Πώς να δημιουργηθεί μια κοινωνία των ίσων | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς να δημιουργηθεί μια κοινωνία των ίσων

Ξεπερνώντας την σημερινή κρίση της ανισότητας

Ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδύθηκαν από τον πόλεμο ριζικά αλλαγμένες. Η εμπειρία έφερε επανάσταση στην αμερικανική στάση απέναντι στην φορολογία και την αναδιανομή. Όταν ψηφίστηκε ο νόμος για τα Έσοδα του Πολέμου το 1917, γινόταν λόγος για «επίταξη των εισοδημάτων» και για «στρατολόγηση του πλούτου» σε μια εποχή που οι νέοι άνδρες είχαν στρατευθεί μαζικά. «Ας πεθάνουν και τα δολάριά τους για την πατρίδα τους επίσης», είπε ένας γερουσιαστής. Η έκκληση για δημοσιονομικό πατριωτισμό βοήθησε στην νομιμοποίηση του προοδευτικού φόρου εισοδήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες, και από το 1944, η κορυφαία κλίματα [φόρου] είχε ανέλθει τόσο ψηλά μέχρι το 94%.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο και την ηπειρωτική Ευρώπη, εν τω μεταξύ, μια πνευματική και ηθική επανάσταση βοήθησαν να γίνει δυνατή η αναδιανομή: Η οικονομία και η κοινωνία ήταν «απο-εξατομικευμένες» από στοχαστές που απέρριπταν τις παλιότερες απόψεις της ατομικής ευθύνης και του ταλέντου. Η ιδέα μιας κοινωνίας που αποτελείται από κυρίαρχα, αυτάρκη άτομα έδωσε την θέση της σε μια προσέγγιση που βασίζεται στην αλληλεξάρτηση. «Ο απομονωμένος άνθρωπος δεν υπάρχει», υποστήριξε ο Γάλλος πολιτικός Léon Bourgeois, και ο Βρετανός φιλόσοφος L. T. Hobhouse υποστήριξε ομοίως ότι κάθε άτομο είχε διαμορφωθεί από την «κοινωνική ατμόσφαιρα» γύρω του.

Σε αυτό το νέο πλαίσιο, οι έννοιες του δικαιώματος και του καθήκοντος, της αξίας και της ευθύνης, και της αυτονομίας και της αλληλεγγύης ήταν εντελώς επαναπροσδιορισμένες. Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, ο πυρήνας του κοινωνικού ζητήματος είχε επικεντρωθεί στην προσωπική ευθύνη. Η βασική δραστηριότητα του κράτους και των φιλανθρωπικών θεσμών θεωρείτο ότι διέκριναν τους «άξιους φτωχούς», η κατάσταση των οποίων προερχόταν από καθαρά εξωτερικές συνθήκες, από τους «ανάξιους φτωχούς», των οποίων τα προβλήματα προκλήθηκαν από τα δικά τους παραπτώματα και τις κακές συνήθειες. Ο πρώτοι θεωρείτο ότι θα πρέπει να υποστηρίζονται, αλλά οι δεύτεροι έπρεπε να τιμωρούνται (ας πούμε, με το να μπαίνουν σε ένα πτωχοκομείο) ή απλά να εγκαταλείπονται στην τύχη τους.

Περί τις μεσαίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, αντίθετα, η ατομική συμπεριφορά δεν θεωρείτο πλέον ως η κινητήρια δύναμη των κοινωνικών αποτελεσμάτων˙ αντί γι' αυτό πιστευόταν ως αληθές μάλλον το αντίθετο. Η φτώχεια ήταν η συνέπεια, όχι η αιτία, των κοινωνικών δυσλειτουργιών, και το κράτος πρόνοιας ενεργούσε παγκοσμίως, πίσω από ένα «πέπλο άγνοιας». [5] Από την ανεργία μέχρι την ασθένεια ή την αναπηρία, τα προβλήματα των πολιτών θεωρήθηκαν κίνδυνοι σε μεγάλο βαθμό πέρα από τον ατομικό έλεγχο, με τις κυβερνήσεις να απαιτείται να παρεμβαίνουν και να διαχειρίζονται αυτούς τους κινδύνους συλλογικά μέσα από ευρέα προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης.

Αυτές οι διαφορετικές αντιλήψεις σχετικά με την ατομική ευθύνη συνοδεύτηκαν από μια νέα προσέγγιση στην οικονομική επίδοση. Αντί για τον έπαινο στους επιχειρηματίες και την καινοτομία ως τους παράγοντες που ωθούν την οικονομική ανάπτυξη, οι διανοούμενοι στα μέσα του 20ου αιώνα, τόνισαν το ρόλο των διευθυντών και των οργανισμών. Συγγραφείς όπως ο Peter Drucker, ο John Kenneth Galbraith και ο Andrew Shonfield παραδειγμάτισαν στο έργο τους μια νέα και ισχυρή προσέγγιση στις επιχειρήσεις. «Στην ώριμη επιχείρηση», έγραψε ο Galbraith το 1967, «... η εξουσία έχει περάσει, αναπόφευκτα και αμετάκλητα, από το άτομο στην ομάδα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μόνο η ομάδα έχει την πληροφορία που απαιτεί η απόφαση». Ο Schumpeter ήταν εκτός μόδας: «Ο επιχειρηματίας δεν υφίσταται πλέον ως ένα μεμονωμένο άτομο στην ώριμη βιομηχανική επιχείρηση»˙ είχε αντικατασταθεί από την «τεχνοδομή» (technostructure), τον συλλογικό νου. Η επιτυχία εξαρτάτο περισσότερο από την ποιότητα της οργάνωσης της επιχείρησης και την αποτελεσματικότητα της διοίκησής της από όσο στα εξαιρετικά ταλέντα συγκεκριμένων ατόμων, ακόμη και στην κορυφή της εταιρικής πυραμίδας: «Η συνταξιοδότηση, ο θάνατος και η αντικατάσταση [ενός CEO, δηλαδή ενός διευθύνοντα συμβούλου] ... δεν έχουν καμία αισθητή επίδραση στην απόδοση της General Motors ή της IBM».

Μέσα σε ένα τέτοιο οικονομικό μοντέλο, η οικονομική αποτελεσματικότητα θεωρήθηκε ως ένα συλλογικό επίτευγμα. Κανείς δεν μπορούσε να διεκδικήσει τα επιτεύγματα μιας εταιρείας ως δικά του. Τα στελέχη αμείβονταν καλύτερα από τους εργαζομένους, αλλά μόνο στο πλαίσιο μιας λειτουργικής ιεράρχησης δεξιοτήτων. Ο γκουρού του μάνατζμεντ Drucker υποστήριξε ότι η αναλογία των αμοιβών μεταξύ των κορυφαίων στελεχών και των ταπεινότερων εργαζομένων σε μια εταιρεία δεν θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη από 20 προς 1.

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ

Ο συνδυασμός αυτών των τάσεων δημιούργησε μια πολιτική και πνευματική βάση για τις πολιτικές που αναδιανέμουν τον πλούτο και μειώνουν την οικονομική ανισότητα στις προηγμένες βιομηχανικές δημοκρατίες σε όλες τις μέσες δεκαετίες του 20ου αιώνα, ακόμη και χωρίς καμία θεωρητική συναίνεση σχετικά με την δικαιοσύνη ή την ισότητα. Κατά την διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, ωστόσο, κάθε μια από αυτές τις τάσεις είχε αντιστραφεί.