Η Ευρώπη διασπάται εκ των έσω | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Ευρώπη διασπάται εκ των έσω

Γιατί η ενσωμάτωση κάνει την απόσχιση πιο ελκυστική

Για να περιπλέξει τα πράγματα ακόμα περισσότερο, πέρα από το να κάνει τις μικρότερες και εθνοτικά πιο ομοιογενείς οντότητες πιο ελκυστικές, η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης επίσης διασπά τις χώρες κατά μήκος οικονομικών γραμμών και όχι καθαρά πολιτιστικού χαρακτήρα. Αυτό διευρύνει το χάσμα μεταξύ των περιφερειών που επωφελούνται από την ολοκλήρωση και εκείνων που περιθωριοποιούνται. Στον άμεσο απόηχο της ψηφοφορίας του Brexit, ένας αριθμός σχολιαστών -κάπως προκλητικά- πρότεινε ότι η πόλη του Λονδίνου [8], η οποία ψήφισε με συντριπτική πλειοψηφία κατά του Brexit, θα πρέπει να αποσχιστεί από το Ηνωμένο Βασίλειο και να παραμείνει στην ΕΕ. Τα αναμενόμενα οφέλη από την συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σίγουρα υψηλότερα για τους αστικούς επαγγελματίες από όσο για τους αγρότες στην ύπαιθρο.

Παρόμοια δυναμική εξελίσσεται στο Βέλγιο, επίσης. Όσο περισσότερο μια περιοχή ωφελείται από το να είναι μέρος μιας μεγάλης ανοικτής οικονομίας, τόσο περισσότερο το υποστηρίζει, και το αντίστροφο. Τον περασμένο Οκτώβριο, για παράδειγμα, η φτωχότερη βελγική περιφέρεια της Βαλλονίας [9] εκβίασε τις Βρυξέλλες καταψηφίζοντας την συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τον Καναδά, μπλοκάροντας προσωρινά την επικύρωσή της.

Αν και η οικονομική λογική για μια απόσχιση φαίνεται ισχυρή, οι πολιτικές συνέπειες θα μπορούσαν να είναι καταστροφικές για την Ευρώπη. Η διάλυση ενός έθνους συνεπάγεται ατελείωτες διαπραγματεύσεις για να χωρίσει τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις του (όπως το δημόσιο χρέος), εμφάνιση εντάσεων μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και άλλων περιοχών, καθώς και την απώλεια παγκόσμιας επιρροής, η οποία είναι μια λειτουργία, τουλάχιστον σε κάποια έκταση, του μεγέθους της οικονομίας. Την ίδια στιγμή, παρότι οι μικρές οντότητες τείνουν να είναι πιο υποστηρικτικές των πολιτικών ηπειρωτικής κλίμακας από όσο τα μεγάλα έθνη, ο πολλαπλασιασμός των κρατικών οντοτήτων θα δημιουργούσε τεράστιο κόστος συντονισμού για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και οι οικονομικοί επενδυτές, ανεξαρτήτως του πόσο καλά γίνεται η διαχείριση της διαδικασίας, θα πανικοβάλλονταν και θα έφευγαν. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ευρώπη θα πρέπει να αποφύγει την δημιουργία επικίνδυνων προηγούμενων -αλλά θα πρέπει να το κάνει με έναν φωτισμένο τρόπο.

Μπορεί να φαίνεται, λοιπόν, ότι το καλύτερο αποτρεπτικό για τον αλυτρωτισμό θα είναι η απειλή να στερηθεί μια αποσχιστική περιοχή την συμμετοχή της στο ευρωπαϊκό μπλοκ. Ίσως γι’ αυτό ο Ισπανός πρωθυπουργός Mariano Rajoy συνεχίζει να προειδοποιεί την Καταλονία ότι δεν θα είναι εγγυημένη η πρόσβασή της στην ενιαία αγορά ως ανεξάρτητη οντότητα. Το ίδιο ισχύει και για την Σκωτία. Και κανείς Ευρωπαίος ηγέτης δεν θέλει να ανοίξει το κουτί της Πανδώρας και να προκαλέσει μια χιονοστιβάδα αποσχιστικών κινημάτων σε μια ήπειρο που περιέχει 250 περιοχές [10] με σαφείς πολιτιστικές, εθνοτικές ή ιστορικές ταυτότητες. Αλλά εάν η Σκωτία ή η Καταλονία κερδίσουν με επιτυχία την ανεξαρτησία τους, οι Βρυξέλλες, δύσκολα θα είναι σε θέση να αγνοήσουν τις αιτήσεις τους για προσχώρηση, καθώς κάτι τέτοιο θα απομονώσει εκατομμύρια ανθρώπους από την υπόλοιπη ήπειρο. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι ο Jean-Claude Juncker [11], ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, απερίσκεπτα δήλωσε ότι η Σκωτία αξίζει μια «ακρόαση» στον απόηχο της ψηφοφορίας του Brexit.

Είναι σαφές ότι υπάρχει σύγχυση στις Βρυξέλλες και σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Οι ιδρυτές του ευρωπαϊκού σχεδίου πίστευαν ότι η δημιουργία μιας κοινής αγοράς, ενός κοινού νομίσματος και μιας κοινής ταυτότητας θα αποδυνάμωνε την εθνική κυριαρχία από πάνω προς τα κάτω. Γι’ αυτό σωβινιστές ηγέτες όπως ο εκλιπών Γάλλος πρόεδρος Charles de Gaulle και οι Βρετανοί πρώην πρωθυπουργοί Μάργκαρετ Θάτσερ και Ντέιβιντ Κάμερον παρεμπόδιζαν πάντα την διαδικασία της οικονομικής ολοκλήρωσης. Αλλά δεν συνειδητοποιούσαν ότι η διαδικασία της οικονομικής ολοκλήρωσης θα έφθανε να απειλήσει το έθνος-κράτος και από κάτω προς τα πάνω, με την αναβίωση των περιφερειακών ταυτοτήτων με πρωτοφανείς τρόπους. Έτσι, ιδού το δίλημμα: Αν οι Ευρωπαίοι ηγέτες θέλουν να χτίσουν μια πιο σταθερή ένωση και πιέζουν για την περαιτέρω πολιτική και οικονομική ολοκλήρωση, τότε η τάση για απόσχιση αναπόφευκτα θα αναζωογονηθεί.

Αλλά η απόσχιση δεν πρέπει να είναι αναπόφευκτη. Είναι απλά το πιο ακραίο αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των οικονομικών και πολιτιστικών δυνάμεων. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να παρέμβουν πριν τα αυτονομιστικά κινήματα γίνουν πάρα πολύ ριζοσπαστικοποιημένα, πριν η δυσαρέσκεια με την ανισορροπία του πλούτου φύγει εκτός ελέγχου, και ο συμβιβασμός καταστεί αδύνατος. Με προσεκτική παρακολούθηση της λαϊκής υποστήριξης προς αυτές, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αξιολογήσουν κατά πόσον ενδέχεται να χρειαστούν νέες νομικές ρυθμίσεις. Για παράδειγμα, στις χώρες όπου τα αποσχιστικά κινήματα είναι ανενεργά ή ακόμα και αδρανή, οι κεντρικές κυβερνήσεις μπορούν να κατευνάσουν τις τοπικές κοινωνίες μέσω οικονομικών μεταβιβάσεων, φορολογικών ρυθμίσεων ή με μια αποκέντρωση της κεντρικής εξουσίας. Όταν ένα αποσχιστικό κίνημα είναι ώριμο, όπως στην Καταλονία, την Φλάνδρα ή την Σκωτία, η κυβέρνηση θα πρέπει, αντί για αυτά, να εξετάσει μια επαναδιαπραγμάτευση των όρων της σχέσης όπως η χορήγηση υψηλότερου βαθμού αυτονομίας στις αλυτρωτικές περιοχές. Παρά το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι σε αυτές τις περιοχές φλερτάρουν με την ιδέα της περισσότερης ανεξαρτησίας, λίγοι είναι πρόθυμοι να περάσουν από τους οικονομικούς και πολιτικούς πόνους που συνδέονται με έναν χωρισμό -τουλάχιστον για την ώρα. Έτσι, ένας συμβιβασμός δύναται ακόμη να γίνει.