τις ελίτ. Οι Δημοκρατικοί μετέτρεψαν τις πολιτικές της ταυτότητας σε μια μανιχαϊστική ηθική μάχη, δίνοντάς της προτεραιότητα επί σχεδόν οτιδήποτε άλλου -και χαρακτηρίζοντας όποιον ήταν αντίθετός τους ως φανατικό.

Ο Trump δούλεψε τις τάσεις του othering και στα δύο κόμματα προς όφελός του. Η νίκη του συχνά εξηγείται ως προϊόν ρατσισμού και εθνικισμού κατά των μεταναστών, αλλά δεν είναι σαν ξαφνικά το αμερικανικό εκλογικό σώμα να έγινε πιο ρατσιστικό από ποτέ. Πράγματι, οι Αμερικανοί είναι, κατά μέσο όρο, περισσότερο ρατσιστικά ανεκτικοί από ποτέ. Αυτό που άλλαξε είναι ότι ο Trump πήγε μια μακροχρόνια ρεπουμπλικανική αφήγηση περί των αυτάρεσκων ελίτ ένα βήμα παραπέρα. Η χυδαία «πολιτική μη-ορθότητα» ήταν ένα έμβλημα τιμής που φοριόταν σε ένδειξη διαμαρτυρίας κατά των ελίτ της Ουάσιγκτον –που ενσαρκωνόταν από την αντίπαλό του, Χίλαρι Κλίντον. Ακόμα κι αν σε πολλούς ψηφοφόρους του Trump δεν άρεσαν οι ρατσιστικές ή οι σεξιστικές απόψεις του, αγάπησαν την προθυμία του να φέρεται υποτιμητικά στην ευγενική κοινωνία. Το othering ήταν μέρος αυτού που επέτρεψε σε έναν δισεκατομμυριούχο να απεικονίσει τον εαυτό του ως άνθρωπος του λαού.

Στην Ευρώπη, η πολιτική του othering μετά την πτώση του κομμουνισμού ήταν λιγότερο απλή, εν μέρει λόγω της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έδωσε στα κυβερνητικά κόμματα μια ιδεολογία υπέρ της διεθνούς ολοκλήρωσης, και εν μέρει επειδή ο αντι-κομμουνισμός είχε μικρότερη σημασία για την πολιτική αφήγηση των Ευρωπαίων ηγετών από όση είχε για τους Αμερικανούς. Η απουσία του εξωτερικού «άλλου» δεν μετέτρεψε τα ευρωπαϊκά κόμματα της δεξιάς, όπως έκανε στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα των ΗΠΑ. Το βρετανικό Συντηρητικό Κόμμα, για παράδειγμα, ως επί το πλείστον καταπίεσε την εθνικιστική πτέρυγά του γιατί τα βασικά συστατικά της, ο χρηματοοικονομικός κλάδος και οι μεγάλες επιχειρήσεις, ήθελαν πρόσβαση στην ΕΕ. Αντ’ αυτού, η ανάγκη για othering δημιούργησε πολιτικό χώρο για νέα κόμματα στην άκρα δεξιά, όπως το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (U.K. Independence Party) και το Εθνικό Μέτωπο της Marine Le Pen στην Γαλλία. Τα κόμματα αυτά ήταν απολύτως πρόθυμα να κυριεύσουν ένα τμήμα του εκλογικού σώματος, κατά κύριο λόγο προερχόμενο από την λευκή εργατική τάξη, η οποία ήθελε να διασωθεί η τραυματισμένη εθνική ταυτότητα από τον διασυρμό από έναν «άλλο» -στην περίπτωση αυτή, τους μετανάστες και τις ελίτ των Βρυξελλών.

Ο Καναδάς, η εξαίρεση στην τάση της αυξανόμενης ανελευθερίας [στμ: illiberalism, ως αντίθετο στον φιλελευθερισμό] στην Δύση, εξηγείται επίσης καλά από το «othering». Ο Καναδάς γιορτάζει την πολυπολιτισμικότητα, καλωσορίζει Σύριους πρόσφυγες, και έχει ένα καλά λειτουργών δημοκρατικό σύστημα. Γιατί; Κανένας μεμονωμένος παράγοντας δεν εξηγεί αυτό το αποτέλεσμα, αλλά ένας από τους λόγους είναι ότι οι Καναδοί έχουν έναν επίμονο «άλλο», δηλαδή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Καναδοί βλέπουν τους Αμερικανούς όχι ως εχθρό, αλλά ως κατώτερους. Δημοφιλή καναδικά περιοδικά δεν έχουν κανένα πρόβλημα να υποστηρίζουν ότι «οι Καναδοί είναι απλά καλύτεροι άνθρωποι». Οι Καναδοί δεν είναι οι μόνοι που βλέπουν αφ’ υψηλού τους Αμερικανούς, φυσικά, αλλά πουθενά αλλού αυτό δεν είναι τόσο κεντρικό. Επιπλέον, οι Καναδοί διακρίνουν τους εαυτούς τους από τους Αμερικανούς με φωτισμένα κριτήρια: Μεγαλύτερη φυλετική ανοχή, καθολική υγειονομική περίθαλψη, καλύτερη αποδοχή της μετανάστευσης. Αυτό φαίνεται να είναι το ακριβώς αρκετό othering για να καλλιεργηθεί η εθνική ενότητα, χωρίς να καταστραφεί η σχέση με τον μεγαλύτερο οικονομικό εταίρο της χώρας.